ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 12o ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

ΗΜΙΨΗΛΟ.jpg                                      ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

Ο Νίτσε είχε πει κάποτε πως αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα.  Υπάρχουν δε χιλιάδες τρόποι για να προσκολληθείς σε αυτή. Ο πρώτος, είναι η περιφρόνηση που θα δείξεις στη δύναμή της. Ένας άλλος είναι η άγνοια. Τρίτος τρόπος είναι να απολαμβάνεις τις χαρές της στιγμής και να μη δίνεις σημασία στα μηνύματα εγρήγορσης, τα καμπανάκια που κτυπούν από παλιά. Το παρελθόν, είναι ο οδηγός, ο χάρτης συμπεριφοράς για το παρόν, και προοιωνίζεται τα καλά ή τα κακά του μέλλοντος.

Ο Ζάχος κοιμήθηκε βαθιά για μια ώρα περίπου. Ξύπνησε απότομα αισθανόμενος πλήρης και σχετικά ξεκούραστος. Κοίταξε γύρω του σαν χαμένος και αναρωτήθηκε που βρισκόταν. Ποια είναι αυτή η ήσυχη, και συμπαθητική, αλλά τελείως ξένη προς τον ίδιο μικρή κάμαρη. Στο κομό δίπλα του, είδε μια φωτογραφία με δύο γνώριμα σε αυτόν πρόσωπα. Του Ντίμη και της Μίνας. Ήταν και οι δυο μαζί πανέμορφοι. Ταιριαστό ζευγάρι, όπως φωτογραφίστηκαν  για ενθύμιο, αγκαλιασμένοι τη μέρα του γάμου τους. Εκείνη ειδικά, ξεπροβάλλοντας μέσα από ένα υπέροχο λευκό μίνι νυφικό, έμοιαζε σαν νεράιδα, βγαλμένη από κάποιο παραμύθι .

Έκανε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερε.  Ξαναπροσπάθησε, ήθελε να βγει από τη κάμαρη, αλλά μόλις ο Ντίμης τον πήρε χαμπάρι έβαλε τα γέλια «για πού; Βιάζεσαι; Έχεις να πας πουθενά; Δεν είπαμε ότι θα τσιμπήσουμε παρέα οι δυο μας και θα  κουτσομπολέψουμε; Λοιπόν, μπες μέσα και ... Μίνα, φέρε σε παρακαλώ τα συμπαρομαρτούντα.  Σ αρέσει η λέξη; Εμένα μου αρέσει να τη λέω. Ξέρω ότι δεν σημαίνει αυτό ακριβώς, αλλά μου αρέσει.  Τη κολλάω παντού» ...

 

Χαμογέλασε άκεφα ο Ζάχος. Είχε τόσες μέρες να φάει κανονικό φαί. Έστω με το ζόρι έπρεπε να δοκιμάσει, αλλιώς τι την ήθελε την έρευνα; Θα πέθαινε από ασιτία ...

Το φαγητό σερβιρίστηκε.  Αρνάκι κοκκινιστό μαστορεμένο στη κατσαρόλα, παρέα με πατατούλες τηγανητές. Από κοντά μπόλικες άλλες νοστιμιές, όπως φέτα Δωδώνης, τηγανητές πιπεριές και κολοκυθάκια, μελιτζάνες στο τηγάνι και ένα χωριάτικο λουκάνικο ψημένο στη ψησταριά που η Μίνα το συνόδευε με ψημένες ντομάτες και φρυγανισμένο ψωμί με λάδι και ρίγανη. Από κοντά ένα πιάτο τυροκαυτερή και ένα δεύτερο πιάτο ευωδιαστό τζατζίκι.  Το πλούσιο γεύμα έκλεινε μια υπέροχη χωριάτικη σαλάτα ... Ήταν ολοφάνερο, ότι ο Ντίμης είχε κρατήσει τις παραδόσεις του Τάσου.

Μόνο που τα είδε όλα αυτά ο Ζάχος χόρτασε. Δυο παγωμένες μπύρες έφτασαν για να δοθεί μεγαλύτερο κίνητρο συζήτησης. Όμως ο Ζάχος δεν είχε ανάγκη από πρόσθετα κίνητρα. Είχε αρχίσει σιγά, σιγά και πάλι να καίγεται ολόκληρος μέσα του.

Άρχισε να τσιμπάει με το στανιό. Ξεκίνησε δισταχτικά με το αρνάκι. Είχε τόσες μέρες να γευματίσει κανονικά που οτιδήποτε περισσότερο του φαινόταν αδιανόητο. Για ακόμη μια φορά όμως, όσοι λένε ότι τρώγοντας έρχεται η όρεξη, αποδείχθηκε ότι είχαν δίκιο. Μετά από λίγη μπύρα, άρχισε να δοκιμάζει σιγά, σιγά τα πάντα, και δεν άργησε η στιγμή που η δοκιμή μετατράπηκε σε γαστριμαργικό όργιο.

 

Μπούκωνε το στόμα, όσο δεν παίρνει άλλο, με κρέας και πατάτες λουσμένα όλα στην υπέροχη σάλτσα ντομάτας. Δεξιά, αριστερά έχωνε μελιτζάνα και λουκάνικο και για να τα μαλακώσει πότε λίγο τζατζίκι, πότε τυροκαυτερή. Ξέπλενε αρχικά με σαλάτα και ρευόταν απαίσια με μπύρα. Ο Ζάχος φαινόταν να ξεσπά ταυτόχρονα πείνα και καημούς.

Όση ώρα αγωνιζόταν να αλέσει όλα τούτα, μουγκάνιζε  γεμάτος ευχαρίστηση με τα μάτια κλειστά, αφήνοντας να του ξεφεύγουν ήχοι ανακούφισης.

Ο Ντίμης δεν διέκοψε ούτε για ένα δευτερόλεπτο τη μυσταγωγία που έβλεπε να εξελίσσεται μπροστά του «Θεέ μου» , αναλογίστηκε «από πότε έχει να φάει αυτός ο άνθρωπος;» ... Έκανε ότι δεν τον βλέπει, τσιμπούσε και αυτός διακριτικά μεζέδες, για να μη νιώθει μόνος, και του έκανε παρέα απολαμβάνοντας τη μπυρίτσα του.

Σε λίγο θα άρχιζαν τα δύσκολα ... Όσα είχε υποστεί μέχρι τώρα ο Ζάχος,  ήταν απλά ένα ευεργετικό σοκ  εισαγωγής στη πραγματικότητα. Σε λίγο θα έρχονταν οι πραγματικοί κεραυνοί ... Τον καημένο, πόσο τον λυπόταν.  Να έχει πάθει τέτοιο στραπάτσο υγείας και να τον αντιμετωπίζουν με τέτοιο τρόπο ... Αίσχος!

 

Ξαφνικά ο Ζαχαρίας πέταξε κάτω το πιρούνι, και κόντεψε να πνιγεί «ο νταβανννν»,. Τα λόγια βγήκαν συγκεχυμένα από το στόμα του. Ένας φοβερός βήχας τον συγκλόνισε. Ο Ντίμης, προσπάθησε να τον συνεφέρει και όταν αυτό έγινε μπορετό τον ρώτησε «τι είπες μωρέ Ζάχο;» «Ο νταβαντζής!» ούρλιαξε αμέσως μετά. Ενώ ο Ντίμης τον κοιτούσε απορημένος, ο Ζάχος έπιασε με τα δυο  χέρια το κεφάλι του και το έσφιξε δυνατά. Φοβόταν  ότι έχανε το νου του. «Τι μου κάνετε; Είσαστε όλοι στο κόλπο; Γιατί λέτε ότι ο νεαρός απέναντι είναι ο άντρας της κοπέλας; Τώρα τον θυμήθηκα! Τον συνάντησα, όχι μια, αλλά  περισσότερες φορές. Του μίλησα, τον πλήρωσα για να μου δώσει τη κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά, αυτή την ίδια κοπέλα, του έδωσα λεφτά και μου την έδωσε  να την ...» Και έκανε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ντίμη μια απρεπή, αλλά πολύ χαρακτηριστική κίνηση.  «Είναι νταβαντζής της σου λέω!!» έκλεισε κινούμενος σαν νευρόσπαστο Ο Ντίμης πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο. Πήγε κοντά στον απελπισμένο άνδρα. «Σσσς» του λέει, και τον αγκάλιασε να τον ηρεμήσει «μη λες πράγματα που δεν στέκουν καλέ μου Ζαχαρία, μη βάζεις πράγματα στο μυαλό σου πριν μιλήσουμε. Μη λες λόγια που θα τα μετανιώσεις. Όχι καλέ μου Ζαχαρία, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Όχι σου λέω ...»

Το μάτι του Ζαχαρία είχε γυαλίσει για τα καλά. Κοιτούσε τον νεαρό καφετζή, και στο πρόσωπό του έβλεπε συγκεντρωμένους όλους εκείνους, τους οποίους ένιωθε ότι ήταν συνεννοημένοι να του κάνουν κακό. Λίγο ακόμη και θα του ριχνόταν. Συγκρατήθηκε με το ζόρι «λέγε, λέγε γιατί χάνεται η υπομονή μου» είπε με τραχιά φωνή.

Ο Ντίμης, τραβήχτηκε σε απόσταση σχετικής ασφάλειας, έσκυψε προς τα μπρος, μια κίνηση να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του ταραγμένου άντρα και άρχισε «Μου έχουν πει, κύριε Ζαχαρία, πως το μαγαζάκι σου κάποτε δεν πήγαινε καλά, είναι αλήθεια;» «Φυσικά και είναι αλήθεια, τέτοια θα λέμε;»

«Εκείνο το καιρό, απ ότι μαθαίνω, η γυναίκα σου επέμενε να το πουλήσετε. Είναι έτσι ή όχι;» ο νεαρός καφετζής, με ήρεμη, καθησυχαστική φωνή, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην εξάψει τον ήδη αποσυντονισμένο άντρα. Από την άλλη  ο Ζαχαρίας, κοιτούσε τον νεαρό με  παγερό βλέμμα, και ένα ερώτημα πλανιόταν στον αέρα «και εσένα τι σε νοιάζει;».  Εντέλει όμως, κούνησε το κεφάλι καταφατικά, για να προσθέσει με άχρωμη πια φωνή «όπως τα λες είναι». «Συνεχίζω» είπε  ο Ντίμης «θυμάσαι ότι σαν πήρε μπροστά το μαγαζί, και άρχισες να βγάζεις λεφτά, η κυρά Μπία σταμάτησε να σου ζητά να το πουλήσεις, έτσι δεν είναι;» «Φυσικά, φυσικά, ούτε αυτή ήταν χαζή πόσο μάλλον εγώ που δικαιώθηκα» ...

«Όμως το μαγαζάκι σου κάηκε, αλήθεια κύριε Ζάχο ή ψέματα;» «Αλήθεια, αλλά εξίσου αλήθεια είναι, ότι υπήρχε ασφάλεια ...» «Όχι κύριε, δεν τα ξέρεις καλά. Η ασφάλεια ίσα που κάλυπτε τα είδη που κάηκαν. Λίγα λεφτά.». Ο Ζάχος απορημένος έξυσε το κεφάλι του. «Τι θέλεις να πεις; Αφού θυμάμαι τη γυναίκα μου, να μου μιλάει για μια ασφάλεια, μαζί να τη διαβάζουμε». Όσο μιλούσε η φωνή του έσβηνε. Ήταν ολοφάνερο ότι κάτι τον βασάνιζε. Σηκώθηκε. Προχώρησε προς τη πόρτα της κάμαρης, ακούμπησε στο κάσωμα να μη σωριαστεί, και ατένισε πέρα μακριά, προς το παλιό του μαγαζί. Έσφυζε από ζωή ...  «Έγινε το μαγαζί, και εγώ δεν μπήκα εγώ μέσα, δεν έβαλα νέα καπέλα, αλλά το έχει κάποιος άλλος. Γιατί;» ρώτησε, αλλά ήταν σίγουρος από πριν ότι καθόλου δεν θα του άρεσε η απάντηση, και μάλιστα ένιωθε σαν να μην ήθελε να την ακούσει.  Έκλεισε ενστικτωδώς τα αυτιά. Όμως οι χοροί είχαν ξεκινήσει.

Ο Ντίμης τράβηξε πίσω τη καρέκλα του και σηκώθηκε. Εδώ άρχιζαν τα πολύ δύσκολα. «Τι θυμάσαι από την ημέρα της φωτιάς κύριε Ζαχαρία;» ρώτησε τελικά. Ο Ζαχαρίας κατέβασε διστακτικά τα χέρια, τα σταύρωσε στο στήθος του και απάντησε διστακτικά «Λίγα πράγματα. Να, θυμάμαι ότι μου ήλθε κάτι σαν σκοτοδίνη, αλλά συνήλθα. Με βοήθησε η Μπία μου σε αυτό. Ας είναι καλά. Έπειτα όλα πήγαν κατ ευχήν μέχρι τις τελευταίες μέρες που ζω ένα ατέλειωτο εφιάλτη» .

«Λοιπόν καλέ μου κύριε Ζαχαρία, πολλά δεν πήγαν κατ ευχήν τότε. Όχι μόνο λιποθύμησες, αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν συνήλθες από τότε εντελώς. Έπαθες μεγάλο κλονισμό. Το περισσότερο καιρό, αρνιόσουν να βγεις από το σπίτι.  Όταν επιτέλους  κουράστηκες να μένεις σαν τον ερημίτη, κλεισμένος ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους, βγήκες από αυτό, αλλά τότε σου  φανερώθηκαν τα υπόλοιπα προβλήματα που σου κληροδότησε η πυρκαγιά. Υπήρχαν στιγμές, που δεν γνώριζες τα πλέον γνώριμα και προσφιλή πρόσωπα, που υπήρχαν γύρω σου, και άλλες  που τα αποκαλούσες με διαφορετικά ονόματα, δικής σου έμπνευσης. Να, για παράδειγμα εμένα, με αποκαλούσες Γιώργο και έλεγες ότι ήμουν  ο γιος, ενός φίλου σου από τον στρατό, του Ανέστη. Τον κύριο Τάσο, τον ρώταγες αν θυμόταν τα παιχνίδια που παίζατε στον Κολωνό. Ο κύριος Τάσος δεν υπήρξε  με τίποτα στον κόσμο Κολωνιώτης.»

Πήρε μια ανάσα ο Ντίμης και συνέχισε « Πάνω σε αυτή τη ταραχή, ήλθε στο σπίτι ο Γιάννης, ο σημερινός ιδιοκτήτης του μαγαζιού σου. Με τα εκκλησιαστικά είδη δηλαδή.  Ήταν το μόνο καλό που θα μπορούσε να συμβεί, μέσα σε όλα αυτά τα δυσάρεστα. Και να πως συνέβη. Στο συμβόλαιο του μαγαζιού υπήρχε ένας  όρος. Τον βρήκε αργότερα η Μπία. Κάθε φορά που γινόταν ανανέωση του συμβολαίου του μαγαζιού, είχες δεχτεί τον όρο όταν το υπέγραψες χωρίς να δώσεις σημασία, έγραφε ότι η ιδιοκτήτρια είχε το δικαίωμα να διαπραγματευτεί όποτε θέλει και με άλλον υποψήφιο νοικάρη, ανεξάρτητα αν είσαι εντάξει στις υποχρεώσεις απέναντί της. Βέβαια, πάντοτε το πρώτο λόγο θα είχες εσύ ως νοικάρης κε Ζαχαρία μου, και φυσικά η ιδιοκτήτρια τόσα χρόνια, δεν έθιξε αυτό το ζήτημα. Πόσο μάλλον όταν το μαγαζί άρχισε να πηγαίνει τόσο καλά. Όμως όταν καταστράφηκε, και με την ευκαιρία της ανοικοδόμησής του, βρήκε πρόσφορο έδαφος να θέσει το ζήτημα. Στο είπα και πριν. Η ασφάλεια κάλυπτε ελάχιστα, ενώ ο σημερινός ιδιοκτήτης βοήθησε στην αποκατάσταση του οικήματος. Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια. Έπρεπε σε κάθε περίπτωση να καταθέσει ο νέος ενοικιαστής μια αρκετά καλή αποζημίωση ως αέρα σε σένα. Πρότεινε λοιπόν ο κυρ Γιάννης στη Μπία, να αγοράσει τον αέρα, έναντι ενός πολύ καλού ποσού. Το ακριβές νούμερο δεν το γνωρίζω. Έμαθα  όμως ότι έσκασε πάρα πολλά χρήματα. Αρκετά για να κάνουν τη Μπία να αποφασίσει να ξεμπερδεύει με αυτό το μπελά. Σε έβαλε λοιπόν να υπογράψεις. Δεν έφερες αντίρρηση. Δεν ήσουν σε θέση. Από τότε, τριγυρίζεις στους δρόμους του Μοναστηρακίου και πλάθεις ιστορίες με πρόσωπα όπως η Σίσσυ, ο άντρας της ο Δημήτρης, η Μίνα και τόσοι άλλοι. Αυτή φίλε μου είναι κοντολογίς η ιστορία σου μετά τη καταραμένη τη  φωτιά. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Αυτά είναι όλα και όλα. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο ».

 

Ο Ζαχαρίας άκουγε αποσβολωμένος τη διήγηση του νεαρού. Θα ήθελε να τον αμφισβητήσει αλλά ...  Ορίστε. Ας ξεκινούσε  από τη Κλαίρη.  Να πιστέψει τι δηλαδή; Ότι στ αλήθεια έκανε μόλις   πριν πέντε μέρες  έρωτα μαζί του,  ενώ ήταν παντρεμένη τόσο καιρό με τον Ντίμη, και ότι απλά τον πλησίασε βάση οργανωμένου σχεδίου; Για να κερδίσουν άραγε από αυτόν τι;  Άντε και πίστευε σε αυτή την εκδοχή, αποδίδοντάς τη στην ανθρώπινη φύση και διαφθορά, τα οποία ήταν σε θέση να γνωρίζει πολύ καλά. Έλα όμως που δεν εύρισκε το κίνητρο ... Τον παράγοντα κέρδος ... Στη εποχή της άκρατης παλιανθρωπιάς όλα γίνονται. Όχι όμως χωρίς να αποσκοπούν οι κατεργάρηδες στο κέρδος. Και εδώ δεν φαινόταν να υπάρχει τέτοιο ζήτημα. Όμως για κάτσε. Τι έπαθε και τα ανέλυε τόσο; Τι του εξιστόρησε άλλωστε ο κακομοίρης ο Ντιμάκος με χίλιους μύριους δισταγμούς; Ότι έπαθε έναν σούπερ ντούπερ ντουμπλουζά, από τη καταστροφή της περιουσίας του, και δεν γνώριζε πρόσωπα; Σιγά τα ωά! Δεν τον είπε και καμπούρη! Φυσιολογικό δεν είναι, ένας άνθρωπος να πάθει ψυχικό τρα λα λα και νοητικό κο κο μπλόκο , όταν αντιληφθεί ότι οι κόποι μιας ζωής, έγιναν αποκαΐδια; Να στενοχωρηθεί για το κακό που του έλαχε είναι φυσικό, όχι όμως και να θυμώσει επειδή βρέθηκε, επιτέλους ένας άνθρωπος να του ανοίξει τα μάτια!

Όλα αυτά ήταν ενοχλητικά, αλλά εντέλει απόλυτα φυσιολογικά όπως εξελιχτήκαν. Όμως η Μπία; Η γυναίκα του; Που στο λύκο ήταν; Οι σκέψεις, μεταμορφώθηκαν σε λόγο, έτσι ρώτησε με μισή καρδιά τον νεαρό καφετζή.  Με μισή καρδιά, γιατί πίστευε ότι δεν θα πάρει απάντηση,  αλλά και  γιατί φοβόταν την απάντηση!

Και έκανε πολύ καλά που τη φοβόταν ... Ο Ντίμης σκέφτηκε ότι τώρα πια ο βρεγμένος, το μόνο που δεν έχει να φοβηθεί είναι η βροχή, και άνοιξε και πάλι το στόμα του. Θα τον αποτελείωνε!

« Πώς νομίζεις ότι τα ξέρω όλα αυτά κύριε Ζαχαρία; Πώς ξέρω τι έγινε με το μαγαζί; Ο κύριος Τάσος μου τα σφύριξε ... Σου είπα Ζαχαρία» ξαφνικά άρχισε να γίνεται αγενής, το σήκωνε η περίσταση «έφυγε και μου άφησε το καφενείο. Τον ξέρεις, δεν τον ξέρεις; Αυτός που αποκαλούσατε, ο καλός ο μύλος που όλα τα αλέθει ... Λες να παράταγε κοτζάμ επιχείρηση και να έφευγε μόνος; Έτσι χωρίς κανένα όφελος; Εμένα καλό μου έκανε αλλά δεν παύω να το λέω ότι ήταν ένας παλιοεγωιστής. Ένα αρπαχτικό που μπροστά στη καλοπέρασή του δεν υπολόγιζε τίποτα. Λοιπόν, με τη γυναίκα σου την έκανε! Ναι, με τη κυρά Μπία. Εκείνη έλεγε, πως δεν άντεχε να ζει με τις παλαβομάρες τόσων χρόνων δίπλα σου ούτε με τη νέα μεγάλη φτώχεια που θα ζούσε κοντά σου τώρα που κάηκε το μαγαζί.  Έτσι ακολούθησε το πρώην αφεντικό μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν και αυτά τα κωλολεφτά, έκανε προίκα η κυρά σου βλέπεις στα γεράματα. Ξέχνα τη αφεντικό! Από γυναίκες να φαν και οι κότες. Εσύ να είσαι καλά. Να συνέλθεις, να ξεφύγεις από τα μπερδέματα του μυαλού. Εδώ είμαι εγώ να σε βοηθήσω, και άσε τη να πάει στο καλό ... Δεν σου αξίζει, ούτε αυτή σαν γυναίκα, ούτε αυτός σαν φίλος.»

 

Η καρδιά του καημένου του Ζαχαρία χτύπαγε σαν το σφυρί στ αμόνι. Κόντευε να σπάσει. Στα μελίγγια του, είχαν στήσει χορό χιλιάδες μέλισσες.  Δυσκολευόταν πια να αναπνεύσει. Αλλόφρων κοίταζε πότε τον Ντίμη, πότε την Μίνα, που κατέβαζε λυπημένη τα μάτια, σε μια δηλωτική  υπογράμμιση ότι όλα όσα είχαν λεχθεί, ήταν πέρα ως πέρα αληθινά. Τελικά κοίταξε προς τη πόρτα. Ανάσανε ... Τι τον ενοχλούσε;

Να ισχυριστεί ο Ζάχος ότι δεν είχε υποπτευθεί τη Μπία, ότι την είχε κάνει με ελαφρά, θα ήταν ψέμα. Τεράστιο ψέμα. Άλλο πράγμα όμως η υποψία και άλλο η επιβεβαίωση, και μάλιστα με αυτό το ρητό και κατηγορηματικό τρόπο, που έδειχνε ότι εκείνος που του το έλεγε κατείχε το θέμα από πολύ, πολύ παλιά. Όσο ο Ζάχος ονειροβατούσε και κατασκεύαζε πλάσματα της φαντασίας του, η Μπία ξαναζούσε τον έρωτα στην αγκαλιά ενός άλλου άνδρα. Να ήταν όμως μόνο αυτό ... Το κυριότερο δεν ήθελε να το ομολογήσει ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Μα σίγουρα του έλεγε την αλήθεια το παλιόπαιδο. Πώς αλλιώς να δικαιολογήσει όλη αυτή τη γενειάδα στο πρόσωπό  του, μια γενειάδα που δεν πήρε χαμπάρι πως μεγάλωνε. Αμ η ακαταστασία στο σπίτι;

 

Τι είναι αυτό, που μα την αλήθεια ενοχλεί σε μια τέτοια περίπτωση κάθε άνδρα; Ο εγωισμός;  Η θιγείσα ...αξιοπρέπεια; Το «γαμώτο» που λένε; Η σύγκριση; Αυτή ίσως όμως τίποτα απ όλα αυτά δεν υπάρχει, τουλάχιστον όσο έντονα αφήνει να φαίνεται, ο κάθε απατημένος σύζυγος. Εκείνο που πιότερο ενοχλεί είναι, όταν   ο κόσμος το κάνει τούμπανο! Αυτό ενοχλεί πάνω απ όλα!  Αν τυχόν δεν γνωρίσει ποτέ, μα κυριολεκτικά ποτέ, ο περίγυρος το «πάθημά» του,  στα παλιά του τα παπούτσια! Το θέμα παραμένει ιδιωτικό, κρυφό και εντέλει άστη να πάει να χάνεται μωρέ! Ίσως μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις, να του προσφέρει και λύση εκεί που δεν τη περίμενε ... Εφόσον όμως αυτό συμβεί, εφόσον η κοινωνία μάθει, επέρχεται η συντριβή. Ο άνδρας καταρρέει, ο συναισθηματικός του κόσμος συνθλίβεται, και μονάχα τότε «αντρειεύει» ο εγωισμός του, και αντεπιτίθεται προσπαθώντας να βρει νέες ισορροπίες ανάμεσα στα καινούργια δεδομένα.

 

Άρα τα ήξερε και το Κατερινάκι, δηλαδή η Σίσσυ. Ακόμη ηχούν τα λόγια της στ αυτιά του «Βρε Ντίμη, πόσα έχεις πει σε αυτόν τον κύριο; Τι περιμένεις; Δεν γνωρίζω γιατί με αποκαλείτε Κατερίνα αλλά ίσως υπάρχει εξήγηση σε όσα θα μάθετε από τον κο Ντίμη. Αν μπορέσετε να δεχτείτε όσα ακούσετε ...» Ω, μα ήταν καταγέλαστος και αξιοθρήνητος ταυτόχρονα!

Σηκώθηκε για άλλη μια φορά αργά. Πάτησε γερά στα πόδια του, αλλά κρατήθηκε από τη καρέκλα που ήταν κοντά του. Καμία εμπιστοσύνη δεν είχε πια, σε κανένα σημείο του κορμιού εκείνου, που κάποτε αποτελούσε τον καλύτερο τεχνίτη καπέλων του Μοναστηρακίου. Άντεξε. «Τώρα μπορώ να ψοφήσω όπου εγώ γουστάρω» σκέφτηκε, και η πικρή αυτή σκέψη, έκανε το πρόσωπό του να συσπαστεί σε ένα απαίσιο χαμόγελο,  που θα τρόμαζε όσους το  αντίκριζαν. Δεν τον πρόσεξε κανείς.

Παραμέρισε με μια κοφτή κίνηση του χεριού τον Ντίμη, και με βήματα σταθερά,  προχώρησε στη σάλα του καφενείου. Έγνεψε προς τον νεαρό καφετζή να πάει κοντά του. «Κάτσε» πρότεινε δύσθυμα. «Λοιπόν, μου διηγήθηκες πολλά. Λες ότι η γυναίκα μου έφυγε με το αφεντικό σου και ότι αυτό είναι αλήθεια. Θα δούμε, μπορεί, αλλά δεν είναι αυτό που με απασχολεί τώρα ... Λες όμως ότι όλα τα άλλα που έζησα, τα πρόσωπα που μίλησα μαζί τους, που ήπια ένα κρασί βρε αδερφέ, δεν ήταν άλλο από ιστορίες που έπλασε το θολωμένο μου μυαλό. Έτσι;» και χτύπησε το χέρι στο τραπέζι γέρνοντας ελαφρά μπροστά.

Ο καφετζής σηκώθηκε και απάντησε αποφασιστικά «Έτσι ακριβώς!» ...

«Ωραία, άντε πάμε ξανά. Το καπέλο υπήρξε ή όχι;» «εγώ δεν γνωρίζω, αλλά ίσως να υπήρξε, ένα απλό, πολύ όμορφο καπέλο. Για καπέλο που να είναι κάτι άλλο, πουλί ή πάπια, ή σκύλος μήτε που έχω ακούσει, τάπαμε. Τελεία και παύλα.» ... Ο Ζάχος τον κοίταξε σταθερά στα μάτια. «Δηλαδή λες, ότι δεν είχε τίποτα ξεχωριστό ...»  «τι εννοείς κυρ Ζάχο; Αν πέταγε;» του πέταξε ο νεαρός, και δεν μπόρεσε να κρύψει μια ελαφριά σκιά  ειρωνείας από τη φωνή του. «Όχι, άστο αυτό, άλλο πες μου. Είχε πάνω του ή όχι κάτι που το έκανε να σφυρίζει; Αυτό να μου πεις»

Ο Ντίμης κοίταξε τη γυναίκα του. Τι έπρεπε να κάνει; Είχε ακούσει ότι στους παλαβούς πρέπει να λένε ναι. Ήταν απολύτως ξεκάθαρο. Ο άνθρωπος, ακόμη και αν για κάποια στιγμή είχε μια μικρή αναλαμπή, με όσα άκουσε ξανακύλησε. Ένιωσε άσχημα γι αυτό. Όμως η Μίνα δεν τον βοηθούσε. Σήκωσε τους ώμους.

Ο Ντίμης δεν ήξερε τι να κάνει. «Γιατί δεν απαντάς;» επέμεινε ο Ζάχος μη γνωρίζοντας το μαρτύριο που περνούσε ο νεαρός. Πίστευε ότι τον είχε στριμώξει, «εμ, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται. Χώνεις παντού τη μύτη νεαρέ, και σε τσάκωσα ...» σκέφτηκε και κάγχασε χαιρέκακα.

Από το αδιέξοδο έβγαλε τον νεαρό, ο σουβλατζής, είπαμε το καλύτερο σουβλάκι στη περιοχή, που πέρναγε με μια παραγγελία. «τι στο μπάρμπα διάλο κανακεύετ  ούλοι δω μέσα; Βρε σερσέμηδες, βρε τεμπελχαναδς, με το κουβντολόι θα βγάλτ΄μερκάματο;  Στδιάλο ρφιάνοι τκερατά. Δε μλες κυρ καπελίνο, πώς άφσες να σπάρουν το μγαζί;»

«Αμ δεν άφησα εγώ» απάντησε ο Ζαχαρίας, «μου το έκλεψαν και έτσι δεν θα μάθεις αν αποπατεί το καπέλο που πετάει. Δεν θα το μάθεις ποτέ!...» έριξε άδεια να πιάσει γεμάτα.

 «Του ποιο; Τκαπέλο πκάνει τι; Ζτρέλανε η αρρώστιας και η μναξιά;» και γυρίζοντας προς τον Ντίμη «μη μπέρασ η τζούπρα μ΄ απ'  δω; Η Μάρθα ντε;» «Όχι φίλε μου. Αν τη δω να της πω κάτι;»

Ο Σουβλατζής κούνησε το χέρι και έφυγε βιαστικός. Κρύωνε η παραγγελία, δεν είχε χρόνο για περισσότερα λόγια. «Τον άκουσες» είπε ο Ντίμης «το καπέλο που λες, όχι μονάχα δεν πέταγε αλλά ούτε σφύριζε και μάλλον ήταν άγνωστο και σε άλλους. Τώρα τι λες εσύ; ...»

«Αχά»  φώναξε θριαμβευτικά ο Ζάχος. «Έτσι λες εσύ. Εδώ σας έχω όλους παλιοψευταράδες.» άνοιξε και έκλεισε τη φούχτα του για να δείξει ότι τους κρατάει στο χέρι, όλους όσους προσπαθούν να του κάνουν κακό.   «Αλήθεια, τι σας έκανα μωρέ και μου συμπεριφέρεστε έτσι; Ιδού η απόδειξη. Μέσα στο τσαντάκι μου. Βέβαια το καπέλο είναι καταστραμμένο από τη φωτιά, αλλά ο μηχανισμός του είναι ανέγγιχτος. Φαίνεται διάολε ακόμη! Σου λέω υπάρχει ο μηχανισμός που το έκανε να σφυρίζει.» Ο Ντίμης έμεινε ως στήλη άλατος να κοιτάζει τον άνδρα να θριαμβολογεί.

Εκείνη τη στιγμή είχε μπερδευτεί και ο ίδιος. Δεν ήξερε με τα καλά του τι επιθυμούσε περισσότερο. Να ανοίξει το μικρό σακίδιο ο καπελάς, και να φανερώσει ένα καπέλο που όχι μονάχα να σφυρίζει, αλλά να παίζει ολόκληρη την ενάτη του Μπετόβεν ή να τελειώνει όλη αυτή η τρέλα με μια καινούργια απογοήτευση του Ζαχαρία; Γύρισε και κοίταξε τη Μίνα. Εκείνη, χτύπησε με απελπισία τα χέρια στα γόνατά της, σε μια ένδειξη «λύσε το πρόβλημα μόνος σου, επιτέλους εσύ είσαι ο άντρας» και κατευθύνθηκε στο βάθος του καφέ.

Ξάπλωσε στη καρέκλα του καφενείου. Δανείστηκε ένα τσιγάρο από τον μεσήλικα άνδρα, δεν κάπνιζε αλλά βλέπετε η περίσταση το καλούσε, και είπε «εμπρός κύριε Ζάχο, ας δούμε ...»

Η ώρα του θριάμβου είχε φτάσει. Ο Ζάχος αντιλαμβανόταν ότι από γυναίκα μάλλον ήταν χαμένος. Καταλάβαινε όμως, πίστευε βαθειά μέσα του, ότι μια μεγάλη προδοσία, μια τεράστια εξαπάτηση είχε εξυφανθεί σε βάρος του. Όλοι, άλλος λίγο, άλλος περισσότερο,  πρέπει να είχαν κάποιο λόγο να τον εξαπατήσουν. Στην αρχή, η λογική του έλεγε, αφού δεν βρίσκει  κίνητρο, δεν υπάρχει καμιά σε βάρος του κακοήθης ενέργεια. Στα στερνά όμως αποφάσισε να ακολουθήσει τη δική του θεωρεία. Τα προβλήματα ελέγχονται μεθοδικά ένα προς ένα και ξεχωριστά και ενδεχομένως στο τέλος να ξεπηδήσει κάποιο καλά κρυμμένο κίνητρο.

Τράβηξε με αποφασιστικότητα το παραφουσκωμένο τσαντάκι του. Το ακούμπησε πάνω στο τραπεζάκι του καφενείου με μια ιεροτελεστική κίνηση. Ήλθε πιο κοντά στο τραπέζι και το  χάιδεψε, ως να επρόκειτο για το «οστεοφυλάκιο» κάτι πολύ ιερού. Με απαλότητα και περισσή αγάπη, αλλά και αγωνία, έσυρε το φερμουάρ που συγκρατούσε, και ξεχώριζε την αλήθεια από το ψέμα.

«Ορίστε» απεφάνθη θριαμβευτικά χωρίς να κοιτάζει.

«Ορίστε τι;» άκουσε τον νεαρό καφετζή να τον ρωτάει με ένα τρόπο που έβγαζε επίθεση. Πολύ είχε ταλαιπωρηθεί μαζί του.

«Το καπέλο κύριε Ντίμη, το καπέλο, και αμέσως θα σου δείξω τον μηχανισμό» είπε βάζοντας το χέρι μέσα στο τσαντάκι. Έβγαλε χαρτιά, μπόλικα χαρτιά, καπέλο όμως όχι! Έντρομος κοίταξε το περιεχόμενο του σακιδίου. Γεμάτο χαρτιά. Πάσης φύσεως έγγραφα, χρήσιμα και άχρηστα. Από λογαριασμούς, αλλά κυρίως εφημερίδες, και σημειώσεις σε τετράδια.

Ο Ντίμης έπεσε ξέπνοος στη καρέκλα του, βάζοντας το χέρι μπροστά στο πρόσωπο, ώστε να μη φαίνονται οι εκφράσεις που σχηματίζονταν σε αυτό «τον κακομοίρη ...» .

Ο Ζάχος σηκώθηκε, πισωπάτησε, δεν ήθελε να πιστέψει αυτά έβλεπε «το καπέλο, που είναι το καπέλο; Μα με τα χέρια μου το πήρα, έξω από το καμένο μαγαζί. Αγόρασα το σακίδιο ειδικά γι αυτό. Να το έχω πάντα μαζί μου! Ήταν το γούρι μου!» Ένιωσε να τον εγκαταλείπουν οριστικά οι δυνάμεις του. Πίστεψε πια τα πάντα. Ήταν τρελός. Ένας τρελός που έπλαθε ιστορίες με τη φαντασία του. Έπεσε στην αγκαλιά του νεαρού άνδρα τρέμοντας σαν το στάχυ. Ο Ντίμης τον κράτησε για να μη σωριαστεί. Βήμα, βήμα η αποδοχή ερχόταν. Η λύτρωση θα αργούσε θα καθυστερούσε. Προσωρινά, μονάχα πόνο και αηδία ένιωθε. Πόνο, για όσα δεν μπορούσε να σηκώσει μόνος, και όμως  ήταν αναγκασμένος να το κάνει, και αηδία για το χαλασμένο του μυαλό.

                              

                                                                                           ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

   Πέρασε το πόδι του στο δρόμο. Ανάσανε και ένιωσε να φλέγεται. Κοίταξε το μαγαζί απέναντι με τα εκκλησιαστικά είδη, και για μια στιγμή φαντάστηκε ότι ήταν το δικό του μικρό μαγαζάκι. Έψαξε με τα μάτια να βρει την κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά. Σίσσυ, Κατερίνα, αλήθεια, ψέματα, ούτε που τον ένοιαζε πια. Εκείνος το είχε δεμένο. Οι δυο μαζί έζησαν ανεπανάληπτες στιγμές. Θες να τις δημιούργησε με το μυαλό του; Και έτσι να είναι, ποιος μπορεί να τις ξεριζώσει από αυτό; Ξανακοίταξε μέσα στο σακίδιο. Χαρτιά ... Φυσικά, τι περίμενε; Χαρτιά βρήκε όταν το άνοιξε για πρώτη φορά, χαρτιά θα έβρισκε πάλι. Χούφτωσε μερικά από αυτά με οργή και τα πέταξε στον αέρα. Χρύσισαν στο φως του ήλιου, που είχε πάρει να γέρνει, θυμίζοντας πολύχρωμα κομφετί.

Την ώρα που τα πρώτα έπεφταν προς τη γη, μια νέα ρίψη τα αγκάλιασε σε ένα τρελό χορό ετοιμοθάνατων πεταλούδων. Το απογευματινό αεράκι έστερξε να συνδράμει σε αυτή την απελευθερωτική πανδαισία. Ένα κομμάτι εφημερίδας, έντονα κιτρινισμένο από την πολυκαιρία, ξεχώρισε από τα άλλα και με σφοδρότητα, λες και κάποιο χέρι το καθοδηγούσε, πήγε και κόλλησε στη τζαμαρία του μαγαζιού με τα εκκλησιαστικά είδη.

Η κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά πετάχτηκε έξω στη στιγμή. «Δεν τρώγεσαι» φώναξε στον Ζαχαρία «τι στο λύκο πετάς στα τζάμια μας;» Ο Ζαχαρίας έμεινε να την κοιτά αποσβολωμένος.   Δεν είχε καταλάβει τι συνέβη.

«Για το χαρτί λέω, τι χαρτιά είναι αυτά που πετάς;» Με βήματα αβέβαια, σαν του μεθυσμένου, ο άντρας πλησίασε. Άπλωσε το χέρι του και κατέβασε την εφημερίδα από τη τζαμαρία. Το χαρτί, ως δια μαγείας επέμενε να είναι ακόμη εκεί κολλημένο, ως τη στιγμή που το πήρε στα χέρια ο καπελάς. «Λυπάμαι,» είπε ο Ζάχος, «δεν το έκανα επίτηδες». Ετοιμάστηκε να το τσαλακώσει και να το πετάξει. Έριξε μια τελευταία ματιά, στη παρ ολίγον πέτρα ενός ανεπιθύμητου «σκανδάλου». Δεν ήθελε πολύ να του φορτώσουν δόλιες ενέργειες. Στο ελάχιστο φως που απέμενε διάβασε το περιεχόμενο του χαρτιού «εφημερίδα Η ΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ

«Μην εκπλήσεσθε, στο παράξενο κόσμο που ζούμε όλα είναι δυνατά ακόμη και γάιδαρο να δούμε να πετάει. Πόσο μάλλον καπέλο! Είπα καπέλο; Και αν το καπέλο δεν είναι καπέλο; Αν έχει απλά ομοιότητες μεγάλες με καπέλο και είναι στη πραγματικότητα Πουλί;! Άγνωστο στη χώρα μας, αλλά έχει τις χαρακτηριστικές ιδιότητες μιας κίσσας. Το χρώμα(μαύρο), σφυρίζει, πετάει(όποτε θέλει) και κατά τον εφοριακό ελεγκτή κλέβει! Το συγκεκριμένο λέγεται ότι έκλεψε τον Δημόσιο Πλούτο της χώρας! Όμως πιστοποιεί και άλλος συμπολίτης μας τη γνησιότητα του ως πτηνού. Ο δάσκαλος του οικείου σχολείου που όλοι γνωρίζουμε πόσο θετικός άνθρωπος είναι.»

Ο Ζάχος πισωπάτησε και έπιασε το κεφάλι του. Ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Μα τι είναι τούτος ο διάολος;  Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι όλα τα είχε πλάσει με το μυαλό του. Το πιστοποιούσε και ο Ντιμάκος και όχι μόνο. Η Μίνα, η Σίσσυ, όλοι και όλα γύρω του. Ακόμη και το άδειο από καπέλο σακίδιό του! Ξαφνικά ιδού!  Το απόκομμα της  εφημερίδας εκείνης της γνωστής, να δείχνει ότι μάλλον  τα είχε τετρακόσια. Τα μάτια του αγρίεψαν. Τα έστρεψε ένα γύρω περισκοπικά με εντελώς άγριες διαθέσεις. Η κοπέλα έκανε πίσω ένα δυο βήματα και χωρίς να είναι πια πολύ σίγουρη για τον εαυτό της ρώτησε «τι, τι, μα τι συμβαίνει;»

Θυμός και κακία ανακατεμένα  ξεχείλιζαν από τον Ζαχαρία. Δεν άντεχε την εξαπάτηση, κανείς δεν την αντέχει, και μάλιστα όταν καταλαβαίνει ότι τον κορόιδεψαν δυο φορές. Μία όταν πίστευε ότι του την έστησαν και ακόμη μία όταν τον έπεισαν ότι είναι λάθος να σκέφτεται έτσι! Ήταν έτοιμος κρατώντας τα πειστήρια, τις αποδείξεις, να χιμήξει στο καφενείο. Ήθελε διακαώς  ν΄ αρπάξει από το λαιμό τον θρασύτατο ψεύτη Ντίμη, αλλά προτίμησε να λύσει πρώτα τις διαφορές με τη κοκκινομάλλα  «ορίστε τι συμβαίνει» είπε  δείχνοντάς της την εφημερίδα.

Σκηνικό ανεπανάληπτο! Λες και τα στοιχειά της φύσης ήθελαν να συμμετάσχουν στο ξεγύμνωμα της ψευτιάς, στην αποκάλυψη της αλήθειας, άρχισε από το πουθενά να φυσά ένας τρελός καταιγιστικός αέρας, ο οποίος σήκωνε κατά  εκατοντάδες τα πεταμένα χαρτιά και τις εφημερίδες, τα στροβίλιζε ψηλά,  και μετά με λύσσα ανείπωτη τα έστελνε να χτυπούν, το ένα μετά το άλλο, στη τζαμαρία του μαγαζιού, που κάποτε ήταν  δικό του. Το καπελάδικό του, δεχόταν ανηλεή επίθεση αποκάλυψης!

Έστρεψε να μπει στο καφενείο, αλλά δεν άντεξε. Οι συγκινήσεις της ημέρας, τα τόσα ψέματα, το Σκωτσέζικο ντους που υπέστη, η ξαφνική ανακάλυψη ότι δεν έπρεπε να εμπιστεύεται κανέναν, τον εξουθένωσαν. Ο Ζαχαρίας σωριάστηκε καταγής ... Τα τελευταία λόγια που άκουσε ήταν «λιποθυμά, ας τον πάμε στο μαγαζί να φωνάξουμε γιατρό» Η γλυκιά φωνή της Κατερίνας του. «Ωχ καρδιά μου, ακόμη με νοιάζεσαι» η τελευταία σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, και έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον.

 

Ο ενοχλητικός θόρυβος ενός χτύπου στην τζαμαρία, τον έκανε να ανοίξει τα μάτια. Τι πονοκέφαλος Θεέ μου, πάλι καλά που δεν τα κακάρωσα. «Μα τι διάολο» σκέφτηκε ο καπελάς, «ακόμη χτυπούν χαρτιά στη τζαμαρία;» Ανασηκώθηκε στη πολυθρόνα του και φώναξε «Κατερίνα!» αλλά αμέσως μετά δαγκώθηκε και επανέλαβε «Σίσσυ, κυρία Σίσσυ, κύριε Δημήτρη, είναι κανείς εδώ;»

Δεν πήρε απάντηση και παραξενεύτηκε. Μα μπορεί να τον άφησαν άρρωστο άνθρωπο και να έφυγαν; Μπα, κάπου εδώ γύρω θα είναι. Ίσως απέναντι στο καφενείο. Αλλά τι ενοχλητικό χτύπημα είναι αυτό στο τζάμι; Σιγά καλέ, έχω πονοκέφαλο!

Στηρίχτηκε στα πόδια του και κατευθύνθηκε προς τη πόρτα. Κάτι δεν του άρεσε αλλά μόλις είχε συνέλθει από λιποθυμία και άντε να καταλάβει τι ήταν αυτό. Στην πόρτα στεκόταν ένας Αστυνομικός με ένα σιρίτι που επάνω έγραφε «Αγορανομία». «Παρακαλώ;» είπε «κύριε» είπε ο Αστυνομικός, «γνωρίζετε ότι η ώρα πλησιάζει δέκα το βράδυ; Γιατί είστε ανοικτός ακόμη; Σας τρώει η πλάτη σας για πρόστιμο;» «ξέρετε» ψέλλισε ο καπελάς και ενώ του μιλούσε τα μάτια του έπεσαν στο βάθος του μαγαζιού. Καλόγεροι με καπέλα εδώ και κει και πιο πέρα ένα ράφι γεμάτο καπελιέρες ...

Κοίταξε τον Αστυνομικό σαν ηλίθιος κάμποση ώρα. «Σας μιλάω κύριε» του είπε εκείνος, «πάθατε κάτι;»

Ο άντρας, απαλά έκανε πέρα τον αστυνομικό και χωρίς να μιλάει βγήκε από τη πόρτα. Προχώρησε ένα δυο βήματα και μετά στράφηκε προς το μαγαζί. Το κοίταξε από πάνω έως κάτω. Τα μάτια του  έμειναν καρφωμένα στη πινακίδα.             «Ο Ζαχαρίας   & ΤΑ ΚΑΠΕΛΑ ΤΟΥ !...»

Τώρα είναι που κοκάλωσε ο καπελάς. Έμεινε πραγματική στήλη άλατος. Με αβέβαια βήματα και κάτω από το υπομονετικό βλέμμα του Αγορανόμου, κατευθύνθηκε προς το βάθος του καταστήματος. Μα ναι, εκεί βρισκόταν ο πάγκος του. Ήταν αυτός, ο δικός του παλιός φθαρμένος πάγκος. Πάνω του έχασκε ακόμη ανοιχτό το βιβλίο του Ιουλίου Βέρν. Ο Ζάχος γέλασε δυνατά «παραείσαι ταξιδιάρης μίστερ» μουρμούρισε και ξαφνικά άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελός. 

Όρμησε, αγκάλιασε σφιχτά τον Αστυνομικό, τόσο δυνατά ώστε αυτός κατάφερε, με τα χίλια ζόρια να απαγκιστρωθεί από τις θερμές του εκδηλώσεις. Άδραξε τότε τα χέρια του ο καπελάς, και άρχισε  να τα φιλά και να λέει «ναι κύριε Αστυνόμε μου, ναι σεβαστό όργανο της Τάξεως, ότι πείτε, με συγχωρείτε που παράβλεψα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου το ωράριο. Θα είμαι από εδώ και πέρα συνεπής. Αλλά αν θέλετε να μου κόψετε και ένα προστιματάκι, καλοδεχούμενο. Δεν θέτε;  Να είστε καλά, και εύχομαι κάθε καλό να έχετε!!»

Ο Αστυνομικός απελευθερώθηκε από το στενό μαρκάρισμα του Ζάχου και έφυγε χειρονομώντας. Το κούνημα  του δάχτυλου στον κρόταφο, υποδήλωνε με απόλυτη σαφήνεια τη γνώμη που σχημάτισε για τον καταστηματάρχη. Ο Ζαχαρίας, δεν έδωσε καμία σημασία. Ήξερε, όσα ο αστυνομικός δεν μπορούσε να γνωρίζει. Όταν αυτός απομακρύνθηκε, έσπευσε να κλείσει τις πόρτες και τα μεγάλα φώτα. Έβαλε τη πινακίδα να γράφει «κλειστόν» και όρμησε στον πάγκο. Άρπαξε, από το βάθος του τελευταίου συρταριού του γραφείου του, το καλά κρυμμένο για ειδικές περιστάσεις  κονιάκ. Σίγουρα κύριε Ζαχαρία  αυτή η περίσταση συγκαταλέγεται σε εκείνες που ο καθένας θα ονόμαζε «ειδικές» ... «Ώστε έτσι λοιπόν ...» άρχισε να συλλογίζεται  «Όλα ήταν ένα όνειρο; Όλα; Καλά, κακά, απαίσια, όλα ένα όνειρο; Τι λέω όνειρο, εφιάλτης δε λέω καλύτερα;». Πρόσεξε ότι αισθανόταν ακόμη, αν ήταν περασμένο το βράδυ, το πρόσωπό του καλοξυρισμένο  με ελάχιστα γένια όσα δικαιολογούνταν από το περασμένο της ώρας. Χαμογέλασε πλατειά. «Άκου μούσι ...» μονολόγησε, για να προσθέσει «θα αφήσω κάποτε να δω πως είμαι» και ξέσπασε σε γέλια. 

Μια ούρλιαζε και μια μιλούσε τόσο σιγανά που δεν ξεχώριζε τα ίδια του τα λόγια. Βάλθηκε να πίνει. Να γιορτάζει. Αλλά  τι γιόρταζε; Τη φτώχεια του;  Γιατί όχι; Αλλά και την ακεραιότητά του! Τελικά η αλήθεια, τόσο όμορφη στην απλότητά της, δεν περιείχε ούτε Κατερίνα, αλλά ούτε Σίσσυ, ούτε Κλαίρη αλλά ούτε Μίνα. Η αληθινή ζωή, στεκόταν μακριά από νταβαντζήδες- προαγωγούς γυναικών, αλλά και από τους άλλους, τους νταβαντζήδες που εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία, και πατούν επί πτωμάτων. Να τρανό παράδειγμα, στον εφιάλτη πάντα, ο Δημήτρης και ο πατέρας του ο Γιάννης. Βέβαια, μέσα σε όλα αυτά, ήταν αναγκασμένος να αποδεχτεί ότι, οι κολασμένα όμορφες στιγμές που έζησε, ήταν απλά μια φαντασίωση. Ένα γέννημα του Εφιάλτη. Με άλλη γυναίκα δεν πήγε, παραμένοντας πιστός στους όρκους, που έδωσε ενώπιον Θεού και Ανθρώπων.  Έχει όμως τη Μπία του. Πήρε τη φωτογραφία της στα χέρια του. Εκείνη τη γνωστή αγαπημένη φωτογραφία. Τη φίλησε και την κοίταξε. Του φαινόταν ή η γυναικούλα του εξακολουθούσε να τον κοιτάζει κάπως;

 Ξαφνικά μια ιδέα, μια υποψία ήλθε να μαυρίσει τη χαρά του. Μήπως δεν την έχει; Μήπως, ενώ όλα τα άλλα αποδεικνύονται, ένα προς  ένα, μια τεράστια απάτη, όλα όσα αφηγήθηκε εκείνο το κωλόπαιδο ο Ντίμης για τη γυναίκα του, να είχαν βάση; Έχει γούστο!

Τινάχτηκε όρθιος, αν και μισομεθυσμένος,. Όρμησε στη πόρτα του καπελάδικου. Τέτοια ώρα ο Τάσος, έπρεπε να κερνάει τους περίφημους μεζέδες του, στα κουρασμένα παλικαράκια της περιοχής. Θα έβλεπε τον φίλο του απέναντι στον καφενέ ή τον Ντίμη; Γιατί αν έβλεπε μονάχο το Ντίμη, να σερβίρει, να κογιονάρει το πελατομάνι, και να ανακατεύεται μαζί τους, όπως η μανέστρα στη σούπα, χίλιοι άγιοι δεν θα έφταναν, για να ημερέψουν τον Ζάχο, από το χορό που θα ξεκινούσε στη καρδιά  και το μυαλό του, ο σατανάς της ανησυχίας και της αμφιβολίας.

 Προσπαθούσε να δει μες στο σκοτάδι. Δεν ξέκρινε καθαρά τι συνέβαινε και ποιος σέρβιρε απέναντι. Δεν ήταν τόσο το σκοτάδι που τον εμπόδιζε όσο οι υδρατμοί που είχαν συσσωρευτεί και θόλωναν τα παράθυρα. Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε από το μαγαζί του. Έπρεπε να μάθει! Πλησίασε με βήμα τροχάδην και κόλλησε το πρόσωπο στο τζάμι του καφενείου. Πάλι καλά που δεν περνούσε κανείς. Αίφνης, διέκρινε κίνηση πίσω από το μπαρ του καφέ. Κόντεψε να σωριαστεί,  η αγωνία του, είχε βαρέσει κόκκινο.  Όταν τελικά διέκρινε, άρχισε και πάλι να χοροπηδά σαν τρελός. Ήταν ο Τάσος. Όποιος τον έβλεπε, δικαιολογημένα θα πίστευε ότι ο άνθρωπος, τα έχει χαμένα. Αυτόματα όλα έγιναν κατανοητά. Μα έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή! Ακόμη και ο νεαρός Ντίμης, ήταν μέρος του Εφιάλτη. Στην αρχή, ως άνεργος ηθοποιός, που προσλαμβάνεται από θίασο, έδωσε τα διαπιστευτήρια και τις συστάσεις του, για να εξελιχτεί στη συνέχεια σε αφηγητή του έργου, όταν αυτό πήρε τη νέα του τροπή. Με την επαναφορά στη πραγματικότητα χάθηκε και αυτός, με τον ίδιο τρόπο που σπάζει μια φούσκα από μια ακίδα. Ο Ντίμης στη πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά ...

Ευχαριστημένος, θριαμβευτής ο Ζάχος γύρισε στο μικρό του μαγαζί. Εμ, καημένε Ζάχο, η Μπία είναι στη φωτογραφία ... Πώς να σε κοιτάζει; Μήπως μέσα από τις ονειρικές σου περιπέτειες ξέχασες το βλέμμα της; Η Μπία, πάντα θα είναι η Μπία ...

 Τότε μονάχα, αφού ησύχασε τη τελευταία του ανησυχία, κατάλαβε ότι κρύωνε, αλλά δεν τον ένοιαζε καθόλου. Τα είχε λοιπόν όλα, όπως πριν. Όλα, και το μαγαζάκι του. Χωρίς μαγικά καπέλα και πλούτη. Αλλά στο διάβολο όλα. Αυτά δεν ήταν που τον έκαναν να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του; Να τι θα έκανε. Το είχε αποφασίσει πια. Θα άκουγε τη γυναίκα του και θα  πούλαγε το καπελάδικο! Να ζήσουν και αυτοί σαν άνθρωποι επιτέλους. Πήρε σημαντικές αποφάσεις σε μια στιγμή. Αποφάσεις που δεν έλεγε να πάρει χρόνια ολόκληρα, του χρειάστηκε μόνο μια στιγμή, και ένας εφιάλτης, για να τις πάρει. Μια στιγμή και ένας εφιάλτης ... Ικανοποιημένος με τον εαυτό του, άρχισε να βηματίζει αργά, ένα γύρω στο καπελάδικο, κοιτώντας με αγάπη τα πάντα αλλά με διάθεση αποχαιρετισμού. «Αχά να και το κουδούνι! Εκείνο που τάχα έσπασα ... Ακόμη εκεί στέκεις χαμένο; Ώστε γι αυτό με κορόιδευες όταν σε ποδοπατούσα;» μονολόγησε, σαν διαπίστωσε ακόμη μια φορά, το ψέμα που έζησε.

Κατέβασε σχεδόν το μισό μπουκάλι. Ένα ξεραμένο πούρο, δώρο του Τάσου από μια εκδρομή του  στην Ξάνθη, κάηκε επιτέλους εορταστικά. Όλα στην ατμόσφαιρα, θύμιζαν Τετάρτη Ιουλίου ... Οι Αμερικάνικες σημαίες έλειπαν  και τα πυροτεχνήματα . Αυτά όμως, τα είχε ήδη από ώρα αναμμένα,  μέσα του ο άνδρας.

 

Βγήκε στο δρόμο. Ο κρύος αέρας, τον έκανε να αισθάνεται ακόμη πιο ευτυχισμένος. Έριξε μια λοξή ματιά  προς το καφενείο. «Σιγά μη περιμένω από εσένα δώρα τύχης ωρέ Τάσο. Άκου καπέλο και τρίχες κατσαρές. Αμ αν δεν έλθω εγώ στο μαγαζί σου, εσύ ούτε θα νοιαστείς για το φιλαράκι σου. Να δεις αν ζω ή αν πέθανα ... Φίλος να σου πετύχει!  Πάω στοίχημα ότι όταν πουλήσω το καπελάδικο, θα με ξεχάσεις εντελώς» Έσφιξε πάνω του τα κουρελιασμένα του ρούχα, προσπαθώντας να συμμαζέψει τη ντροπή που ξεχυνόταν δώθε κείθε από αυτά, και κίνησε για το σπίτι του. Προσπαθούσε να αποφύγει  τα μάτια των περαστικών, για να μη βλέπει σε αυτά, να καθρεφτίζεται η λύπηση. Ένας ακόμη λόγος, που κάθε βράδυ αργούσε να γυρίσει σπίτι.

Έφτασε. Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Έτσι κι αλλιώς ήταν αργά. Σκέφτηκε να μη κάνει θόρυβο, για να μην ενοχλήσει την καλή του. Από την επομένη, θα είχαν όλη τη ζωή εμπρός τους, να καταστρώσουν μαζί σχέδια. Πάει και τελείωσε. Το είχε πάρει απόφαση. Η ζωή είναι μικρή, και δεν θέλει πείσματα. Μονάχα αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, ώστε να φουντώνει η αξιοπρέπεια, όταν κινδυνεύει να χαθεί η αγάπη και  να πέσει σε τέλμα  ο αρχικός έρωτας.

Χρειάζεται πάνω απ όλα κατανόηση της διαφορετικότητας του άλλου, και εντέλει αναγνώριση ότι έχει κάθε δικαίωμα αυτή τη διαφορετικότητα να τη διατηρεί ακόμη και μέσα στα δεσμά του γάμου. Όταν, ακόμη και δύο αδέρφια, από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα, αδέρφια του ίδιου γένους, έχουν τεράστιες διαφορές χαρακτήρα μεταξύ τους, και απολύτως διαφορετικές επιλογές ζωής, πώς είναι δυνατόν να επιμένει κανείς να ομογενοποιεί ο γάμος δύο όντα ανθρώπινα, διαφορετικού γένους, προερχόμενα από άλλους γονείς και μεγαλωμένα με διαφορετικούς τρόπους; Ο καθένας λοιπόν εκ των συμβίων, δικαιούται, το χώρο του, το χρόνο του, και εν πολλοίς τη διαφορετικότητα του χαρακτήρα του. «Πόσο σοφός μπορείς να γίνεις από ένα τέτοιο πάθημα!» θαύμασε ο Ζαχαρίας.

Το μοναδικό φως που ήταν αναμμένο ήταν εκείνο της κουζίνας. «Θα μου έχει αφήσει φαγητό» σκέφτηκε και χαμογέλασε πλατειά. Στο μπάνιο, έπλυνε τα χέρια του και μόνο τότε κατάλαβε ότι πεινούσε σαν λύκος. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα κέικ, άρα σωστά είχε καταλάβει, αλλά και ένα γράμμα ανοικτό παρέα με ένα  κλειστό φάκελο. Ο Ζαχαρίας έκοψε με το χέρι του,   ένα μικρό κομμάτι κέικ, και το έβαλε στο στόμα, φέρνοντας αμήχανα το γράμμα εμπρός στα κουρασμένα του μάτια. Δεν είχε καταλάβει; Δεν τολμούσε να καταλάβει; Δεν ήθελε να καταλάβει; Ότι και να συνέβαινε το γράμμα, ολιγόλογο αλλά σαφές, έγραφε:

«Ζάχο μου, ποτέ μη πιστέψεις ότι έπαψα να σε αγαπώ. Ποτέ μη πιστέψεις ότι στη ζωή μου είναι δυνατόν να αγαπήσω άλλον περισσότερο από ότι αγάπησα και πόνεσα εσένα.  Ξέρω, υπήρχαν φορές που συμπεριφερόμουν άσχημα, αλλά αυτό το έκανα από αγάπη. Ήθελα να σε ξυπνήσω. Ζαχαρία μου, δεν μπορώ άλλο τη φτώχεια μας και τη ξεροκεφαλιά σου. Γι αυτό αγάπη μου, προτιμώ να ζούμε χώρια. Μη με ψάξεις. Θα κάνεις κακό και σε μένα και στον εαυτό σου. Με Αγάπη   Μπία»

Υγ «Σε ένα φάκελο που θα βρεις υπάρχει μια αίτηση διαζυγίου. Σε παρακαλώ, υπόγραψέ τη, μη δυσκολεύεις τα πράγματα. Κάποια στιγμή που θα είσαι στο μαγαζί θα στείλω να την πάρουν  Η ίδια ...»

 

Ο Ζαχαρίας ένιωσε τη καρδιά του να σφυροκοπάει. Πετάχτηκε πάνω και άρχισε να φωνάζει το όνομα της συζύγου του. Άναψε όλα τα φώτα του σπιτιού, το ένα μετά το άλλο. Ξαναφώναξε. Απόκριση καμία. Η ντουλάπα άδεια από όλα της τα ρούχα. Από κοσμήματα, μονάχα η βέρα τους και το δαχτυλίδι αρραβώνων είχε απομείνει στη κοσμηματοθήκη. Ο άνδρας ήθελε να πιστεύει ότι με κάποιο τρόπο ζούσε άλλο ένα όνειρο, άλλο ένα εφιάλτη από τον οποίο θα ξυπνούσε. Όχι όμως. Δεν ήταν Εφιάλτης, ήταν η πραγματικότητα που μπορούσε πανεύκολα να ανταγωνιστεί και να ξεπεράσει την όποια κακή ονειρική εμπειρία. Η πραγματικότητα που κάποιες φορές δεν αφήνει περιθώρια επιλογών, αφού τα δεδομένα της δεν μπορούν να αλλάξουν.

Ο Ζαχαρίας άνοιξε αργά το φάκελο. Τι περίμενε να βρει; Μια σημείωση που να λέει «σου έκανα πλάκα να δω αντιδράσεις;» Ηλιθιότητα και να το σκεφτεί κανείς ... Μέσα υπήρχε μια αίτηση διαζυγίου. Όπως ξεκάθαρα το έλεγε η Μπία. Κοίταζε μια την αίτηση, μια το γράμμα και δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τι έγραφαν. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει. Η καρδιά του πονούσε. Ήθελε να την ξεριζώσει, αν μπορούσε, και να τη τυλίξει σε αυτά τα δυο σάβανα.

Μια ξαφνική ιδέα, τρομακτική ιδέα στη σύλληψή της, έκανε τα μάτια του να λάμψουν.

Πήρε  ένα στυλό και άρχισε να γράφει. Να γράφει και να σκίζει, πετώντας ολόγυρα κομμάτια χαρτιού γεμάτα λέξεις. Τίποτα δεν τον ικανοποιούσε. Όποιος έμπαινε αργότερα στο σπίτι, θα έβρισκε πεταμένα ολόγυρα ένα σωρό από αυτά τα χαρτιά που άλλο έγραφε Αγάπη μου, άλλο «πώς να σε αμφισβητήσω», άλλο «Καρδιά μου» και άλλο «ζωή μου και πνοή μου». Θα ήταν άσκοπή η ανασύνθεση του παζλ, αφού το νόημα όλων αυτών περιγραφόταν με λίγες λέξεις «θα σ Αγαπώ για πάντα». Το τελευταίο αυτό κομμάτι επέλεξε ο Ζαχαρίας να καρφιτσώσει επάνω στο στέλεχος του διαζυγίου.

Μόλις ολοκλήρωσε ο άνδρας αυτή την επώδυνη διαδικασία, τοποθέτησε προσεκτικά τον φάκελο, λες και φοβήθηκε μη σπάσει, επάνω στο τραπέζι και σηκώθηκε.

«Τώρα κύριε Ζαχαρία, μπορούμε να υπογράψουμε» είπε ... Προχώρησε με αβέβαια βήματα προς τη κρεβατοκάμαρα, που κάποτε φώλιαζαν με τη Μπία του, και ζούσαν αλησμόνητες στιγμές έρωτα. Χάιδεψε με το βλέμμα  το κρεβάτι, πάνω στο οποίο, όταν ο έρωτας υποχώρησε και άφησε τη θέση του στη κατήφεια, ξάπλωνε τολμώντας να ελπίζει, ότι θα ξημέρωνε μια εντελώς διαφορετική, καλύτερη μέρα.

Χαμογέλασε λυπημένα. Βούρκωσαν τα μάτια του, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να ξεσπάσει έτσι τόσο απλά, η πίκρα του. Να ξεπλυθεί μέσα σε ένα ποταμό, δακρύων. Πλησίασε τη ντουλάπα και από το πάνω ράφι έβγαλε ένα μεταλλικό κουτί. Από τα σωθικά του κουτιού,  ξεπήδησε το παλιό τριανταοχτάρι! Κάποτε πίστευε ότι το μαραφέτι αυτό ίσως έσωζε τη ζωή του ίδιου και της οικογενείας του, μα δεν του χρειάστηκε ποτέ.

«Μάλιστα, ποιος να το έλεγε» μονολόγησε, κοιτάζοντας με παράπονο το όπλο. Σε δυο λεπτά ήταν έτοιμο στα χέρια του. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, διπλώθηκε στα δύο,  μέχρι που το κεφάλι  άγγιξε τα γόνατά του. Όσο απότομα είχε πάρει την απόφαση, να πουλήσει το μαγαζί και να αρχίσει μια νέα ζωή, τόσο ακαριαία έπρεπε να αποφασίσει να τη τελειώσει .

Με βίαια κίνηση άρπαξε  το μαξιλάρι, και το στρίμωξε στο στήθος του. Κόλλησε τη κάνη του όπλου πάνω του, στο σημείο της καρδιάς, και πάτησε τη σκανδάλη. Η υπογραφή στο διαζύγιο είχε μπει. Μια και καλή, μια για πάντα.                                                             

                                                                                                                 

                                                                                                            ΤΕΛΟΣ

 

 

 

                                                                                  ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Κηδεία Χριστιανική δεν επετράπη στον Ζαχαρία. Έγινε σε χώρο έξω από κάποιο Νεκροταφείο της Αθήνας . Παρέστη η πρώην σύζυγος η Μπία, ζώντας στο κόσμο της, όπου διαρκώς αναρωτιόταν «ποιον κηδεύουμε καλέ;» και  λίγο αργότερα προσέθετε «και εμένα να θάψετε εδώ ... Είναι πιο όμορφα, και έχει λιγότερο κόσμο». Επίσης παραβρέθηκαν   τα παιδιά του. Κανείς, μα κανείς άλλος!

Μονάχα, λίγες μέρες αργότερα, ένας φίλος, είπαν ότι ήταν  από τον Κολωνό, φίλος από τα παιδικά του χρόνια, επισκέφθηκε το τάφο του, και αντί για λουλούδια άφησε πάνω σε αυτόν, ένα μαύρο ημίψηλο καπέλο.  Κάποιοι περαστικοί ορκίζονται ότι αραιά και που, από τη πλευρά του τάφου, ακούν παραπονεμένα σφυρίγματα. Φρου, φρουιτ, φρυιιτ ...

       


 

 

                                                                                                         


                                                                                            1.jpg                             




                                                                                                                      


Καύκων (Θ. Χ. Π)











































































































































 


ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ- "ΓΙΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ" ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

                                                                                 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

                                                          ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

    Πέρασε καιρός από αυτά τα γεγονότα και κάποιο μεσημέρι όλη η οικογένεια αποφασίσαμε να φάμε στην εξοχή. Το υπέροχο τραπεζομάντηλο απλώθηκε στο καταπράσινο χορτάρι και να τα κρέατα, να τα κρασιά, να τα τυριά και  τα ψωμιά, να τα γλυκά και ότι άλλο φανταστείτε. Ο σκύλος images[11].jpg

έτρεχε χαρούμενος ολόγυρα κυνηγώντας ότι κινείτο, έτσι για παιχνίδι, και σε μια άκρη, στο κλουβί του,imagesCA157P39.jpg

 το καναρίνι του Θείου μου από την Ισπανία, τραγουδούσε δίνοντας τον καλύτερό του εαυτό.

    Κάτι που δεν τα ενοχλούσαμε, είπαμε ο Κωνσταντίνος δεν πιάνεται, κάτι που ολόγυρα είχαν μαζευτεί κομματάκια φαγητού από το γλέντι, κάτι τα υπέροχα Ισπανικά τραγούδια του καναρινιού μας, έκαναν τα υπόλοιπα πουλιά όλο και να πλησιάζουν. Στην αρχή διστακτικά μετά όμως πιο θαρραλέα. Αφού έφαγαν και χόρτασαν άρχισαν και εκείνα, τα καλλίφωνα φυσικά, το τραγούδι. Το λάλαγε η καρδερίνα, πρίμα σιγόντο ο φλώροςimagesCA6X9SFF.jpg 

δίπλα της που πολύ ήθελε να ζευγαρώσουν. Από κοντά και ένα δύο καναρίνια που προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι δεν ήταν χειρότεροι τραγουδιστές από τον Ισπανό υψίφωνο. Ακουγόταν κάπου- κάπου και το τραγούδι της μικρής καρδερίνας, μόνο που σαν το άκουγες προσεκτικά ήταν γεμάτο πόνο και θλίψη.

   Όμως, ο πατέρας μου, έμπειρος άνθρωπος, που ξεχώρισε αυτό το γεμάτο θλίψη κελάιδισμα μέσα από όλα τα πουλιά, πλησίασε και με μια γρήγορη κίνηση αιχμαλώτισε το πληγωμένο στη καρδούλα του πουλάκι. «Κοίτα» μου λέει θριαμβευτικά και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε βάζει το δυστυχισμένο πουλί μέσα στο κλουβί δίπλα στον Ισπανό Κατακτητή ... Αιφνιδιάστηκαν στην αρχή οι γονείς της και απομακρύνθηκαν φοβισμένοι. Τα ίδια και οι Μελισσουργοί,  imagesCA0PW5CX.jpg

οι Φλώροι και κάποιοι Τσαλαπετεινοί που είχαν πάρει θάρρος και είχαν αρχίσει να μαζεύονται γύρω από το πλούσιο και γενναιόδωρο τραπέζι.

  Μόνο οι παπαγάλοι δεν απομακρύνθηκαν παρά γούρλωσαν τα μάτια παρατηρώντας τις εξελίξεις. Η Μάϊνα images.jpg

 έσπευσε κοντά στους γονείς της καρδερίνας να μάθει τι έλεγαν να έλθει να μου τα προφτάσει. Είχαν πέσει πάνω της η κουκουβάγια, και η πάπια αλλά και άλλα πουλιά όπως ο μπούφος και ο γκιώνης και τους έλεγαν. «Μη στενοχωριέστε, τύχη Χρυσή βρε, θα είναι ζεστά τον Χειμώνα χωρίς να χρειάζεται να ταξιδεύει τόσο μακριά όσο εσείς. Θα έχει συνεχώς το φαγάκι της και το νεράκι της όλα καθαρά και μπόλικα, θα έχει δίπλα της ένα όμορφο πουλί όπως το Καναρίνι, άξιος γαμπρός σίγουρα και θα είναι αν και κοντά μακριά από τον σπουργίτη. Ακόμη και ο Κωνσταντίνος, αυτό το παλιόπαιδο, δεν θα μπορεί να την ενοχλήσει όπως δεν ενοχλεί το άλλο πουλί.»

   Αναθάρρησαν οι γονείς και ευχαριστήθηκαν για τη τύχη της κόρης τους. Έλα όμως που κάπως έτσι σκεφτόταν και το σπουργιτάκι μας, αλλά με την αρνητική εκδοχή του πράγματος. Δεν του έφτανε η Δικαστική απαγόρευση, φυλακίστηκε κι όλας η αγαπημένη του και μάλιστα δίπλα σε έναν αξιολάτρευτο, μα την αλήθεια, ανταγωνιστή. Έτοιμο να σκάσει ήταν το σπουργιτάκι.

    Το Καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά ήταν αρχές Αυγούστου και η καρδερίνα μας θέλοντας και μη τελικά έδειχνε να έχει συνηθίσει τη νέα της ζωή μέσα στο κλουβί. Ήμουν βλέπετε και εγώ που με τη βοήθεια πότε του παπαγάλου και πότε της Μάϊνας, της μεταφέραμε μυστικά μηνύματα από το σπουργιτάκι της. Της τα ψιθυρίζαμε όταν ο Ισπανός τραγουδιστής, το καναρίνι του θείου ντε, τραγούδαγε και δεν έπαιρνε χαμπάρι. Τις υπόλοιπες όμως ώρες ο κος Καναρίνης ως Ισπανός Κατακτητής, της έκανε άγριο κόρτε της νεαρής καρδερίνας. Ήταν όντως πανέμορφη και αξιαγάπητη. Όταν μάλιστα τραγουδούσε, για τον σπούργο της, εκείνο το γνωστό  θλιμμένο σκοπό, γινόταν  απολαυστική.  Οι γονείς μου, έβγαζαν τα απογεύματα το κλουβί στο παράθυρο, για να δροσίζονται τα πουλιά,imagesCAUR2XHS.jpg

 και τότε ήταν που δέχονταν αυτά όλες τις επισκέψεις. Καλές, κακές και χειρότερες. Καλές επισκέψεις ήταν ας πούμε οι γονείς της καρδερίνας που συνεχώς τη ρώταγαν αν περνάει καλά και αν θα παντρευτεί επιτέλους τον κο Καναρίνη. Κακή όμως, για τους άλλους φυσικά, ήταν η επίσκεψη του σπουργιτιού, που συνεχώς την ρώταγε με τη σειρά του πώς περνάει , αν τον ξέχασε, και ω τι σύμπτωση ενδιαφερόταν να μάθει μήπως σκοπεύει να παντρευτεί τον κο Καναρίνη ... Απολύτως κακή επίσκεψη ήταν εκείνη μιας  γάτας που ήθελε απ ότι φαίνεται να δώσει λύση μια για πάντα στα προβλήματα της καρδερίνας, αποθηκεύοντας τη, μαζί με τον κο Καναρίνη, για πάντα στο στομάχι της! Έλα όμως που την έπαιρνε χαμπάρι ο σκύλος ... Φυσικά παιδιά, τον Τζακ δεν τον είχαμε μόνο για παιχνίδι,  την έδιωχνε δείχνοντας τα δυνατά και μυτερά του δόντια.

                                                                       ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

                                                    ΑΠΟΔΗΜΗΣΕΙΣ

   Όμως κάποτε ήλθε το Φθινόπωρο και δεν θα αργούσε να μπει και ο Χειμώνας. Σιγά - σιγά τα αποδημητικά πουλιά άρχισαν να αποχαιρετούν τον τόπο μας. Πρώτα κούνησαν φτερά αποχαιρετισμού τα χελιδόνια. Ακολούθησαν οι Ερωδιοί και ετοιμαζόντουσαν και οι καρδερίνες ενώ όλα τα άλλα πουλιά είχαν ήδη φύγει μαζί με τα μεγαλύτερα. Πίσω, τελευταίες έμειναν από τις καρδερίνες  οι γονείς της φυλακισμένης και ερωτευμένης μικρούλας . Ήθελαν να την δουν ακόμη μια φορά. Κόλλησαν τα ματάκια τους στο τζάμι του σπιτιού μας αλλά δεν μπόρεσαν να της στείλουν μήνυμα χωρισμού. Άκουσαν όμως μια φωνή δίπλα τους να τους λέει «φύγετε εσείς, θα βρω εγώ τρόπο να της πω ότι την σκεφτόσαστε όταν φεύγατε, θα τη προσέχω όσο μπορώ» γύρισαν και είδαν το μικρό σπουργιτάκι να τους μιλάει και τότε το αγκάλιασαν με δάκρυα. Μονάχα ετούτος ο μικρούλης αυτή τη δύσκολη στιγμή ήλθε κοντά τους. Μονάχα ετούτο το αλάνι του βασιλείου των πτηνών, καταλάβαινε τι αισθάνονταν.

    Οι γονείς της καρδερίνας έφυγαν με τη καρδιά πιο ελαφριά. Θα υπήρχε έστω κάποιος να ενδιαφέρεται για τη κορούλα τους. Να μαθαίνει νέα της. Να τους πει βρε αδερφέ τα πάντα γι αυτή, από πρώτο χέρι, όταν ο καλός Θεός δώσει και ξαναγυρίσουν πίσω, πέρα μακριά την επόμενη  Άνοιξη.

   Ο Χειμώνας ήλθε βαρύς. Πολλά χιόνια και μεγάλα κρύα. Τα ζώα τους δάσους δύσκολα εύρισκαν φαγάκι να φάνε και τα πουλάκια ακόμη δυσκολότερα. Η καρδερίνα και ο κος Καναρίνης καλά προφυλαγμένα από τα άγρια καιρικά φαινόμενα δεν ανησυχούσαν για κρύο, φαί και νερό. Όμως η καρδερίνα ανησυχούσε για τον καλό της. Το μικρό σπουργιτάκι. Έτσι σιγά- σιγά, όσο σκεφτόταν ότι ο αγαπημένος της δεν θα είχε φαγάκι να φάει, ούτε εκείνη έβαζε σπυρί στο στόμα της. Τι ωραία πράγματα πρόσφερε στα πουλάκια αυτά ο πατέρας μου αλλά και το πειραχτήρι ο αδερφός μου δεν λέγεται. Ακόμη και ολόκληρα κομμάτια τυρί που είχαμε δει ότι τους αρέσει. Να τα πράσινα φύλλα, να οι ξηροί καρποί και οι ειδικοί για πουλιά σπόροι. Ο κος Καναρίνης έτρωγε του καλού καιρού. Είχε γίνει τετράπαχος σαν μικρή χήνα. Η Καρδερίνα πάλι όλο και αδυνάτιζε. «Όπως πάει» είπε κάποτε ο πατέρας «θα τα τινάξει τα ...φτερά» και κούνησε το κεφάλι με νόημα.

     Ήταν παραμονή  πρωτοχρονιάς. Σαν παιδιά με αγωνία περιμέναμε τον Άγιο Βασίλη. Ξάφνου, ακούω στο τζάμι του παραθύρου του σαλονιού ένα μικρό αλλά συνεχόμενο χτύπο «τοκ,τοκ,τοκ», «πες μου ότι είναι ο Άγιος Βασίλης» είπα στη μαμά μου και γέλασα. «Που να ξέρω;» είπε εκείνη με σκέρτσο το μπαμπά σου ρώτα «μπαμπά ποιος είναι; Ο Άγιος Βασίλης;» ενώ το «τοκ τοκ» συνεχιζόταν. «Θα έλθει Κυριακούλα ο Άγιος, αλλά είναι νωρίς» «δεν κοιτάς να δεις;»

 Πλησίασα διστακτικά και κοίταξα. Έμεινα άναυδη! Ήταν  το σπουργιτάκι! Λιγοθυμισμένο, ίσα που ζούσε το καημένο, χτυπούσε με τη μυτούλα του το παράθυρό μας. Για βοήθεια; Για να δει την αγαπημένη του για τελευταία φορά; Ποιος ξέρει; Άνοιξα γρήγορα και το μάζεψα μέσα στις παλάμες μου,imagesCA2UAT2E.jpg

    Όμως βράδιασε παιδιά μου και πρέπει κάτι να τσιμπήσουμε όλοι μας.

«Αχ, όχι στο καλύτερο» φωνάξαμε όλοι μαζί. Η γιαγιά Κυριακή ήταν όμως ανένδοτη. «Και που γνωρίζετε μωρέ χαϊβάνια ποιο είναι το καλύτερο σημείο της ιστορίας; Λοιπόν εγώ σας λέω ότι το καλύτερο σημείο μιας ιστορίας είναι όταν όλοι μαζεμένοι τρώνε και απολαμβάνουν τη στιγμή περιμένοντας με ανυπομονησία τη συνέχεια» είπε η γιαγιά και κατευθύνθηκε γελώντας στη κουζίνα της.  Έβγαλε η γιαγιά Κυριακή από το ψυγείο, πάει πέρασε προ πολλού η εποχή που το κρέας φυλαγόταν στο φανάρι, έβγαλε λοιπόν κρέας χοιρινό παστό, κάνα τεσσάρι οματιές και αυγά φρέσκα και τα έριξε όλα στο τηγάνι.

       Έπειτα πήρε ένα τρίποδο και το έβαλε στη φωτιά στο τζάκι και ακούμπησε επάνω το τηγάνι, λίγο λάδι και άρχισαν τα εδέσματα να τσιτσιρίζουν και να γεμίζουν μυρωδιές το φιλόξενο σπιτικό. Το γιασεμί βρίσκοντας μια χαραμάδα στο παραθύρι, έχωσε το κεφάλι του να δει ποιος τολμά, ακόμη και το βράδυ, να υπερνικά σε μυρουδιές την Άνοιξη!  Στη χόβολη η γιαγιά παράχωσε καμιά δεκαριά πατάτες, αφού τις τύλιξε πρώτα με αλουμινόχαρτο «αφήστε τες να γίνονται» μονολόγησε. Σαν αποφάγαμε κουβεντιάζοντας χαζά και ήπιαμε και μια ρακί, βοηθήσαμε στο πλύσιμο των πιάτων και ύστερα, ε ύστερα «γιαγιά μήπως κουράστηκες;» τολμήσαμε να ρωτήσουμε. Ένα τεράστιο χαμόγελο  φώτισε το πρόσωπο της γιαγιάς Κυριακής της καλής και πρόθυμης κυρίας. «Μοιάζω να είμαι κουρασμένη;». Ρώτησε εμάς; Τον εαυτό της; Ένας Θεός ξέρει σε ποιον απευθυνόταν στη πραγματικότητα η ερώτηση. Πάντως συνέχισε την ιστορία από εκεί που την είχε αφήσει.

       Όταν λοιπόν μάζεψα από το παράθυρο το σπουργιτάκι, ήταν πραγματικά στα όριά του. Λίγο ακόμη και θα άφηνε τη τελευταία του πνοή στο περβάζι μας. Το πήρα, κρυφά στην αρχή από τους γονείς μου, κοντά στο τζάκι να ζεσταθεί. Δικαιολογήθηκα λέγοντας ότι οι ριπές  του ανέμου ήταν που χτυπούσαν το παραθύρι, και μας φαίνονταν σαν χτύποι. Δεν γνωρίζω αν τους ξεγέλασα αλλά αφού δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν ίσως να με άφησαν να πιστεύω ότι ήθελα. Πάντως το έχωσα μέσα στις τσέπες του φορέματός μου, και γύρω του έβαλα ζεστές μάλλινες κάλτσες. Πήρα και ψωμάκι και έτριψα γύρω του. Αλλά αυτό που έδωσε δύναμη ζωής στο κακόμοιρο πουλί ήταν τι νομίζετε; Ναι, όπως το καταλάβατε! Πώς; Δεν καταλάβατε;    Έβγαλα κρυφά από το κλουβί της την καρδερίνα του και την έφερα σιμά του! Να δείτε παιδιά πως λαχτάρισε η καρδούλα του. Την ένιωσα ίσαμε τη δική μου καρδιά να χτυπά δυνατά από αγάπη και πόνο. Αλλά και εκείνη, την ένιωσα να εξαφανίζεται μέσα στη μικρή μου παλάμη από την αγωνία όταν τον είδε τόσο άρρωστο, παγωμένο και πεινασμένο να την κοιτά με αγωνία.

     Όμως ευτυχώς όλα πήγαν καλά, καλύτερα από καλά μπορώ να πω. Η καρδερίνα επέστρεψε στο κλουβί χωρίς κανείς να πάρει τίποτα χαμπάρι, το σπουργιτάκι επανήλθε στην υγεία του και ο πατέρας μάλιστα μου επέτρεψε να τον κρατήσω, αν δεν κάνει ζημιές, υπό την επίβλεψή μου μέχρι να ζεστάνει ο καιρός. Όλο το Χειμώνα τα δύο πουλιά συζητούσαν, τα έλεγαν και έτριβαν κρυφά τις μύτες τους. Πότε ήταν το σπουργιτάκι έξω και η καρδερίνα μέσα στο κλουβί και πότε όταν έλειπε ο πατέρας και η μητέρα έβγαζα και εκείνη έξω και βόλταραν παρέα. Ο κος Καναρίνης διαμαρτυρόταν. Οι ενστάσεις του ήταν καθημερινές. Από τις πολλές φωνές δεν μπορούσε πια να τραγουδήσει τις γνωστές του όπερες, και έτσι το γύρισε στα βαριά λαϊκά!          Κούναγε τα φτερά και όλο ζήταγε από τον παπαγάλο, όταν ήταν μαζί μας, να μεταφέρει τις επίσημες διαμαρτυρίες του για τη συμπεριφορά της καρδερίνας στα αφεντικά. Όμως ο παπαγάλος πέρα βρέχει. Πώς να το κάνουμε, από την αρχή ήταν με το πλευρό του νεαρού ζευγαριού.

images[7].jpg

    Όταν καλυτέρεψε ο καιρός, κοντά στην άνοιξη  το σπουργιτάκι μου ζήτησε να βγει επιτέλους έξω από το σπίτι. Να πω την αλήθεια μου φάνηκε περίεργο αυτό. Μπορεί έτσι να έπρεπε αλλά ο σπούργος εκεί στο σπίτι μου είχε ακριβώς αυτό που ήθελε. Την Αγάπη του. Έξω τι να κάνει; Αλλά έτσι είναι, δεν υπάρχει παιδιά μου μεγαλύτερη αγάπη από την ελευθερία. Ήλθε κάποτε και η Άνοιξη και τα πρώτα αποδημητικά άρχισαν να έρχονται από τους μακρινούς τόπους. Ο αδερφός μου ο Κωνσταντίνος τι είπαμε ότι έκανε; Άρχισε να προπονείται στις ριξιές με σφεντόνα. Του φεύγει μια πέτρα και βρίσκει το κλουβί με τα δύο πουλιά. Ανοίγει αυτό και ναι μεν ο κος Καναρίνης έμεινε ατάραχος να πετά γύρω στο δωμάτιο, πιστός στις παραδόσεις της εκούσιας αιχμαλωσίας και του βολέματος , η καρδερίνα όμως; Αυτή με μιας τσαφ πέταξε  μακριά στην εξοχή και την ελευθερίαimagesCAUWUHQ8.jpg   και βρήκε τους άλλους της φίλους.

   Έψαξε να βρει τους γονείς της αλλά δεν είχαν γυρίσει. Ο ένας όπως έμαθε από έναν Ερωδιό είχε σκοτωθεί κατά το ταξίδι, ο καημένος ο μπαμπάς και η μαμά είχε συλληφθεί όπως και εκείνη και τώρα τραγουδά σε ένα ωραίο κλουβί με όλες τις παροχές και κάτι Φλώρους για γαμπρούς άλλο πράγμα ... Κίνησε στενοχωρημένη η καρδερίνα να βρει τον σπούργο την αγάπη της αλλά τι συμβαίνει εδώ; Ποιος είναι αυτός που τρέχει πίσω από δύο μικρά σπουργιτάκια; Ποια είναι εκείνη η σπούργα που μοιάζει με πουλί φάλαινα εμπρός στην καλλίγραμμη δική της αγάπη και δίνει τόσες διαταγές; Παντρεύτηκε το σπουργιτάκι της; Η Αγάπη της;;;

   Η γνώση και το τελείωμα του Καλοκαιριού βρήκαν και την Καρδερίνα μας παντρεμένη με ένα Καρδερίνο.  Μαζί τον Σεπτέμβρη θα πέταγαν για άλλα μέρη, που είχαν πάλι ήλιο και ζέστη. Μακριά από χιόνια και Σπούργους. Ο Σπούργος, μπαμπάς και οικογενειάρχης πια, ακόμη περιμένει να την δει να απελευθερώνεται από το κλουβί της. Κάποιοι του είπαν ότι την είδαν στο δάσος. Άλλοι ότι παντρεύτηκε. Κανέναν δεν πίστεψε. Γιατί αυτός έχει Γνώση ...Ξέρει ότι από την αιχμαλωσία δύσκολα ξεφεύγει κάποιος. Άλλωστε, γιατί αναγκάστηκε να δεχθεί να παντρευτεί; Γιατί ήξερε, ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να έχει τη καλή του!

    Παιδιά μου, ακούστε με και να το θυμάστε. Ο Έρωτας είναι πάνω από τη γνώση. Ο Έρωτας είναι τρέλα και ουδείς γνωστικός έχει κατακτήσει την Ελευθερία του, ούτε έχει  μπορέσει να Ερωτευτεί ποτέ  !

    «Εσύ γιαγιά, έχεις ερωτευτεί ποτέ;» ρώτησε κάποιος. Μια βοή σηκώθηκε αμέσως αλλά η γιαγιά απάντησε «αυτό παιδιά μου είναι μια άλλη ιστορία» «τώρα πάρτε στρωσίδια και βρείτε να κοιμηθείτε, είναι αργά, πολύ αργά».

    Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, ξυπνήσαμε όλοι καλοδιάθετοι, δεν θα έλεγα πολύ νωρίς. Προσωπικά περίμενα να μυρίσω κάτι από εκείνα που η γιαγιά καθημερινά φουρνίζει. Τίποτα. Δεν πειράζει σκέφτηκα, κουράστηκε η δόλια. Σηκώθηκα στις μύτες των παπουτσιών και βγήκα. Βρήκα τους υπόλοιπους «η γιαγιά;» ρώτησα «δεν την είδαμε ακόμη» απάντησαν οι άλλοι. Δέκα η ώρα ... «Κοιτάξατε στο δωμάτιό της;» ξαναρώτησα «μα πρέπει;» «ξέρω γω;» τελικά πήρα τη πρωτοβουλία να κοιτάξω και έμεινα σύξυλος. Με μια γαλήνια έκφραση στο πρόσωπο, η γιαγιά Κυριακή, μας είχε αποχαιρετήσει με το τελευταίο της παραμύθι, αναζητώντας πια σε άλλους κόσμους νέους μύθους περισσότερο συναρπαστικούς.

   Καλό κατευόδιο γιαγιά, και παραμύθιασε τον πάνω κόσμο, μήπως μας δει εμάς τους από κάτω, με καλύτερο μάτι!

Αφιερωμένο σε όλες τις γιαγιάδες ...nonnaRacc.jpg

                           

                                                                                         ΤΕΛΟΣ



ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ- "ΓΙΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ" ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

                Η Γιαγιά Κυριακή διηγείται στα παιδιά ότι κάποια στιγμή κατάλαβε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει στο δάσος και ειδικά στον κόσμο των πουλιών.                     

                                                                                ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

                                                                      ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Μια μέρα λοιπόν είδα στο δάσος, κάτω και γύρω από το κορμό του πιο ψηλού και του πιο γέρικου δέντρου πολλά πουλιά μαζεμένα. Πουλιά όλων των ειδών. Άλλα είδη είχαν στείλει έναν αντιπρόσωπο ενώ κάποια άλλα, πιο κουτσομπόλικα σαν τον παπαγάλο ή τη Μάϊνα είχαν στείλει από δύο ή και περισσότερους. Στο ψηλότερο σημείο του δέντρου βρισκόταν ποιος άλλος; Η Κουκουβάγια! Φυσικά σκέφθηκα, η σοφή κουκουβάγια, ο φυσικός δικαστής των ζώων και ιδιαίτερα των πτηνών.

    Ενώ παρακολουθούσα από κοντά τις εξελίξεις που φυσικά δεν τις καταλάβαινα άκουσα το πατέρα μου να με καλεί «Κυριακούλα, που είσαι καλή μου;» ο πατέρας μου ήταν καλός και ευγενικός άνθρωπος των γραμμάτων που του άρεσε η αγροτική ζωή. «Που είσαι γλυκιά μου;» συνέχισε την αναζήτηση «έλα και σου έχω ένα δώρο που θα σου αρέσει». «Δώρο;» σκέφτηκα, η λέξη μόνο με   έκανε να αναριγήσω από λαχτάρα. «Τι να ήταν το δώρο αυτό που έκανε τον πατέρα μου τόσο επίμονα να με καλεί;».

     Με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου και ο πρώτος άνθρωπος που με αγκάλιασε σαν με είδε ήταν ο αδερφός της μητέρας μου ο θείος Παναγιώτης. Α, ο θείος Παναγιώτης! Πόσα έχω ακούσει γι αυτόν και τα ταξίδια του. Βενεζουέλες, Ισημερινούς, Γαλλίες, Αγγλίες, Πουέρτο Ρίκο, Κίνα! Μόλις απελευθερώθηκα από το σφίξιμο του θείου κατόρθωσα να διακρίνω δίπλα από τα πόδια του μια τεράστια ανοιγμένη βαλίτσα με κάθε λογής ρούχα και υφάσματα. Όρμησα και τα πέταγα σαν τρελή δώθε κείθε. Γέλαγε ο θείος όσο με έβλεπε και μάλωνε το μπαμπά και τη μαμά που συνιστούσαν αυτοσυγκράτηση. Μα τι έλεγαν τώρα.. Έλα να φας ένα γλυκό, μη θα σε πονέσει η κοιλιά! Άλλα λόγια ν αγαπιόμαστε ...Έτσι το έκαναν οι γονείς μου μη τυχόν και μας κακοχαρακτηρίσει ο μπάρμπας! Εγώ τίποτα, εκεί ...

Τον αγκάλιασα εκ νέου και του έσκασα ένα ρουφηχτό φιλί στο μάγουλο ενώ εκείνος γελούσε με το τρανταχτό του γέλιο που είναι αλήθεια με τρόμαξε λίγο αλλά δεν είπα τίποτα.

      Αλλά ο θείος μου δεν είχε φέρει μόνο αυτά τα δώρα. Από την Ισπανία είχε φέρει μέσα σε ένα εξαιρετικής κατασκευής και ανέσεων κλουβί ένα πανέμορφο καναρίνι. Ένα καναρίνι που όταν συνήλθε λίγο από το ταξίδι και τη ταλαιπωρία άρχισε να τραγουδάει τόσο όμορφα που λίγο έλειψε να αρχίσω να χειροκροτώ λες και εκείνο θα καταλάβαινε. Περάσαμε μια πανέμορφη βραδιά όλη η οικογένεια. Οι διηγήσεις του θείου τελειωμό δεν είχαν και οι ερωτήσεις μας, κυρίως οι δικές μας, των παιδιών, δεν έλεγαν να σταματήσουν.

      Την επόμενη μέρα όμως, όταν ο ήλιος μας καλημέρισε όλα αυτά ξεχάστηκαν. Λες και ο άρχοντας του ουρανού με τις φλογερές ακτίνες ήταν βαλτός να αναζωπυρώσει τη περιέργειά μου για τη συγκέντρωση των πουλιών στο δάσος και τι σκοπό είχε αυτή. Αλλά ποιον έπρεπε να ρωτήσω; Τη γλώσσα των πουλιών, όσο και να ήμουν φίλη τους, δεν τη γνώριζα. Όσο και να σφύριζα εξαιρετικά ήταν απλά σφύριγμα και όχι μια γλώσσα πτηνού ... Τότε βοήθησε ο από μηχανής Θεός. Καθώς περπατούσα στο λιβάδι και σκεπτόμουν ακούω πίσω μου    «Κυριακούλα, που είσαι καλή μου;» «Κυριακούλα, που είσαι καλή μου;» «Κυριακούλα, που είσαι καλή μου;» είναι αλήθεια ότι ξαφνιάστηκα. Αυτή δεν είναι η φωνή του πατέρα μου. Τότε ποιος; Γυρίζω και βλέπω ένα τεράστιο πολύχρωμο Παπαγάλο!

imagesCAI1UTKP.jpg


Ώστε εσύ είσαι; Γέλασα ...Αρχικά, τον πείραξα. Τον ενέπαιξα που επαναλαμβάνει όσα ακούει. Αλλά μετά σκέφτηκα, κουτσά στραβά με το παπαγάλο θα προσπαθήσω να μάθω τι συνέβη στο δάσος και ποιο ήταν το σοβαρό θέμα. . Ο Παπαγάλος αποδείχθηκε πρώτης τάξεως συνεργάτης Αυτό που έμαθα με έκανε να πέσω ανάσκελα από την έκπληξη. Έρωτας το θέμα παιδιά μου, ναι όπως με βλέπετε και σας βλέπω. Έρωτας και μάλιστα απαγορευμένος ...

                                                                                     ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4           

                                                                                  ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ

   Τι είχε συμβεί, ένας μικρός σπουργιτάκος imagesCA6QPG0F.jpg

 είχε ερωτευθεί μια καρδερινούλα, η οποία τον είχε ερωτευθεί και εκείνη. Έπεσαν επάνω στη μικρή καρδερίνα    imagesCAAHS1DJ.jpg            γονείς, «που πας καλή μου με αυτόν τον αλήτη» «όσες φωλιές χελιδονιών δεν χαλά αυτό το παλιόπαιδο τις χαλάνε οι σπούργοι δεν το γνωρίζεις;» εκείνη να λέει «αυτός καλοί μου γονείς δεν είναι έτσι» και εκείνοι να απαντούν «μια φορά σπούργος πάντα σπούργος, τεμπέλης και χωρίς σπίτι, πορτογύρας μια ζωή φιλοξενούμενος».

    Έπεσαν πάνω της και διάφοροι άλλοι γνωστοί και συγγενείς όπως τα καναρίνια «μα που πας καλή μου, δεν λυπάσαι την ομορφιά σου, τη γάργαρη φωνή σου, σοπράνο σου πρέπει εσένα να γενείς με αηδόνι να σμίξεις και επειδή δεν μπορείς  με καναρίνι, άκου με σπούργο!» Τίποτα εκείνη. Κλάματα και στενοχώρια τόση που δεν ήθελε τίποτα να φάει, μήτε να πιει.

    Όταν κατέβαινε στη γη να ξεφύγει από την οικογένεια, σκουλήκια, μύγες, κουνούπια της έκαναν παρέα και την συλλυπούνταν αφού είχαν καταλάβει ότι δεν κινδυνεύουν από αυτή. Η καημένη η καρδερίνα δεν έβαζε τίποτα στο στόμα, είχε ρέψει από τη πείνα. Από την άλλη οι γονείς του μικρού σπουργιτιού στην αρχή το είχαν πάρει περί πολλού ότι ο γιοκαρίνος τους θα παντρευόταν την ομορφότερη της περιοχής. Όταν όμως είδαν ότι οι δικοί της τους συμπεριφέρονταν σαν τους τελευταίους και άκουσαν τα λόγια που έλεγαν γι αυτούς και ειδικά για το παιδί τους θύμωσαν και του είπαν «άστη λεβέντη μου, πάρε τα μάτια μακριά από ψευτοαριστοκράτισες. Έτσι κι αλλιώς, σε λίγο αυτή θα φύγει για αλλού και θα μείνεις μονάχος. Βρες μια δικιά μας που να σου κάνει  σπουργίτια, γερά να σου φέρνουν πασατέμπους όταν γεράσεις». 

       Τίποτα εκείνος. Ο Έρωτας τον είχε χτυπήσει κατάκαρδα ακριβώς στο μαύρο σημείο που τα αρσενικά σπουργίτια έχουν ως γνώρισμα στο στήθος. «Σιγά μη πάρω δικιά μας» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του «οι δικές μας κατ αρχάς είναι από εμάς τα αρσενικά πιο μεγαλόσωμες, το μπελά μου να βρω γυρεύω; Έπειτα ας ακούω και κανένα τραγούδι όχι δανεικό, όχι από μακριά τραγουδισμένο για άλλους, αλλά τραγουδισμένο για μένα» και λέγοντας αυτά πείσμωνε περισσότερο και όπως έκανε η αγάπη του η καρδερίνα έτσι κι αυτός. Έτρωγε  όλο και λιγότερο.

     Ένα πρωινό οι γονείς της καρδερίνας είδαν ότι δεν πάει άλλο. Αποφάσισαν λοιπόν να πάνε να βρουν τους γονείς του σπουργιτιού. Τα είπαν, τα ξανάπαν και κατέληξαν να συμφωνούν ότι μονάχα το δικαστήριο των πτηνών θα μπορούσε να δώσει οριστική λύση. Αυτά μου είπε ο παπαγάλος. Τότε να στη κουβέντα μας και η Μάϊνα. Άλλη κουτσομπόλα. «Που λες καλή μου», ξεκίνησε να μιλάει, αυτή θα μου έλεγε χαρτί και καλαμάρι τι έγινε στη συγκέντρωση, «μαζεύτηκαν όλα τα πουλιά» ...

     «Αυτό το είδα γλυκιά μου, το αποτέλεσμα δεν γνωρίζω» είπα.

                                                                                   ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 

                                                          

                                                                                         Η ΔΙΚΗ

    «Μη με διακόπτεις» είπε στριγκά η Μάϊνα. «Όλα τα ζητήματα ετέθησαν στη σοφή κυρά κουκουβάγια. Εκείνη όσο τα άκουγε είχε τόση έκπληξη φαίνεται που συνεχώς γούρλωνε τα μάτια. Ο Γκιώνης, λες και λυπόταν για τον χαμένο έρωτα των δύο μικρών πουλιών συνεχώς έκλαιγε και ο Χρυσαετός    imagesCAK0R8CI.jpg

 που είχε οριστεί ως Σερίφης, δηλαδή αυτός που θα ελέγχει να εκτελεστούν οι αποφάσεις της κουκουβάγιας διαρκώς μας κοιτούσε αυστηρά. Το Γεράκι πάλι ως φύλακας imagesCA9K26MY.jpg

πέταγε γύρω μας προσέχοντας να μην αποχωρήσει κανείς πριν λήξει η δίκη

    » Μίλησαν όλοι. Οι γονείς της καρδερίνας που κλαίγοντας παρακάλεσαν να απαγορέψει η κουκουβάγια στη κόρη τους να παντρευτεί ένα σπούργο μετά μίλησαν οι γονείς του σπουργιτιού. Αυτοί με τη σειρά τους  ζήτησαν από τη κουκουβάγια να είναι επιεικής και πάντως να αφήσει σε ένα ελεύθερο δάσος ένα ελεύθερο έρωτα, έκλεισαν όμως δηλώνοντας ότι εφόσον ήταν διαφορετική η απόφαση της δικαστίνας θα την σέβονταν και ότι αν οι κοι καρδερίνοι δεν τους ήθελαν μια φορά μη φαντάζονται, οι ίδιοι δεν ήθελαν δέκα φορές τα φαντασμένα τους μούτρα.

     » Έπειτα μίλησε ο δικηγόρος των καρδερίνων ο Τσαλαπετεινός που ισχυρίστηκε ότι πέραν του ασυμβίβαστου των χαρακτήρων μεταξύ τω δύο πουλιών, υπάρχει και διαφορά κοινωνική μεταξύ τους καθώς και πολιτιστική. Ως τελευταίο επιχείρημα παρέθεσε την εποχιακή μετακίνηση των καρδερίνων αλλά και την καταστροφική συμπεριφορά των σπουργιτιών. Ευχαρίστησε και κάθισε.

     Από τη πλευρά των σπουργιimagesCA4HQKRG.jpgτιών αγόρευσε ως συνήγορος ο κος Ορτύκης 

 ο οποίος τόνισε. «Δεν είμαστε εμείς οι σπούργοι που κατοικούμε όπου ο άνθρωπος, αυτό το νέο ζώο του λιβαδιού, φτιάχνει οίκημα. Εμείς απλά τσιμπάμε τα υπολείμματα γύρω από τα οικήματα αυτά, προσπαθώντας να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή μας, όταν άλλοι μετοικούν τις δύσκολες στιγμές, όταν υπάρχουν κρύα και χιόνια, σε άλλα μέρη εξ ίσου ζεστά όπως αυτό του τόπου μας σήμερα. Όταν δε έρχονται να κάνουν εκ νέου διακοπές και πάλι εδώ και χτίζουν ολόκληρα σπίτια δίπλα και σχεδόν μέσα στους ανθρώπους κανείς σας δεν τους λέει τίποτα. Δεν είμαστε εμείς που κατοικούμε σε χρυσά κλουβιά μέσα σε σπίτι με τζάκι, πάντα με τροφή και νερό όταν όλα έξω είναι παγωμένα. Και όμως, για όλα ο σπούργος φταίει. Αναλογιστείτε τι λέτε. Συλλογιστείτε ποια είναι η διαφορά τάξεων που προσπαθείτε να επιβάλετε μεταξύ δύο νέων πτηνών και μάλιστα για ποιο θέμα. Ένα τόσο ρομαντικό ζήτημα που εντέλει ρυθμίζεται μόνο του. Όταν ο Έρωτας, πάψει κάποτε να υπάρχει.»

      Ο Μπούφος, γραμματέας της κουκουβάγιας είχε τόσο συνεπαρθεί από τα λόγια του κου Ορτύκη που σχεδόν ξέχασε να σημειώσει τις τελευταίες λέξεις. Τον παρακάλεσε να του τις ξαναπεί και έτσι έκλεισε η αγόρευση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε επ αυτών η δημόσια συζήτηση.

      «Τι εννοείτε κε Ορτύκη;» να λέει το χελιδόνι, «ανακαλέστε» «βεβαίως ανακαλέστε» να πετάγονται παρέα καναρίνια , καρδερίνες και φλώροι. Εσκεμμένα έκανε ο ευφυής Ορτύκης λίγο μπάχαλο τη συζήτηση. Έλα όμως που ο κος Μπούφος είχε κρατήσει τα περισσότερα από τα πρακτικά και όταν επιτέλους ο κος Γεράκης επέβαλε σιωπή άρχισαν και πάλι να συζητούν για το θέμα που είχαν μαζευτεί. Κάποια στιγμή και ενώ βάραινε η συζήτηση ακούστηκε  ένα  γεμάτο λυγμό «έρως ανίκατε μάχαν». Γυρίζουμε όλοι ξαφνιασμένοι, συνέχισε η Μάϊνα, και βλέπουμε τον κο ΕρωδιόimagesCAIS73JD.jpg

 ακουμπισμένο μελαγχολικά στα φτερά του να απαγγέλει και να αναστενάζει, να αναστενάζει και να απαγγέλει.» 

    «Σήμερα όρισε», είπε τελειώνοντας τη διήγησή της η Μάϊνα, «η κα Κουκουβάγια η δικαστίνα μας, να ακουστούν τα δύο νεαρά πουλιά, οι δύο ερωτευμένοι. Η Καρδερίνα και ο σπουργίτης». «Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον» είπα τότε εγώ παιδιά μου καλά και όντως είχε. Είχε ενδιαφέρον όχι τι είπαν τα νεαρά πουλιά αλλά το πώς συμπεριφέρθηκαν στο δικαστήριο αλλά και η απόφαση της δικαστίνας.

    Η γιαγιά ξαφνικά σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα της και άνοιξε ένα ντουλάπι. «Πεινάσατε καλόπαιδα;» μας ρώτησε πρόσχαρα και χωρίς να περιμένει απάντηση και φυσικά χωρίς να λαμβάνει υπ όψιν τις δικές μας διαμαρτυρίες, «όχι, μα καθίστε, είμαστε μια χαρά» έβγαλε από ένα γυάλινο δοχείο γλυκό του κουταλιού και σέρβιρε σε όλους μας. Από κοντά ένα ποτήρι δροσερό νερό και ταυτόχρονα μας έλεγε «να δείτε για βραδινό τι σας έχω» «μα δεν πρέπει, δεν χρειάζεται» λέγαμε όλοι σαν ασυντόνιστη συμφωνική ορχήστρα αλλά από μέσα μας σκεπτόμαστε «τι να έχει ακόμη να μας προσφέρει ετούτη η πανάξια γριούλα;!»

     Αφού γλυκαθήκαμε και δροσιστήκαμε η γιαγιά Κυριακή πήρε θέση και έπιασε πάλι την άκρη της ιστορίας από εκεί που την είχε προς στιγμή αφήσει.  Δώσε κλώτσο να γυρίσει γιαγιά!

     Λοιπόν παιδιά μου, μαζεύτηκαν και πάλι τα πουλιά, όλα τα πουλιά στο δάσος, κάτω από το ίδιο τεράστιο δένδρο. Εγώ, παρέα με τη Μάϊνα και τον Παπαγάλο, ως μεταφραστές των όσων λέγονται, πλησίασα και έστησα αυτί.

     Οι Κρίνοι κτύπησαν ντιν ντον και ο Τρυποκάρυδος τοκ τοκ ενώ ο Κόρακας με το επίσημο ένδυμα έκραξε «Άρχεται η Συνεδρίαση» ... Επικράτησε σιωπή. Καλούνται, έκραξε ο Κόρακας, η Καρδερίνα και ο Σπουργιτάκης άπαντες κατηγορούμενοι ως ένοχοι Έρωτα ... Θόρυβος στο ακροατήριο. Όλοι τους έδειχναν με τα μάτια και ψιθύριζαν κουνώντας τα κεφάλια, άλλοι αποδοκιμαστικά και άλλοι επιδοκιμαστικά. Ήσαν και κάποιοι εντελώς αδιάφοροι σαν τον Κύκνο  που διαρκώς χτενιζόταν και δεν τον ένοιαζε ποια θα ήταν η τελική απόφαση «τελειώνετε, έχουμε και δουλειές» έμοιαζε να λέει. Ο κος Γεράκης επέβαλε και πάλι ησυχία και ανέλαβε η κα Κουκουβάγια πια να προχωρήσει τη διαδικασία.

      Τα δύο νεαρά πουλάκια δεν είπαν πολλά πράγματα. Είπαν μονάχα ότι είναι ερωτευμένα, ότι δεν μπορούν να ζήσουν μακριά το ένα από το άλλο και ότι αν τους χωρίσουν θα πεθάνουν.

       Η Κουκουβάγια   imagesCAUS2JB2.jpg   

κήρυξε τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας και ζήτησε να περιμένουν την απόφασή της, η οποία θα ήταν τελεσίδικη. Οι ώρες περνούσαν και οι συζητήσεις φούντωναν. Άραγε τι θα αποφασίσει το σοφό πτηνό;

      Εγώ εν τω μεταξύ παιδιά μου είχα στήσει μεγάλη συζήτηση με τη Μάϊνα, ενώ ο Παπαγάλος είχε πάει στα άλλα πουλιά να ακούσει τι έλεγαν  εκείνα. Τα έντομα πάλι το γλεντούσαν. Μέλισσες, σφήκες, μύγες, κουνούπια, σκνίπες και όλα τα άλλα  έντομα που σε άλλη περίπτωση θα κινδύνευαν από τα πουλιά, όλες αυτές τις ώρες περνούσαν ήρεμα και όμορφα συζητώντας για τις εξελίξεις στο δικό τους ιπτάμενο βασίλειο «βζ βζ βζ να δούμε τι απόφαση θα βγάλουν τα παλιόπουλα χα χα χα πραγματικά κανένας μας δεν θα ήθελε να είναι στη θέση της κουκουβάγιας βζζζζζζζζζζζζζζζζ» έλεγαν και χαίρονταν.

     Αργά το απόγευμα ακούστηκε και πάλι το απαίσιο κράξιμο του Κόρακα «Επαναρχίζει η Διακοπείσα Συνεδρίαση». Όλοι μαζευτήκαμε είναι περιττό να σας  πω με πόση αγωνία. Μπροστά από όλους οι ερωτευμένοι, πίσω τους οι γονείς, πιο πίσω οι συνήγοροι  και ολόγυρα όλοι οι άλλοι. «Η ΑΠΟΦΑΣΗ» έκραξε περισσότερο από ποτέ ο Κόρακας.

   Η κα Κουκουβάγια κοίταξε ένα γύρω, πέταξε πάνω από το κλαδί που καθόταν για να δει όλους τους συγκεντρωμένους καλά και αφού κάθισε στο ίδιο κλαδί φόρεσε και πάλι τα γυαλιά της, καθάρισε το λαιμό της και ανακοίνωσε την απόφαση.

« Φτιαχτήκαμε να πετάμε για να είμαστε περισσότερο ελεύθεροι από όλους εκείνους που δεν μπορούν να πετάξουν. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε πιο ελεύθεροι και σαν χαρακτήρες. Στην ελευθερία αυτή δεν μπορούμε να βάζουμε όρια, πόσο μάλλον όρια στην αγάπη και τον έρωτα. Μπορεί λοιπόν στο βασίλειο μας ο καθένας να ερωτευτεί και να αγαπήσει οποιονδήποτε. Όλα τελικά είναι επιτρεπτά. Αρκεί να το κάνει με γνώση. Διότι η ελευθερία μεταξύ των άλλων προϋποθέτει και γνώση. Η νεανική τόλμη είναι όμορφο πράγμα Αλλά χωρίς γνώση καταντά ασυδοσία. Γι αυτό, επιτρέπεται σε κάθε πουλί, άρα και στη Καρδερίνα να κάνει δεσμό με τον Σπουργίτη αλλά μόνο όταν περάσει αρκετός καιρός και αποκτήσουν γνώση».

Όταν τα πουλιά μου διερμηνείς που είχα, μου εξήγησαν   την απόφαση, αναφώνησα αυτόματα το πρώτο που μου ήλθε στο μυαλό, και που άκουγα συχνά το μπαμπά να το λέει και μα την αλήθεια επειδή μου άρεσε, έμαθα από τότε και τι σημαίνει: «Ήξεις αφήξεις» είπα, και σιώπησα από το φόβο μήπως με καταλάβουν.   Έτσι είναι κυρία κουκουβάγια! Από τη μια παιδιά μου είδε το δίκιο στα επιχειρήματα του κου Ορτύκη, από την άλλη, κυριάρχησε  η παλαιά της νοοτροπία  που ήθελε τη τάξη στο δάσος να μη διασαλεύεται.

  Αυτά είπε και λάλησε η κουκουβάγια βάζοντας δικά της, όπως καταλαβαίνετε, όρια στην ελευθερία. Τα όρια της γνώσης. Ας πούμε αν δίκαζε ο Αετός ίσως έβαζε ως όρια εκείνα της δύναμης ή ο Κύκνος τα όρια της άσπιλης ομορφιάς ενώ αν ας πούμε  δίκαζε το αηδόνι ποια όρια λέτε να έβαζε; Πάντως η απόφαση ουσιαστικά ήταν απαγορευτική για τα νεαρά πουλιά. Αργότερα; Όταν θα αποκτούσαν την περιβόητη γνώση ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

   «Ναι όμως γιαγιά, εκεί στο χρόνο δεν θα δοκιμαζόταν η δύναμη των αισθημάτων τους;» πετάχτηκε ο ίδιος διακοψίας αλλά αυτή τη φορά δεν τον μάλωσε κανείς. Όλοι κοιτάξαμε τη γιαγιά Κυριακή με ενδιαφέρον για την απάντηση που θα έδινε. Εκείνη σηκώθηκε, χάιδεψε τον νεαρό και του είπε «είδες όταν θες;» και συνέχισε ... ... ... ... ... .....


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ




Ας Παραμυθιαστούμε και όποιοι αντέξουν!.... ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

  

Οι Βασιλιάδες είναι πολύ στενοχωρημένοι και έχουν χάσει σχεδόν κάθε πραγματικό ενδιαφέρον για ζωή, ενώ ο πιστός τους Αλφόνσο δεν ξέρει τι να κάνει για να τους βοηθήσει.                                            
                                                                                  

                                                                                            ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ΜΩΒ
 imagesCAZXK5RC.jpg                  
ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ


Η Ματθίλδη πετάχτηκε από το κρεβάτι ουρλιάζοντας! «Μαμά, μπαμπά, μανούλα, μπαμπούλη» μετά ησύχασε και πέρασε τη παλάμη της από το γεμάτο ιδρώτα προσωπάκι της. «Δεν με ακούνε» σκέφτηκε «Θα κοιμούνται, τι εφιάλτης!» Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και δοκίμασε αν μπορεί να κινηθεί. Μια χαρά μπορεί, άκου βλακείες ... Πέταξε τα σκεπάσματα και άρχισε να τρέχει προς τη μεγάλη αίθουσα του θρόνου. Κατάλαβε όμως ότι ήταν βράδυ και φοβήθηκε λίγο. Έπειτα όμως σκέφθηκε «ε και, μέσα στο Κάστρο είμαι, ποιος θα με πειράξει;» Θέλησε να πάρει αέρα, να βγει λίγο στον κήπο να κόψει δυο μαργαρίτες, να χαϊδέψει τα τριαντάφυλλα που ήταν μαζί με τους Κρίνους τα δυο πιο αγαπημένα της λουλούδια. Άνοιξε αποφασιστικά τη σφαλισμένη πόρτα και έκανε να βγει στον κήπο. Δεν μπόρεσε όμως. Λες και ένας αέρας, χωρίς να φυσάει, τη κράτησε καρφωμένη στη θέση της. Ξαναπροσπάθησε. Τίποτα. «Να δεις που φοβάμαι βαθειά μέσα μου το σκοτάδι» σκέφτηκε «να γιατί  δεν μπορώ να κάνω βήμα προς τα έξω». Έκλεισε τη πόρτα και με ανάλαφρα βήματα κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.
«Από εδώ θα μπορέσω να δω τα αστέρια, το φεγγάρι, λίγη ώρα με αυτά και μετά ξαναπάω για ύπνο» είπε ψιθυρίζοντας η μικρή.
         Άνοιξε το παράθυρο αλλά που, ούτε αστέρια, ούτε φεγγάρι, ούτε καν σύννεφα που να δικαιολογούν ότι αυτά τα ουράνια σώματα δεν φαίνονται. «Μα τι έγιναν όλα;» Αναρωτήθηκε η μικρή πριγκίπισσα, «τι συμβαίνει επιτέλους;» Το μόνο χρώμα που ξεχώριζε μέσα στο πηχτό σκοτάδι της Νύχτας ήταν μια μωβ λωρίδα που άρχιζε από το παράθυρό της και το τέλος της δεν το έβλεπες. Άπλωσε στην αρχή διστακτικά το χέρι. Πρώτα το ένα δάκτυλο και ακούμπησε τη μωβ λωρίδα. Είδε ότι ζουλιέται ελαφρά αλλά κακό δεν της έκανε. Στη συνέχεια έβαλε όλο της το χεράκι μέσα στη λωρίδα. Όταν το έβγαλε ήταν καλυμμένο με ένα πράγμα σαν ζελέ ανακατωμένο με κομμάτια λάσπης όλα μωβ που κινούνταν πάνω στο λευκό της χεράκι. Αλλά κακό ακόμη δεν πάθαινε.
          Εντελώς ξαφνικά και ενώ παρατηρούσε όλα αυτά, είδε με έκπληξη, ότι 
ολόκληρη η λωρίδα,  σαν ένα μεγάλο χέρι ζωντάνεψε, μπήκε στην αίθουσα του θρόνου, αγκάλιασε το κορίτσι και το έβαλε επάνω της. Τα ποδαράκια της αμέσως δέθηκαν απαλά, από μωβ κομμάτια λουρίδας για να μη πονάει αλλά και να μην πέσει, το ίδιο απαλά δέθηκε έως τη λεπτή της μεσούλα και τότε η λωρίδα άρχισε να τρέχει. Βρού ου ου μμμ ... 

         Ξεκίνησε η λωρίδα, με τη Ματθίλδη στις πλάτες της για μεγάλο ταξίδι. Έφυγε από το Σύμπαν στο οποίο βρίσκεται η γη, μια γη  που περιέχει κέθε είδος ζωής αλλά και κατασκευών ή φαντασίας. Ανθρώπους, ζώα, ερπετά, έντομα, ψάρια, μάγους, θεούς, μηχανές, κλπ και πηγαίνοντας για το Σύμπαν όπου υπάρχει το άστρο που κατοικούν οι Μάγοι και το ονομάσαμε εμείς Δον Κιχώτη πέρασαν πρώτα από άλλα παράλληλα Σύμπαντα με άλλα αστέρια όμοια με τη γη, όπου όμως στη μία κυριαρχούν μόνο τα Ζώα, στην άλλη τα ερπετά, στην τρίτη οι μηχανές και στη τέταρτη οι Θεοί.
        Φθάνοντας στο προορισμό της η Ματθίλδη δεν ήταν προετοιμασμένη για το απότομο σταμάτημα και πέφτοντας μάτωσε λίγο το δεξί της γόνατο. Άχχ, είπε η μικρή, αχχχχ αντιφώνησε σαν να πονούσε και ο Δον Κιχώτης, αααααχχχχχ φώναξαν από τα βάθη της Λύπης τους οι τιμωρημένοι μάγοι ενώ οι μάγοι της κραιπάλης την περιγέλασαν αχ χα χα χα!
         Παρ όλα αυτά η Ματθίλδη είδε το τραύμα της να γίνεται καλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα."Ω, θαύμασε είναι καταπληκτικό! Κάτι περισσότερο, Μαγικό!"  Γ
ύρω της άρχισε να μαζεύεται  κόσμος πολύς. «Σε ξέρω εσένα» είπε ξαφνικά η Ματθίλδη δείχνοντας έναν Μάγο. «Φυσικά και με ξέρεις νεαρά» απάντησε εκείνος «κάποτε ζήτησα να πάρω μια κούκλα που έχεις και δεν μου την δώσατε, τι πλεονεξία μα την Αλήθεια για σένα και πόση αμυαλιά για τον Πατέρα σου».  

         Τότε εμφανίσθηκε η γυναίκα με τα μωβ όπως την θυμόμαστε στη γιορτή για τη γέννηση της πριγκίπισσας. Πλησίασε τη μικρή με αργά βήματα, την αγκάλιασε για να την καθησυχάσει και τότε της είπε.
          «Άκου παιδί μου» άρχισε με ύφος γλυκό και ήπιο «εμείς είμαστε μάγοι. Αλλά δεν είμαστε κακοί και κακά πράγματα δεν κάνουμε, τα δώρα μας όμως είναι μαγικά και έχουν τις δικές τους δυνάμεις. Αλλάζουν πολλές φορές τον τρόπο τους και τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τη χρήση τους. Όταν όμως χαλάσουν πρέπει να επιστρέφονται γιατί γίνονται για πάντα επικίνδυνα.» «Μα η κούκλα μου δεν χάλασε» τόλμησε να πει η Ματθίλδη, «όλα, χέρια, πόδια, κεφάλι, μαλλιά τα πάντα είναι όπως στην αρχή». Γέλασε μελαγχολικά η Γυναίκα με τα μωβ και μαζί της κούνησαν θλιμμένα το κεφάλι και οι άλλοι μάγοι. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε «και από συμπεριφορά πώς πάει; Μήπως έγινε πολύ εκδικητική;» Η μικρή κατέβασε το κεφάλι. Πόσο δίκιο είχε η κυρία αυτή ...
        «Και τι πρέπει να γίνει τώρα;» ρώτησε «Πρέπει ο πατέρας σου να συμβουλευτεί τον ερημίτη που ζει στο όρος του ΓΥΠΑ. Αυτός έχει τη λύση στο πρόβλημα. Εμείς και να την είχαμε μόνο να πράξουμε πια μπορούμε σύμφωνα με αυτά που εσείς θα κάνετε και όχι να σας πούμε πως θα πράξετε» και πρόσθεσε «υπάρχει όμως ένα πρόβλημα ακόμη, αν και σου είπαμε τον τρόπο να βρεθεί η λύση, πρέπει είτε ο πατέρας σου να τη βρει μόνος του είτε κάποιος άλλος εκτός από σένα να του την πει» «και γιατί αυτό;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα αλλά κανείς μάγος δεν απάντησε παρά την κοίταζαν λυπημένα και σιγά-σιγά άρχιζαν να εξαφανίζονται. «Γιατί αυτό;» ξαναρώτησε το κορίτσι επανέλαβε δε μια δυο φορές πριν χαθούν εντελώς «γιατί αυτό; γιατί αυτό;».
           Άλλη μια μέρα ξημέρωσε και κατευθείαν η Βασίλισσα χωρίς καν να πάρει πρωινό έσπευσε στο κρεβάτι της κόρης της. Ήταν όπως πάντα, ακίνητη καρφωμένη στην ίδια θέση, λες και την είχαν βαλσαμώσει, έμοιαζε να περιγελά τον Θάνατο που δεν τολμά να την πάρει στις φτερούγες του και να φτύνει με αποτροπιασμό κατάμουτρα τη Ζωή που δεν την αφήνει να παίξει και να χαρεί μαζί της. 

                                                                              ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΑ ΧΑΡΑΣ
                
             Όπως είπαμε να βγει κανείς δεν μπορούσε από τη χώρα της Λύπης, κανείς από τους κατοίκους της. Όχι όμως και να μπει. Όποιος ήθελε από τους ξένους έμπαινε και έβγαινε και διεκτραγωδούσε στον κόσμο όλο τα όσα μαγικά βάσανα πέρναγε αυτός ο λαός. Τσ, τσ, τσ  έκαναν όλοι όταν άκουγαν, μεγάλη κατάρα, ποιος ξέρει τι να έκαναν για να το πληρώνουν έτσι ...
             Κάποτε, είπαν πολλά παιδιά της χώρας της Λύπης, ότι καθώς έπαιζαν κοντά στα έλατα είδαν μια άγνωστη κοπέλα, όμορφη αλλά με σκισμένα ρούχα και πολύ βρώμικη. Μάλλον ζητιάνα θα είναι σκέφτηκαν οι γονείς τους και τους απαγόρευσαν να την πλησιάσουν όποτε την ξαναδούν «μπορεί να  κλέψει τα ρούχα σας και να φύγει, αυτή μπορεί μη το ξεχνάτε».  
             Πέρασαν μέρες και ένα πρωινό η Μάνια κατέβηκε στο ποταμάκι να πλύνει τα ρούχα, τρόπος του λέγειν δηλαδή, αφού τι πλύσιμο να κάνει σε λασπωμένα νερά. Βλέπει καθισμένη στην όχθη ένα κοριτσάκι, γύρω στα δέκα πέντε, με μπεζ σκισμένα ρούχα να δροσίζεται αποδιώχνοντας όσο μπορούσε τη πολύ λάσπη. Κατάλαβε ότι ήταν η κοπέλα που έλεγαν τα παιδιά της χώρας. Πέταξε τα ρούχα και με μια δρασκελιά έφτασε πίσω της, την άρπαξε από τους ώμους σηκώνοντάς την βίαια. 
             «Για έλα δω μικρή κατεργάρα τσιγγάνα» άρχισε να λέει γυρίζοντάς τη καταπρόσωπο. Ξαφνικά, έμεινε με το στόμα ανοιχτό και σχεδόν μπερδεύοντας τα λόγια της άρχισε να μουρμουρίζει «Ματθτρ ...» αλλά σταμάτησε. Όπως είδε στην αρχή την κοπέλα την πέρασε για τη μικρή βασιλοπούλα. Αλλά όχι, όσο την παρατηρούσε ναι έμοιαζε καταπληκτικά ως αδερφή της δίδυμη αλλά η Ματθίλδη δεν ήταν. Πάει και τελείωσε.
             Συνήλθε η Μάνια και τη ρώτησε «πώς από τα μέρη μας μικρή;» εκείνη έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να κλαίει. Ένα κλάμα ήσυχο, απαλό, χωρίς λυγμούς. Τα δάκρυα έτρεχαν από τις άκριες των μεγάλων της ματιών σαν ήρεμα ρυάκια και αυλάκωναν τα σκονισμένα της μάγουλα, αποκαλύπτοντας ένα χρώμα ροδαλό, τόσο αντίθετο από το υπόλοιπο βρώμικο προσωπάκι της. Όταν ησύχασε λίγο άρχισε να μιλάει «Καλά με είπατε κυρία τσιγγάνα. Οι γονείς μου είναι τσιγγάνοι, το ίδιο οι θείοι μου και όλη η φυλή μου. Όταν όμως σε μία μάχη με άλλη φυλή τσιγγάνων σκοτώθηκαν οι γονείς μου, αν και δεν συνηθίζεται, οι θείοι μου επειδή έχουν πολλά παιδιά και δε θα μπορούσαν να με θρέψουν σκέφτηκαν να με παρατήσουν.»  Η Μάνια σαν να συγκινήθηκε, στο δεκαπεντάχρονο κορίτσι έβλεπε ένα ακόμη πλάσμα που δοκίμασε με τον τρόπο του την απόρριψη. Της λέει λοιπόν «θα ήθελες να μείνεις μαζί μου; Με εμένα και τον άντρα μου;» Η χαρά που έκανε η μικρή δεν περιγράφεται. Έτρεξε αμέσως, πήρε τα ρούχα που ήταν πεταμένα κάτω και βάλθηκε να τα πλένει για να δείξει την ευγνωμοσύνη της ενώ πίσω της η Μάνια ξετρελαμένη από την «κόρη» που επιτέλους θα αποκτούσε επιτέλους γέλαγε από ευχαρίστηση και όχι με κακία.
               Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μέσα σε όλη την καταχνιά και την ομίχλη έσταξε μια σταλαγματιά χαράς. Και που έσταξε; Όπως πολλές φορές συμβαίνει στο περισσότερο καυτό κομμάτι μιας ερήμου να υπάρχει μια όαση, έτσι και αυτή η ελάχιστη σταλαγματιά χαράς βρήκε να πέσει στην σκληρότερη καρδιά της άλλοτε χώρα της Χαράς και σήμερα άξια του ονόματός της, Χώρα της Λύπης.
                 Άλλαξε με μιας ο χαρακτήρας της Μάνιας. Οι σκοτούρες, η ικανοποίηση που ένιωθε για τα παθήματα του Βασιλιά, όλα παραμερίστηκαν. Μέχρι που άρχισε να λυπάται για τη μικρή Ματθίλδη και συνεχώς ρώταγε νέα της σε σημείο που ο Αλφόνσο να παραξενεύεται ευχάριστα. Εκείνος πάλι δέχτηκε την συγκατοίκηση με τη νέα κοπέλα χωρίς αντίρρηση και μάλιστα  βλέποντας τις αλλαγές επάνω στη γυναίκα του η αρχική συγκατάνευση μετατράπηκε σε ενθουσιασμό.  
                                                       
                                                                                         


                                                                                          Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Άλλος άνθρωπος ήταν πια ο Αλφόνσο στο Κάστρο. Σφύριζε χαρούμενους σκοπούς διαρκώς και ενώ αν και το έκανε διακριτικά η ξαφνική του ευδιαθεσία δεν άργησε να γίνει αντιληπτή από τον Βασιλιά. Αντιληπτή και θα έλεγε κανείς έως και ενοχλητική. «Τι συμβαίνει φίλε;» ρώτησε ο Βασιλιάς, η κοινή δυστυχία είχε παραμερίσει κάποιους τύπους του παρελθόντος. «Τίποτα βασιλιά μου, τίποτα» είπε ο ξυλουργός χωρίς να μπορέσει να κρατήσει για πολύ το χαμόγελο. Μόλις ο βασιλιάς τον κοίταξε κατά πρόσωπο άνθισε ως ορθάνοιχτο λουλούδι των καλών ημερών της χώρας  και έγινε μόνιμη ευχάριστη γκριμάτσα στο πρόσωπό του. «Βρε, βρε, βρε ο Αλφόνσο που κάτι μας κρύβει» είπε ο Βασιλιάς «λέγε αλλιώς δεν πρόκειται να σε αφήσω σε χλωρό κλαρί».
                  Τι να κάνει ο μάστρο Αλφόνσο τα είπε όλα. Τα είχε μάθει ο Βασιλιάς του για ένα κορίτσι, να περίπου στα δέκα πέντε, κοντά στην ηλικία της Ματθίλδης, τσιγγανάκι, που γυρνούσε στη χώρα τους; Όχι; Φυσικά, πώς να μάθει έτσι που ήταν κλεισμένος μέσα. Μα κανείς δεν του είπε τίποτε; Δεν πειράζει. Το βρήκε στο ποταμάκι η Μάνια, τη θυμάσαι βασιλιά τη γυναίκα μου δεν είναι, και την πήρε στο σπίτι οικόσιτη. Σαν παιδί μας την έχουμε! 
                   «Μα τι λες Αλφόνσο, μπράβο, αξιωθήκατε επιτέλους έστω και έτσι.» Ενώ αθέλητα μια σκιά πέρασε  από τα βλέφαρα και κάθισε στα μάτια του. Τα ανοιγόκλεισε «Ντροπή Βασιλιά» είπε μέσα του, «να λυπάσαι με τη χαρά του πιο πιστού σου υπηρέτη» «συνέχισε» είπε στον Αλφόνσο «και η Μάνια πώς τα πάει μαζί της;».
                     «Αμ εδώ είναι το καταπληκτικότερο βασιλιά μου! Τη Μάνια που ήξερες να την ξεχάσεις. Άλλος άνθρωπος σου λέω. Γλυκιά, τρυφερή, συμπονετική για όλους. Όλο ρωτάει για σένα και τη Ματθίλδη.» Ο Βασιλιάς γύρισε απότομα για να μη δει ο υπηρέτης του το δάκρυ που έτρεξε από τα μάτια του. 
                       Βγήκε από το δωμάτιο της πριγκίπισσας η Βασίλισσα και της είπαν τα ευχάριστα. Πόσο χάρηκε η κακομοίρα η αδικοχτυπημένη μάνα. Ήταν σειρά του Βασιλιά να κλειστεί στο δώμα της μοναχοκόρης του. Φεύγοντας μήνυσε στον Αλφόνσο «όποτε θελήσετε πες στη γυναίκα σου και τη κόρη σου να έλθουν στο Κάστρο μαζί σου, από σήμερα η Μάνια μπορεί να κάνει και πάλι παρέα στη Βασίλισσα φυσικά με πληρωμή. Τώρα, Αλφόνσο έχετε και παιδί να τρέφετε χρειάζεστε περισσότερα χρήματα» αυτά είπε ο Βασιλιάς και εξαφανίστηκε στο βάθος του δωματίου.
Ο Αλφόνσο, ρίχτηκε γεμάτος όρεξη στις δουλειές του Κάστρου. Προσπαθούσε να ισιώσει κάποιες στραβωμένες από τον καιρό πόρτες για να μη τρώει τους ενοίκους του το αγιάζι. Να τεντώσει στη θέση των σπασμένων τζαμιών κουρελούδες για τον ίδιο λόγο. Μαστόρευε το τραπέζι που είχε αρχίσει να το τρώει το σαράκι και διαρκώς μονολογούσε επαναλαμβάνοντας με περηφάνια κάποια από τα τελευταία λόγια του Βασιλιά «η κόρη σου, η κόρη σου χα χα ναι η κόρη μου» ...  
                         
                                                                                            

                                                                                          ΝΟΝΟΣ
Λύθηκαν τα γόνατα του Κλαίοντα σαν είδε την μικρή τσιγγανοπούλα. Δεν ήθελε να πιστέψει στα μάτια του. Κάτι το ημίφως που από χρόνια τώρα ήταν βυθισμένο το πένθιμο Κάστρο που ζούσε, κάτι η αντανάκλαση του ζοφερού ήλιου που καυτός ερχόταν από έξω, κάτι το γέλιο της μικρής, η ηλικία της βλέπετε, ο Βασιλιάς νόμισε ότι είχε εμπρός του την κόρη του. Έκανε αντί για μπροστά δυο βήματα πίσω και πέρασε το χέρι από τα μάτια και δεν το έβγαζε από εκεί, φοβούμενος ότι θα ξυπνήσει από λαχταριστό όνειρο. Καημένε Βασιλιά!... Ξύπνα, όνειρο δεν είναι μα ούτε εφιάλτης, γιατί τα ίδια έβλεπαν όλοι εκείνη τη στιγμή. Και η ράφτρα, που για να ράψει φόρεμα δεν πήγε αλλά για να συντροφέψει τη Βασίλισσα, αλλά και ο υπεύθυνος των Στάβλων που είχε μπει να ειδοποιήσει ότι τα άλογα είχαν ταϊστεί.
                                  Ο Αλφόνσο πλησίασε ήρεμα τον Κύρη του και τον ακούμπησε μαλακά στον ώμο. «Αφέντη» του ψιθύρισε «απ εδώ η Μάνια η γυναίκα μου, αν θυμάσαι και η κόρη μου που βρήκαμε στο ποτάμι». Η μικρή μετά από ένα ελαφρύ σπρώξιμο της Μάνιας έσκυψε και φίλησε το χέρι του Άρχοντα και Βασιλιά τους. Αμέσως μετά η Μάνια του αγκάλιασε τα γόνατα και με δάκρυα είπε «συγχώρα με άρχοντα» Την σήκωσε σιγά-σιγά ο Βασιλιάς και της είπε «καλά- καλά και πώς λένε την όμορφη κόρη σου;» «Όνομα ακόμη δεν της δώσαμε άρχοντα, θα ήθελες να γίνεις εσύ αυτός που θα μας τιμήσει προσφωνώντας κατάλληλα το γέννημα της τύχης μας;» ρώτησε η Μάνια.
                                  Ο Βασιλιάς, κοίταξε μια το γλυκό και αθώο πρόσωπο του κοριτσιού που τώρα του φαινόταν σαν να το είχε ξαναδεί. Όχι, όχι στο πρόσωπο της κόρης του της Ματθίλδης αλλά αλλού να θυμηθεί δεν το μπορούσε. «Θα με ξεγελά η κακοπαθημένη μου μνήμη» σκέφτηκε. Κοίταξε τη Μάνια και μετά τη παράκληση στο πρόσωπο του καλού του Αλφόνσο. «Έλα κοντά μου» είπε στη μικρή και της έγνεψε, ενώ μαζί πήγαν όλοι οι άλλοι. Από τον θρόνο ξεσπάθωσε το τεράστιο σπαθί του και αφού έριξε λίγο νερό στο κεφαλάκι του μικρού κοριτσιού ακούμπησε επάνω του το όπλο και έσταξε  λίγο άρωμα τριαντάφυλλο : « Ας έχεις του νερού τη δροσιά, του ατσαλιού τη δύναμη, ας είσαι μυροβολούσα και ας είν' τ' όνομα σου Ροδαυγή»  
Από εκείνη την ημέρα η Ροδαυγή σχεδόν κάθε μέρα που την έχανες που την εύρισκες στο Κάστρο ήταν να κάνει πότε παρέα στη μαμά της και τη Βασίλισσα και πότε μαζί με το μπαμπά της να τον παρατηρεί πως προσπαθεί να συνεφέρει το χτυπημένο από την εγκατάλειψη Παλάτι. Ήταν φορές που ο Βασιλιάς την κοιτούσε χαμογελώντας, του άρεσε η ζωντάνια της, του άρεσε η όρεξή της, αχ τι καλή παρέα θα έκανε με την Ματθίλδη του αν ήταν καλά. Η Ματθίλδη του. Ακίνητη με τη κούκλα απέναντι, σαν να την είχε πάρει  αγκαλιά ως τελευταία κίνηση αγάπης από τον υλικό κόσμο. Μετά η απόλυτη ηρεμία, ένα αδυσώπητο χάος . 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ... ... .....
     



Ας Παραμυθιαστούμε και όποιοι αντέξουν!.... ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

                                                                                                Η ΑΡΝΗΣΗ
           Μια βαριά κατήφεια είχε πέσει στο βασίλειο του Γέλοντα. Οι πάντες στη Χώρα της Χαράς είχαν τα πρόσωπα κατεβασμένα, όλο μουρμούραγαν και πολλοί έλεγαν ακόμη και βαριές κουβέντες. Τι και αν ο Βασιλιάς είχε διαθέσει χρήματα πολλά για την αποκατάσταση των ζημιών, τι κι αν είχε δώσει μπόλικο χρήμα από το θησαυροφυλάκιό του για να αποκατασταθούν τα σπαρτά όσων επλήγησαν από το ξεχείλισμα  του ποταμιού, τι και αν έστειλε όλους τους ανθρώπους του Κάστρου, ξυλουργούς, κτιστάδες, απλούς εργάτες για να βοηθήσουν στα σπίτια τους υπηκόους του και τις υπηρέτριες που είχε να βοηθήσουν τις κυράδες των λαϊκών στην αποκατάσταση του νοικοκυριού. Τα μούτρα παρέμεναν κατεβασμένα. Κάτι είχαν αυτοί οι άνθρωποι. Αυτό που είχαν λεγόταν αχαριστία, γιατί τελικά στα δύσκολα φαίνεται ο άνθρωπος και όχι όταν όλα του πηγαίνουν καλά.
      Αν όμως ήξεραν ετούτοι οι «αχάριστοι» πόσο δίκιο είχαν τελικά και πόσο έφταιγε η βασιλική οικογένεια, αν όχι όλοι τουλάχιστον ένα της μέλος, γι αυτό που τους βρήκε, δεν θα μουρμούριζαν απλά αλλά θα επαναστατούσαν!
       Έφτανε να κοιτάξει κανείς το πρόσωπο της κούκλας την ώρα που η φύση ξεθεμελίωνε τον κόσμο. Την ώρα που κάθε της στοιχείο συνωμοτούσε με το άλλο για την πλήρη ανατροπή της ηρεμίας αυτής της γωνιάς του πλανήτη γη, η κούκλα κόντευε να πετάξει από χαρά. Έφεγγε το πρόσωπό της όταν αστραπή έλαμπε στον ουρανό, γυάλιζαν τα μάτια της από έξαψη όταν άκουγε το σκίσιμο και μετά την έκρηξη του κεραυνού, με το κούνημα του σεισμού το σώμα της άρχισε να ταλαντεύεται  σε έντονους χορευτικούς ρυθμούς σάμπας και όταν κατάλαβε τις καταστροφές από το ποτάμι πλάγιασε πια με μια ευχαρίστηση τόσο έκδηλα ζωγραφισμένη που με αυτή χαραγμένη την βρήκε αποκοιμισμένη την επομένη η Ματθίλδη, όταν πια μπήκαν στο σπίτι. 
        Έκανε η μικρή ότι πρώτη φορά έβλεπε τη κούκλα να μεταλλάσσεται αποκτώντας έκφραση ανθρώπινη, ψηλώνοντας ή παχαίνοντας. Όμως αυτή τη φορά η έκφρασή της τη φόβισε. Τόση καταστροφή γύρω της και εκείνη τόσο ευχαριστημένη ...Ο Βασιλιάς, αγκάλιασε τη κόρη του σαν την είδε φοβισμένη, την φίλησε απαλά στο μέτωπο και άξαφνα της  ψιθύρισε στο αυτί την ώρα που την καληνύχτιζε. «Παίζε που και που με τη κούκλα σου .Καλό θα κάνει». 
        Ξαφνιασμένη η Ματθίλδη του ανταπάντησε γελώντας. «Ά μπαμπάκα, τώρα που  σταμάτησα να παίζω μου λες εσύ να ξαναρχίσω; Αχ καημένε, σαν να μη ξέρεις τι θες κάμποσες φορές ... Δεν  παίζω γιατί μεγάλωσα,  γλυκέ μου μπαμπούλη, μια χαρά είναι εκεί που την έχω να κάθεται. Σαν κερί αναμμένο δεν μοιάζει;» και λέγοντας αυτά η κόρη έσκασε στα γέλια.  Ο Γέλων αναστέναξε και πετώντας ένα «κάνε ότι νομίζεις» έφυγε να δει τις κρατικές υποθέσεις που αυτό το καιρό δεν ήταν και λίγες. Όμως, δεν πρόλαβαν, βασιλιάς και λαός να συνέλθουν από το ένα χτύπημα της φύσης, όταν τα στοιχειά της, λες και σαν από πριν συνεννοημένα, είχαν βαλθεί να επιτίθενται στο βασίλειο.
           Ούτε μήνας δεν είχε περάσει από τότε και ένας μεγάλος παγετός απλώθηκε πάνω από τη Χώρα της Χαράς. Η πρώην τυχερή πολιτεία έβλεπε εντελώς ξαφνικά περιουσίες, σπαρτά να καταστρέφονται, όταν έξω από τα όρια της Χώρας ο ήλιος σκορπούσε τις ακτίνες του χωρίς φειδώ να ζεσταίνει ανθρώπους και να βοηθά καλλιέργειες. Ο λαός απελπιζόταν και ο βασιλιάς δεν ήξερε τι να κάνει. 
            Πάνω σε αυτό το κακό χαμό παρουσιάζεται μπρος στο θρόνο ένας  περίεργος άνθρωπος, άγνωστος στη γύρω περιοχή, με ένα μακρουλό πρόσωπο, όχι ιδιαίτερα συμπαθές, μέτριου ύψους με γαμψή μύτη ενώ μια μακριά σταχτιά μπέρτα κάλυπτε τους ώμους τους. Στο κεφάλι φόραγε αντί για καπέλο σαρίκι, όπως αυτά που φοράνε οι Άραβες. Είχε μακριά όμορφα περιποιημένα νύχια, επάνω σε εξίσου όμορφα και μακριά επιτηδευμένα δάχτυλα, που καθώς μιλούσε τα κούναγε όλο χάρη εμπρός στο βασιλιά.
           Προσκύνησε τον Γέλοντα έως κάτω, όπως κάνουν οι παλιάτσοι, παλιάτσος όμως δεν ήταν, και όταν του έδωσε την άδεια ο βασιλιάς μίλησε. Βασιλιά μου, συγχώρα μου το θάρρος της εμφάνισης εμπρός σου, αλλά μεγάλη αποστολή με έφερε εδώ. Ήλθα να μου δώσεις την κούκλα γιατί χάλασε πια.
         Ο Βασιλιάς, τον κοίταξε για λίγο, μέτρησε τον άνθρωπο μα περισσότερο τα λόγια του και πριν του απαντήσει τον ρώτησε. Σε ποια κούκλα αναφέρεσαι καλέ μου οδοιπόρε; Γνωρίζοντας όμως καλά τι του έλεγε. Επιβεβαιώθηκε όταν άκουσε την απάντηση. Μα λέω για τη Κέρινη Κούκλα Βασιλιά μου...Έχει χαλάσει και πρέπει να την πάρω...
           Ο Βασιλιάς σηκώθηκε από το θρόνο του και άρχισε να περπατά σκεπτικός. Ύστερα φώναξε τον Αλφόνσο τον ξυλουργό και τον ρώτησε Πες μου καλέ μου ξυλουργέ, έχει χαλάσει η κέρινη κούκλα; Όχι αποκρίθηκε ο Αλφόνσο. Τότε ο Βασιλιάς ζήτησε να έλθουν κοντά του η Βασίλισσα και η Ματθίλδη. Έκανε την ίδια ερώτηση και από τις δύο πήρε την ίδια απάντηση. Όχι, η κούκλα ήταν μια χαρά.
        Ακούς; Στράφηκε στον μυστήριο άνθρωπο, Δεν ξέρω τι λες εσύ αλλά η κούκλα όχι μόνο δεν έχει χαλάσει αλλά είναι όπως μας την έδωσαν και καλύτερα από τότε.
       Βασιλιά μου...Πήγε να διαμαρτυρηθεί εκείνος, αλλά ο Γέλοντας τον έκοψε λέγοντας Αμφισβητείς τα λόγια του Βασιλιά; Φύγε γίνεσαι ασεβής και κινδυνεύεις να φυλακιστείς.
       Ο ανθρωπάκος υποκλίθηκε και πάλι έως το πάτωμα και αποχώρησε. Μόλις πέρασε τη μεγάλη πόρτα του Κάστρου, πάτησε στο μεγάλο κεφαλόσκαλο, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και σαν καπνός που τον φύσηξε δυνατός αγέρας, εξαφανίστηκε. Ο Βασιλιάς στηρίχτηκε στα μπράτσα του θρόνου και ανασηκώθηκε ξαφνιασμένος αναγκάστηκε όμως να καθίσει αμέσως αφού   η Ματθίλδη τον είχε ήδη αγκαλιάσει  λέγοντας «Ευχαριστώ που δεν έδωσες τη κούκλα καλέ μου μπαμπά.» Τη κοίταξε  ο Γέλων προσεχτικά και της είπε. Μα εσύ δεν παίζεις πια με αυτή! Ναι, απαντά η πριγκιποπούλα, αλλά είναι δική μου! Ο Βασιλιάς ξαφνικά μελαγχόλησε αλλά ήταν πλέον πολύ αργά για να αλλάξει απόφαση... 
      Τι να πει τώρα ο Βασιλιάς. Ποτέ δεν θα καταλάβαινε τη κόρη του. Αμ δεν έπαιζε με τη κούκλα, από την άλλη πρόβαλε αξιώσεις πάνω της. Δεν ήταν αυτό καθόλου καλό, μα καθόλου καλό. 
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙΙ



Ας Παραμυθιαστούμε και όποιοι αντέξουν!.... ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

2        Είχαμε αφήσει τη Ματθίλδη να φεύγει εξαγριωμένη από τα λόγια της Μάνιας ...                           

 

                                 ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

 

       Η φασαρία που έκανε η Ματθίλδη στον πατέρα της για την κέρινη κούκλα ακούστηκε έως έξω από το Κάστρο. Όλοι αναρωτιόντουσαν τι έπαθε ξαφνικά η μικρή, γλυκιά κοπέλα και μίλαγε τόσο άσχημα. Η μικρή πριγκίπισσα ζητούσε με φωνές να πάρει την κούκλα τώρα, ήταν απόλυτα σίγουρη ότι η Μάνια, η γυναίκα που της είχε μιλήσει γι αυτή δεν της έλεγε ψέματα.. Ήθελε τη κούκλα της και αφού ήταν δική της την ήθελε οπωσδήποτε. Από την άλλη ο Βασιλιάς Γέλων και πατέρας της, προσπαθούσε να της εξηγήσει, χωρίς να τα καταφέρνει, τους λόγους που την κράτησε μακριά της τόσα χρόνια. Αλλά η μικρή ούτε που νοιαζόταν να μάθει το λόγο που δεν της την είχαν δώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Φανταζόταν μια τεράστια κούκλα στα χέρια της , φτιαγμένη όχι από ξύλο αλλά από άλλο  υλικό που θα την έδειχνε να μοιάζει σαν άνθρωπος και κόντευε να λιγοθυμήσει από την επιθυμία.

         Ο Βασιλιάς δεν άντεξε την τόση πίεση και υποχώρησε. Στο κάτω της γραφής δική της είναι, σκέφτηκε. Θα στην δώσω, είπε αλλά με μια συμφωνία. Ότι θέλεις μπαμπάκα μου, γλύκανε ξαφνικά η μικρή Ματθίλδη. Θα την προσέχεις σαν τα μάτια σου. Θα παίζεις αλλά δεν θα τη πετάς όπως τα άλλα σου παιχνίδια γιατί είναι ευαίσθητη. Η Ματθίλδη έπεσε επάνω του και τον αγκάλιασε από τη μέση φωνάζοντας «ω, ναι μπαμπά μου, ω ναι, θα τη προσέχω». Ούτε θα τη δίνεις σε άλλα παιδιά να παίζουν, είναι η δική σου προσωπική φίλη και παιχνίδι ταυτόχρονα, συμπλήρωσε ο Βασιλιάς. Ναι, ναι , ναι φώναξε χοροπηδώντας ανυπόμονα η Ματθίλδη. Έτσι, ο Γέλων, μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά έδωσε τη κούκλα στη μικρή.

       Μόλις την πρωτοείδε η Ματθίλδη, της κόπηκε η ανάσα και της λύγισαν τα γόνατα. Τόση ήταν η ομορφιά της κούκλας η οποία κούκλα όσο περνούσαν τα χρόνια λες και ομόρφαινε περισσότερο. Μια τέτοια ιδέα πέρασε από το μυαλό του Βασιλιά προς στιγμή καθώς την ξαναέβλεπε μετά από πολύ καιρό, αλλά περνώντας το χέρι του εμπρός από τα μάτια του γέλασε με αυτό που για μια στιγμή τόλμησε να σκεφτεί. «Τι σου είναι το μυαλό» μονολόγησε και αφού πέταξε ένα «με προσοχή» στην κόρη του, αποχώρησε αφήνοντάς τη να χαρεί το νέο της παιχνίδι.

            Από εκείνη τη στιγμή η κέρινη κούκλα έγινε «αυτοκόλλητη» της Ματθίλδης. Ότι και αν έκανε την είχε συνέχεια αγκαλιά. Έτρωγε; Μαζί. Κοιμόταν; Κοντά της στο διπλανό μαξιλάρι. Φρόντιζε τα ρουχαλάκια της και με προσοχή έβγαζε το καπέλο για να χτενίσει τα μαλλιά της. Μάταια όμως. Όσο και να έψαξε, όσο και αν ρώτησε, ακόμη και ταξιδιώτες που έρχονταν στο Βασίλειο, απάντηση δεν πήρε.

           Η Ματθίλδη, είχε πάψει τις συχνές βόλτες του παρελθόντος και οι φίλοι της την είχαν χάσει. Αλλά και στα μαθήματα έπαψε να είναι πια τόσο επιμελής. Τόσο την είχε απορροφήσει η κούκλα. Κάθε στιγμή το μυαλό της ήταν στραμμένο σε αυτή. Βιαζόταν να τελειώσει ότι έκανε για να την πάρει και βάλει στην καινούργια άμαξα που της είχε φτιάξει ο Αλφόνσο ή για να προσποιηθεί ότι την έβγαζε βόλτα στο βασίλειο με έναν νεαρό Πρίγκιπα, φτιαγμένο από ξύλο αλλά που ήταν ντυμένος από φύλλα χρυσού και αυτή κατασκευή του άξιου ξυλουργού του άντρα της Μάνιας.

               Το αντίγραφο του Κάστρου που είχε από τη γέννησή της σαν δώρο το είχε καταστρέψει ήδη παίζοντας, ήταν διάβολοι πραγματικοί η μικρή και οι φίλοι της όταν μαζεύονταν να παίξουν, και γι αυτό άλλωστε ο Γέλων δεν της έδινε μέχρι τώρα τη κούκλα.   Ο καλός Αλφόνσο για τις νέες ανάγκες του παιχνιδιού της, έφτιαξε ένα όμορφο παλάτι κατάλληλο για την πριγκίπισσα κούκλα της αλλά και έναν Ιππότη για να την συνοδεύει.

                 Υπήρχε από παλιά και η άμαξα που ο Αλφόνσο της πέρασε ένα λουστράρισμα και να έτοιμη και πάλι στη διάθεση του Πριγκιπικού κούκλο ζεύγους για την βόλτα τους στην επικράτεια.

                 Έπιανε αγκαζέ τον Ιππότη στη φαντασία της, η Ματθίλδη και ήταν η μόνη φορά που αποφάσιζε να βγει από το Κάστρο. Μίλαγε στους φίλους της με το ζόρι  και με ύφος χιλίων καρδιναλίων «τι κάνετε Γιαν;» «πώς είστε Πήτερ;» Μόλις έφθανε στον παππού του Πέπε έσκυβε ανάλαφρα επάνω από το κεφάλι του ,   τίποτα δεν ήταν δυνατόν να παραμερίσει την έμφυτη καλοσύνη της, δεν τον χάιδευε βέβαια πια, αλλά του έλεγε «παππούλη πώς έχετε την υγεία σας;». Όσο για τις μαρμελάδες και τα τραπεζώματα σε άλλα σπίτια αυτά ξεχάστε τα. Η Ματθίλδη ήταν πια μια Βασίλισσα, έτσι πίστευε, ήθελε να τα έχει καλά με τον λαό αλλά όχι να είναι ίση με τον λαό ... Σήκωσε ψηλά τη μυτούλα της θεωρώντας πως και που απευθύνει το λόγο σε άτομα κατώτερά της είναι μια γενναιόδωρη παροχή της υψηλότητας της .

            Αυτά έβλεπε ο Βασιλιάς Γέλων και δεν του άρεσαν. Καθόλου δεν του άρεσε ο χαρακτήρας που απέκτησε εντελώς ξαφνικά η κόρη του. Ήξερε μάλιστα από πότε συνέβηκε αυτή η αλλαγή, ήξερε μάλιστα και το λόγο. Δεν του έβγαζε κανείς από το μυαλό ότι για την αλλαγή του χαρακτήρα της κόρης του φταίει η κούκλα! Η μικρή πήρε πολύ νωρίς τη κούκλα στα χέρια και δεν μπορούσε να τη διαχειριστεί. Λοιπόν, κάτι έπρεπε να κάνει.

 

 

                                                   Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

 

          Αποφάσισε λοιπόν ο Βασιλιάς, όπως ήταν πάντοτε δίκαιος προς όλους αλλά όπως γνωρίζουμε και επιεικής, να παρέμβει και να μην αφήσει να καταστραφεί οριστικά ο χαρακτήρας της κόρης του. Έβλεπε βέβαια, ότι ναι μεν εκείνη δυστροπούσε, γινόταν ένα κακότροπο παιδί αλλά η τύχη για το βασίλειό του διαρκώς και αυξανόταν. Ξηρασία έπεφτε ολόγυρα από τη Χώρα της Χαράς αλλά το δικό του Βασίλειο όχι μόνο δεν πάθαινε τίποτα αλλά απέδιδε περισσότερους καρπούς από ποτέ. Μια πολύ κακιά αρρώστια, τι να σας λέω τώρα, ως Πανούκλα είναι γνωστή, σκότωσε χιλιάδες ανθρώπους και από τα δέκα Βασίλεια που ήσαν γύρω από τη Χώρα της Χαράς, και εκείνους δεν τους άγγιξε καθόλου.

            Κάποτε πάλι, μια ορδή από βαρβάρους από την Ανατολή ερχόμενοι, από τόπους μακρινούς και άγνωστους, έφτασαν λεηλατώντας τις γύρω χώρες. Τι θαρρείτε; Μπήκαν στη χώρα του Βασιλιά Γέλοντα; Φυσικά όχι! Όλο αυτό τον καιρό που συνέβαιναν αυτά τα θαυμαστά και περίεργα η μικρή του κόρη έπαιζε συνέχεια με την κέρινη κούκλα της.

             Αλλά, σκέφθηκε ο Βασιλιάς, «αν ποτέ χρειαστεί θα θυσιάσω όχι μόνο τη μοναχοκόρη μου για το βασίλειό μου και τους υπηκόους μου αλλά και τον εαυτό μου τον ίδιο. Να το κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση για μεγάλη και ύστατη ανάγκη αλλά όχι έτσι» και συνέχισε μονολογώντας με θυμό «όχι καταστρέφοντας το χαρακτήρα ενός αθώου παιδιού χωρίς λόγο!»; Γιατί κατάλαβε ότι η κούκλα ανταποδίδει την καλοτυχία, καταστρέφοντας τον χαρακτήρα της μικρής. Σκέφτηκε ο Βασιλιάς ότι όλα μπορούν να γίνουν με μέτρο. Και το παιχνίδι ώστε να χαίρεται η μικρή αλλά και το Βασίλειο να έχει καλή τύχη, αλλά και να πάψει η κόρη του να παίζει συνεχώς με αποτέλεσμα να καταστρέφεται ο καλός και γλυκός χαρακτήρας που είχε.

     Αποφάσισε λοιπόν, να της πάρει τη κούκλα και να της την δίνει να παίζει όταν η μικρή θα έχει τελειώσει από όλες τις άλλες της υποχρεώσεις μαθητικές και κοινωνικές. Πρώτα λοιπόν τα μαθήματα, μετά βόλτα και παιχνίδι με τους φίλους και ύστερα όση ώρα ήθελε θα μπορούσε να έχει και πάλι τη κούκλα.

         Η πίτα ολόκληρη που λένε και ο σκύλος  χορτάτος.

         Έτσι σκεφτόταν ο Βασιλιάς αλλά λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Ο Γέλοντας πήρε τη κούκλα της μικρής, και βγήκε από το Κάστρο πηγαίνοντας να επιθεωρήσει τους στάβλους του. Όταν γύρισε αργά το βράδυ, είδε στο δωμάτιο τη κόρη του να παίζει με τη κούκλα, και ακόμη είδε ότι, από τον Ιππότη που ο Αλφόνσο είχε κατασκευάσει για να  συντροφεύει τη κούκλα, να του λείπει το ένα πόδι από το δε Παλάτι που θα ήταν το σπίτι τους, και αυτό δημιούργημα του καλού του ξυλουργού, να είναι σπασμένα οι πόρτες, τα παράθυρα και ένας πυργίσκος του.

    Τι έγινε εδώ; Ρώτησε τη γυναίκα του. Εκείνη με κατεβασμένα μάτια ψιθύρισε «συγχώρα με άντρα μου και αφέντη μου, εγώ της  έδωσα τη κούκλα. Μόνο να έβλεπες πως έκανε, φοβήθηκα η έρμη. Έσπαγε, φώναζε, ούρλιαζε όπως τότε που σου τη πρωτοζήτησε». «Λες και τη βλέπω» είπε ο Βασιλιάς. «Μα αυτό δεν ήταν τίποτα» συνέχισε η βασίλισσα, σχεδόν λιποθύμησε άρχοντά μου» αυτά είπε η βασίλισσα και μόλις άκουσε ειδικά αυτό το τελευταίο ο βασιλιάς προχώρησε ήσυχα προς το δωμάτιο της κόρης του.   Έριξε  μια κλεφτή ματιά και την είδε εκστασιασμένη να ασχολείται με τη κέρινη κούκλα!

 «Κάτι πρέπει να κάνουμε» είπε αργά και έφυγε. 

             Περνούσαν έτσι οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια της μικρής Ματθίλδης με παιχνίδι και ιδιοτροπία, με κλάμα και φωνές όταν ο μπαμπάς ήθελε να διορθώσει αυτή την ιδιοτροπία με το ζόρι, αλλά περνούσαν και για τη Χώρα της Χαράς με Τύχη πολλή όσο εκείνη έπαιζε με την κέρινη κούκλα της. Και η κούκλα, α η κούκλα, σωστά είχε δει ο Βασιλιάς και ας μη το πίστεψε, ας το πέρασε για παιχνίδισμα των ματιών ... Πραγματικά ψήλωνε! Όχι πολύ, ελάχιστα, αλλά σίγουρα σε σημείο που άρχισαν τα ρούχα να μη της χωράνε. Το έβλεπε η Ματθίλδη και στην αρχή απορούσε αλλά δεν είπε τίποτα. Μετά χάρηκε γιατί σκέφθηκε ότι θα την έχει σαν πραγματικό μωρό, πραγματική αδελφή που όμως θα τη κάνει ότι θέλει ... Ζήτησε κρυφά από τον καλό της Αλφόνσο, παρ ότι τόσο τον πίκρανε σπάζοντας τα παιχνίδια του, να της φτιάξει μεγαλύτερα ρούχα για τη κούκλα «όχι το λόγο δεν στο λέω» του είπε στην αρχή, αλλά βλέποντας το βλέμμα του που την κοίταγε επίμονα και με απορία πρόσθεσε «έτσι να κάνω πως μεγαλώνει καλέ Αλφόνσο» του είπε ναζιάρικα σχεδόν παρακαλετά.

             Ο Αλφόνσο γέλασε με τη μικρή και ανέθεσε στη γυναίκα του τη Μάνια, με υφάσματα που πήρε από το παλάτι, να φτιάξει δεύτερα, πιο μεγάλα ρούχα, για τη κούκλα. Η Μάνια μόλις άκουσε για πιο μεγάλα ρούχα αν και δεν ήταν σίγουρη κατάλαβε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με τη κούκλα, κάτι που σίγουρα δεν θα έβγαζε τη βασιλοπούλα σε καλό. Έτσι, ανέλαβε με μεγάλη προθυμία να κατασκευάσει τα ρούχα και μάλιστα αυτά που έφτιαξε ήσαν τόσο όμορφα και μεγαλοπρεπή όσο εκείνα που φόραγε, η κερένια κούκλα, όταν την πρωτόφεραν στο παλάτι. Βέβαια, όμοια ήταν αδύνατο να κατασκευάσει. Έφτιαξε λοιπόν ρούχα σαν εκείνα που ήξερε, που φόραγαν οι αρχοντοπούλες στην εποχή της. «Αν δεν θέλει, ας μη της τα φορέσει» είπε μέσα της με κακία.  

 

                   

                                           ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΩΝ ...

                 Η κούκλα όχι μόνο ψήλωνε αλλά και έδειχνε ευχαριστημένη. Έδειχνε να την ευχαριστεί ακόμη και η νέα της φορεσιά. Ένα περίεργο χαμόγελο είχε σχηματιστεί σχεδόν μόνιμα στο όμορφο πρόσωπό της ειδικά αυτό πιο έντονα όταν η μικρή βασιλοπούλα φερόταν ως ψηλομύτικο και κακότροπο πλάσμα. Αν ποτέ τύχαινε η μικρή να την αφήσει, κόντευε τα δώδεκα πια, μια δυο μέρες χωρίς να παίξει μαζί της, ενώ έπαιζε την ίδια ώρα είτε με τον Γιαν είτε με τα άλλα παιδιά, η κούκλα μαράζωνε και τα χείλη της λες και σφίγγονταν από ένα περίεργο θυμό. Τότε, ακόμη και τα καινούργια ρούχα που φόραγε της φαίνονταν άβολα. Όλα της έφταιγαν. Όμως πέρα από αυτό τίποτα άλλο σημαντικό. Τίποτα έως ότου η Ματθίλδη έγινε δώδεκα χρονών. Μια πανέμορφη, καλοσχηματισμένη, νεαρή κοπέλα, αρκετά αναπτυγμένη ακόμη και για την ηλικία της. Μια πανέμορφη κοπέλα που τα ωραία ρούχα την έκαναν να φαίνεται ακόμη ομορφότερη και από νωρίς περιζήτητη στους νεαρούς Ιππότες της γύρω περιοχής. Έτσι ήταν τότε τα ήθη και τα έθιμα για τις νεαρές κόρες κυρίως των αρχόντων αλλά και των εύπορων οικογενειών. Συνήθιζαν να τις ζητάνε σε γάμο από νωρίς ώστε να γίνονται γάμοι πλούσιοι και συμφέροντες από κάθε πλευρά.

            Ο Γέλων όμως, δεν είχε καμία διάθεση να δεσμεύσει από τώρα τη μονάκριβη θυγατέρα του. Ο Δημιουργός του Σύμπαντος Κόσμου, του Ήλιου και των Άστρων, του Φεγγαριού και εκείνης της τεράστιας πλάνης που ήταν πέρα μακριά και εκείνοι που γνώριζαν αποκαλούσαν Θάλασσα, δεν του χάρισε γιο. Ήταν επόμενο λοιπόν η Ματθίλδη να είναι για τον Γέλοντα και κόρη και γιος. Ποτέ δεν θα άφηνε να γίνει μια δεύτερη, μια Βασίλισσα σε ένα άλλο Βασίλειο και ας την αγαπούσε ο άντρας της όσο εκείνος αγαπούσε τη δική του γυναίκα. Η Ματθίλδη θα στεφόταν η ίδια Βασίλισσα σε τούτο το Κάστρο και όποιος ήθελε να την παντρευτεί, θα το έκανε με αυτό και μόνο τον όρο. Όλα τα υπόλοιπα ο Γέλων τα θεωρούσε περιττά. 

             Την ημέρα που η Ματθίλδη έγινε δώδεκα χρονών, ο Βασιλιάς έκανε μεγάλη γιορτή στο Κάστρο. Ήλθαν μουσικάντηδες, χορευτές, γελωτοποιοί, στήθηκαν σκηνικά όπου έπαιζαν κουκλοθέατρο και φυσικά εκτός από τους λαμπρούς προσκεκλημένους , Κόμητες και Δούκες με τις κυρίες τους και τα «υψηλά» τέκνα τους, στη γιορτή προσκλήθηκε όλος ο λαός. Φυσικά και δεν πήγαν όλοι οι υπήκοοι, δεν γινόταν άλλωστε, αλλά πήγαν πολλοί, πάρα πολλοί. Το Κάστρο γέμισε ασφυκτικά, τα μπαλκόνια του, ως έτοιμα να γκρεμιστούν αφού οι προσκαλεσμένοι σχεδόν κρέμονταν σαν τα σταφύλια πάνω σε αυτά, οι κήποι έμοιαζαν λες και φύτρωσαν νέου είδους λουλούδια, λουλούδια δίποδα που περπατούν, μιλούν, χορεύουν , πειράζουν το ένα το άλλο. Ανάμεσα δε σε αυτό το πολύβουο πλήθος πολλά παιδιά. Ο Γιαν, ο Πήτερ, η Μάρθα, η Κλώντια, ακόμη και η μικρή Κρίστι που δεν ήταν πια μωρό. Ο Ταόμας και ο Τομ δίδυμα, ο Ζίκφριντ και η Κλέλια,  η Δόνα και ο Ντιλέϊνυ αλλά και άλλα πολλά γνωστά στην Ματθίλδη ή άγνωστα αφού είχε εδώ και πολύ καιρό κόψει τις συχνές βόλτες στη Χώρα της Χαράς και δεν ενημερωνόταν ούτε για τα νέα γεννητούρια, ούτε καλοθυμόταν μερικούς από τους παλιούς της φίλους.

            Έκαναν τα παιδιά  ένα μεγάλο κύκλο, άναψαν μια μεγάλη φωτιά και άρχισαν να πηδάνε, συναγωνιζόμενοι ποιος θα πηδήξει ψηλότερα. Γέλια, φωνές, αγκαλιάσματα. Θυμήθηκαν και πάλι ο ένας τον άλλο. Ξαναγνωρίστηκαν. Ακόμη και τα αρχοντόπουλα, που στην αρχή στεκόντουσαν παράμερα με ξινισμένα μούτρα και ύφος υπεροπτικό, μετά από λίγο δεν άντεξαν και μπήκαν στο παιχνίδι. Τότε, όταν  η φωτιά ξεπάγωσε το αίμα τους, άρχισαν και αυτά να χαχανίζουν και να χαίρονται σαν όλα τα παιδιά, τα απλά παιδιά του λαού. Γιατί το παιδί πάντα παιδί είναι.

         Και η κούκλα; Η  κερένια κούκλα που ήταν όλη αυτή την ώρα; Η Ματθίλδη, με προσοχή, είναι αλήθεια, την έβαλε σε ένα ντουλάπι και πάλι με προσοχή έκλεισε τη πόρτα του και κλείδωσε. Α, αν έβλεπε κανείς όλη αυτή την ώρα το πρόσωπο της κούκλας. Σχεδόν ξεχασμένη στο ντουλάπι, έτσι ένιωθε και ας ήταν λίγες ώρες εκεί, κλειδωμένη, χωρίς να συμμετέχει σε κανένα από τα παιχνίδια, άκουγε από μακριά και τις χαρούμενες παιδικές φωνές που τι άλλο έκαναν από το να παίζουν, το πρόσωπο της κούκλας είχε πάρει μια πολύ άσχημη όψη. Μια όψη που θα τη φοβόταν όποιος την έβλεπε. Ευτυχώς, ούτε η Ματθίλδη μπορούσε να την δει ούτε άλλος κανείς όπως ήταν.

            Η γιορτή γενεθλίων τελείωσε, η τούρτα βγήκε, τα κεριά σβήστηκαν και σιγά- σιγά όλοι αποχώρησαν να αφήσουν τη βασιλική οικογένεια να ξεκουραστεί. Η Ματθίλδη όμως κουρασμένη και ικανοποιημένη από το παιχνίδι με τα φιλαράκια από τα παλιά ξέχασε τη κούκλα στο ντουλάπι. Ολόκληρο το βράδυ η κούκλα ζούσε τη δική της ξεχωριστή άσχημη βραδιά. Όλοι ήσαν χαρούμενοι εκτός από τη κούκλα. Το ξημέρωμα με το καθάριο φως και τις ελάχιστες υποχρεώσεις για τη κόρη του βασιλιά, λόγω της εξάντλησης της προηγούμενης βραδιάς, δεν θα διόρθωνε πολλά πράγματα. Το μόνο καινούργιο που έκανε η Ματθίλδη ήταν να βγάλει από το ντουλάπι την όμορφη κούκλα της και αφού την έσφιξε γερά στην αγκαλιά της και την τοποθέτησε ψηλά  σε ένα άλλο ράφι ως στόλισμα. Εκεί την άφησε, ντύθηκε και βγήκε τρέχοντας, όπως κάποτε, να βρει τα φιλαράκια της. Αυτή η φωτιά είχε κάνει θαύματα. Είχε ανασυγκολλήσει παλαιές φιλίες. Κανείς δεν ρώταγε ποιος έφταιγε που χαθήκανε. Όλα τα προβλήματα καήκανε στη μεγάλη βραδινή φωτιά των γενεθλίων ... Καήκανε αυτά, όμως αρχίσανε άλλα ...

       

 

 

                                        Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΩΒ

 

 

           Η περίεργη γυναίκα με τα μωβ και το νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά, μόλις έδωσε τη κερένια κούκλα ως δώρο για τη κόρη του βασιλιά, αποχώρησε αφήνοντας τους πάντες πίσω της να θαυμάζουν εκστασιασμένοι. Περπάτησε  ίσα, ανάμεσα από τα σπίτια των υπηκόων της Χώρας της Χαράς και κατευθύνθηκε με ανάλαφρο βήμα προς το δάσος. Πίσω της έτρεξαν κάποια παιδιά με την ελπίδα ότι και αυτά θα έπαιρναν παρόμοιο δώρο αν της το ζήταγαν. Έστω κάτι μικρότερο ... Εκείνη όμως ξαφνικά σταμάτησε, τα κοίταξε, χαμογέλασε και εξαφανίστηκε λες και δεν υπήρξε ποτέ, αφήνοντας πίσω της ένα σύννεφο σταχτί και μωβ.  Τα  παιδιά έμειναν σύξυλα να κοιτάζουν το σημείο που κάποτε στεκόταν η γυναίκα με τα μωβ και πότε κοίταζε ερωτηματικά και με γουρλωμένα μάτια το ένα το άλλο. Αποφάσισαν να μη πουν τίποτα και γύρισαν στη μεγαλόπρεπη γιορτή για τα γεννητούρια και βάλθηκαν να θαυμάζουν τα δώρα της βασιλοπούλας.

         Ο κόσμος που βρέθηκε μετά την εξαφάνισή της η γυναίκα με τα μωβ ήταν ένας κόσμος που οι άνθρωποι μόνο καβάλα στα όνειρα τους μπορούν να πλησιάσουν. Κόσμος της μαγείας, σε Σύμπαν μακρινό και παράλληλο με το δικό μας, απ όπου οι περίεργοι αυτοί κάτοικοι,  μάγοι όλοι τους, κανονίζουν τις τύχες μας και δίνουν νέους στόχους και κίνητρα  στη ζωή μας.  . Σε μια πεδιάδα κατάφορτη από λουλούδια κάθε χρώματος, ενός τεράστιου Άστρου, πλανήτης στην πραγματικότητα, που φεγγοβολούσε ένα μωβ και λευκό φως, ζούσαν όλοι αυτοί οι μάγοι . Όλοι; Όχι όλοι φυσικά. Κακοί και μοχθηροί  μάγοι αγκομαχούσαν καθημερινά και λύπες σκορπούσαν ζώντας μέσα σε χαράδρα που ήταν   αριστερά από την πεδιάδα. Δεξιά από την πεδιάδα άλλη τεράστια χαράδρα με άλλους μάγους. Αυτούς δεν θα μπορούσες να τους πεις απόλυτα κακούς. Αλλά να πως έχει, δεν είναι μάγοι που μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη. Μεθύστακες που ζουν μέσα σε συνεχή γλέντια, η μία κραιπάλη διαδέχεται την άλλη και μετά θυμός και καυγάδες. Ανισσόροποι μάγοι. Στη πραγματικότητα αυτές οι δυο ομάδες ζουν σαν φυλακισμένοι γιατί αλίμονο αν κατορθώσουν να δραπετεύσουν. Θα καταστρέψουν όχι μόνο το δικό τους αλλά κάθε Σύμπαν!

        Ας αφήσουμε όμως στη δυστυχία τους αυτές τις δύο ομάδες του μαγικού κόσμου και ας ρίξουμε μια κρυφή ματιά στο είδος των μάγων που αποτελεί την καλή και σωστή κοινωνία του άστρου με το μωβ και λευκό φως.

       Μια όμως και δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτό το μακρινό μαγικό αστέρι και μόνο στα όνειρα εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να το δούμε, τι θα λέγατε να το ονοματίσουμε με όνομα της επιλογής μας; Να δώσει λοιπόν ο καθένας τη δική του επιλογή σε αυτό. Εμπρός λοιπόν, ξεκινώ εγώ και το λέω πρώτος «ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ» εσείς ας το πείτε όπως θέλετε ...

       Αρχικά να πούμε ότι το άστρο Δον Κιχώτης που ήταν σε άλλο Σύμπαν από το δικό μας, όπως ήδη είπαμε και φυσικά φωτιζόταν και θερμαινόταν από άλλο ήλιο, μικρότερο αλλά παλαιότερο από τον δικό μας, είχε πολλές ομοιότητες με τη Γη μας. Νερό δεν είχε πολύ, τουλάχιστον στην επιφάνεια, αλλά κατά περίεργο τρόπο είχε πολλή βλάστηση και κυρίως λουλούδια.

       Στο άστρο Δον Κιχώτης λοιπόν όπως είπαμε κατοικούσαν κυρίως μάγοι. Καλοί, κακοί και τρελοί μάγοι. Τη ζωή των κακών και των «τρελών» μάγων την είδαμε και την περιγράψαμε.  Ζωή γεμάτη από λύπη ή κραιπάλες.  Οι καλοί μάγοι, από την άλλη, ζούσαν λιτή ζωή.  Μάζευαν  έφτιαχναν μέλι  με διαφορετικό τρόπο απ ότι εμείς, αλλά και το μέλι τους, εξίσου νόστιμο, ήταν διαφορετικό. Με άλλο τρόπο το ψωμί τους, διάφορα ποτά, φαγητά, και πράγματα πρώτης χρήσεως κυρίως με πρώτη ύλη από τα δέντρα. Ότι κρέας έτρωγαν ήταν μόνο από εκείνο που έφερναν μετά από τις επισκέψεις τους σε άλλους πλανήτες. Ζώα μεγάλα ή μικρά δεν υπήρχαν σε αυτό το άστρο. Τουλάχιστον όχι αυτά τα χρόνια που στη γη μας γεννήθηκε η κόρη του βασιλιά Γέλοντα ... Παλιά, πολύ παλιά κανείς δεν γνωρίζει.

       Τα σπίτια σχεδόν όλα όμοια μεταξύ τους με μοναδική διαφορά τις στέγες  και τους κήπους τους. Το άστρο- πλανήτης Δον Κιχώτης είχε δυο Φεγγάρια ... Τον Μέρλιν και την Κίρκη. Κάθε που γινόταν το «χάσιμο» του  πρώτου φεγγαριού, του Μέρλιν, συγκεντρώνονταν οι μάγοι και έκαναν προτάσεις για θέματα που είχαν δει σε άλλους πλανήτες σε άλλα ηλιακά συστήματα ή και στο δικό τους και έπρεπε να αποφασίσουν αν θα  παρέμβουν.

        Όμως, όταν γινόταν το χάσιμο της Κίρκης, του άλλου φεγγαριού, κάθε μάγος ή μάγισσα, αυτοσυγκεντρωνόταν και αποφάσιζε αν πρέπει να αναλάβει αποστολή, ποια αποστολή του πρέπει και με ποιους όρους θα πραγματοποιήσει αυτή. Κάπως έτσι, η γνωστή σε εμάς γυναίκα με τα μωβ, διάλεξε τον Γέλοντα, την Ευτυχία καθώς και τη νεογέννητη κόρη τους ως την επόμενη αποστολή της.

     ...Η γυναίκα με τα μωβ όταν γύρισε στο τόπο της, είχε αλλάξει εντελώς.  Κατευθύνθηκε προς το σπίτι της κρατώντας πια από το χέρι το κοριτσάκι της που  σε αυτό τον κόσμο δεν ήταν και αυτό πια το μικρό κορίτσι που γνωρίσαμε να κρατά από το χέρι  της, αλλά μια πανέμορφη κοπέλα   δώδεκα χρονών. Καθώς προχωρούσαν δεν άφηναν τώρα πίσω τους το μωβ και σταχτί σύννεφο αλλά πλέον τις τύλιγε μια γαλάζια απαλή σαν αύρα δροσιά.

      

 

                                                Η ΓΗ ΚΙΝΕΙΤΑΙ

           Τα πάντα για λίγο καιρό κυλούσαν ήσυχα στο Βασίλειο του Γέλοντα λες και τίποτα πια δεν θα μπορούσε να ενοχλήσει την ησυχία του άρχοντα και των υπηκόων του. Ακόμη και η δυστροπία της κόρης του είχε πάει στην άκρη, έπαιζε πια με τα φιλαράκια, παιχνίδια φυσικά που άρμοζαν σε κοπέλα δώδεκα χρονών και όχι σε νήπιο ή κανένα μικρό παιδάκι και όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι. Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση και ο λαός τους προσκυνούσε όλο λατρεία γιατί αχάριστος δεν ήταν.

           Και η κούκλα; Κατ αρχάς ρωτήστε αν έπαιζε η Ματθίλδη με τη κούκλα. Όχι λοιπόν ... Η Ματθίλδη, μεγάλο παιδί πια, είχε που είχε πάρει τη κούκλα δυο χρόνια πριν, πώς να παίξει ακόμα με αυτή; Όσο όμορφη και αν ήταν, μαγική σχεδόν, για τέτοια ήταν τώρα η ωραία μας δεσποινιδούλα; Την είχε βάλει ψηλά σε ένα ράφι σαν στολίδι και είναι αλήθεια ότι φρόντιζε ακόμη να μη της λείπουν από δίπλα τα όμορφα, μόλις κομμένα από το κήπο ολόδροσα λουλούδια. Νόμιζε ότι έτσι ευχαριστούσε τη κούκλα αλλά ... Εκείνη όλο και δυστροπούσε, όλο και κατέβαζε τα μούτρα, πράγμα που κάποτε τα αθώα παιδικά μάτια της μικρής το έβλεπαν αλλά τώρα έκανε ως μεγαλύτερη ότι δεν το καταλάβαινε. Ουσιαστικά αδιαφορούσε.

           Και ο Βασιλιάς; Ούτε που θυμόταν τις οδηγίες της γυναίκας με τα μωβ. Ούτε που σκέφτηκε ότι αν έφερνε τόση τύχη αυτό το παιχνίδι όταν κάποιος έπαιζε  μαζί του τι θα γινόταν  όταν σταματούσαν να παίζουν με αυτό. Κοιμόταν ήσυχος όπως δεν πρέπει να κοιμάται κανένας αφέντης κανενός τόπου.

          Είχαν περάσει τρεις ολόκληροι μήνες από τότε που η μικρή πριγκίπισσα έκλεισε τα δώδεκα χρόνια. Ένα βράδυ, πολύ αργά πριν πρωτολαλήσει ο πετεινός προειδοποιώντας για την Αυγή, το ξημέρωμα που καταφθάνει, στη Χώρα της Χαράς μεγάλη βροχή άρχισε να πέφτει. Έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα. Αστραπές λες και ο Ουρανός είχε στήσει γιορτή με βεγγαλικά, κεραυνοί που χαράκωναν ξαφνικά τη νύχτα και με ένα τεράστιο θόρυβο έσκαγαν στην επιφάνεια της γης. Οι κάτοικοι της Χώρας της Χαράς έντρομοι, είναι η αλήθεια, λαός και Βασιλείς, παρακολουθούσαν το ξεφάντωμα των Θεών, περιμένοντας από ώρα σε ώρα είτε η οργή τους να καταλαγιάσει είτε αυτή η οργή να τους συμπαρασύρει όλους σε ένα χορό θανάτου.

             Ενώ όλοι ξύπνοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας πιασμένοι χέρι -χέρι εύχονταν να περάσει το κακό, πολλοί άρχισαν εντελώς ξαφνικά να αισθάνονται κάτι πρωτόγνωρο.

 «Βοήθεια, βοήθεια» ούρλιαζαν όλοι απελπισμένοι και δεν φαινόταν ότι υπήρχε κάποιος να έχει τόση δύναμη να τους βοηθήσει. Να πει στη γη σταμάτα να κινείσαι και αυτή να σταματήσει τον τρελό της χορό. Τι κι αν έβρεχε, τι και αν οι κεραυνοί αυλάκωναν επικίνδυνα ουρανό και γη, λαός και βασιλείς πετάχτηκαν έξω από τα κτίρια που κατοικούσαν έντρομοι και έκαναν να σμίξουν στη πλατεία της Χώρας. Μπρος ο Βασιλιάς με τη Βασίλισσα, από το χέρι η καλά ντυμένη από ώρα κόρη τους και γύρω τους ο λαός να τους ζητά προστασία. Και τότε, λες και δεν έφτανε η βροχή, οι κεραυνοί, που σταματημό δεν είχαν, ο σεισμός που τους έκανε έξω να πεταχτούν νάτο και το ποταμάκι ... Βρήκε την ώρα να φουσκώσει και με ορμή άρχισε να μπαίνει σε σπίτια και να καταστρέφει περιουσίες, να κατευθύνεται προς τις καλλιέργειες και να πνίγει τα σπαρτά. Δεν γλύτωσαν ούτε τα  κοτέτσια από την καταστροφική του μανία και τα καημένα τα πουλιά δεν εύρισκαν τόπο για να κρυφτούν και να ξεφύγουν τον πνιγμό.

           Τριάντα λεπτά κράτησε όλο αυτό. Τριάντα λεπτά απόλυτου τρόμου και απελπισίας. Κλάμα και οδυρμός, η Μάνια βρήκε την ευκαιρία να καταραστεί τη Ματθίλδη και ενώ όλοι την κοίταγαν έκπληκτοι άρχισαν παρ όλα αυτά να είναι σκεπτικοί μήπως για κάτι φταίει ο Βασιλιάς τους και τόσο τους εκδικούνται οι Θεοί και η Φύση. Μα όλα μαζί; Δεν είναι δυνατόν, σκέπτονταν ...

          Αλλά δυστυχώς γι αυτούς, αυτό που αντιμετώπισαν εκείνη τη βραδιά, έμελλε να είναι μονάχα η αρχή.    

 

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ....


Η Πρώτη μου Εγγραφή! (Blogame)

 

Η  Μάνια, γνωστή ανεμοδούρα, μέσα  από το μπλοκ της "Καληνύχτα", θέλησε και πάλι να δημιουργήσει στρόβιλο.Δημιούργησε λοιπόν ένα Μπλοκοπαίχνιδο με θέμα: Γιατί μπλοκαρε  ο καθένας μας και πως... Κάλεσε και ξανακάλεσε και τελειωμό δεν είχε.!

 

Ο στρόβιλος της περνώντας από τα μέρη μου με πήρε και με σήκωσε. Να εκεί στην άκρη. Σε μια γωνιά με πέταξε δίπλα σε άλλους πρωτοπόρους γνήσιων ιδεών. Ως καλός επεξεργαστής δεν έχασα την ευκαιρία και χραπππ την εκμεταλλεύτηκα και παίρνοντας, σιγά μη ρώταγα κιόλας, τη σκυτάλη από τη Μάνια αντέγραψα το μπλοκοπαίχνιδο.

Να πω την αλήθεια ούτε που θυμάμαι τα πραγματικά περιστατικά που με οδήγησαν στον ΠΑΘ. Η ματαιοδοξία; Η απελπισία; Ένας άπελπις Δον Κιχωτισμός; Δεν γνωρίζω. Πάντως στις 27 12 2008 το απετόλμησα και τι προέκυψε; Να προσπαθώ να βρω κάτι που είτε δεν υπάρχει και αν υπαρχει δεν μπορεί να το συλλάβει ανθρώπινος νους. Τον Θεό!!!

Αυτή λοιπόν είναι η δική μου πρώτη εγγραφή: Χαρείτε τη και "τράβα μαλλί,τράβα μαλλί" να  ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ...

Λοιπόν ας συνεχίσουμε, τι λέτε; Ας σπρώξουμε ακόμη περισσότερο την όμορφη ιδέα της Μάνιας και αν διασκεδάσουμε ας μας βγάλει αυτή όσο μακριά μπορέσει... Για να θυμηθούμε...

Παιχνίδι λοιπόν 

1.πως που πότε και γιατί σας έκατσε η ιδέα να ξεκινήσετε το μπλογκ σας. 

2. Πρώτη εγγραφή  και συναισθήματα. 

παίζουν... 

 

Η Γιώτα έμπλεη ευαισθησίας από το μπλοκ

 

 

Ο Pan με μια ευαισθησία που λείπει από δημοσιογράφους από το μπλοκ

kartson

 

 

Η Ντίνα που ντύνει με αισθήσεις και ποίηση τον κόσμο του ΠΑΘ από το μπλοκ

Παράδεισος και Κόλαση

Ο Κώστας με λογοτεχνία και ζωγραφική από το μπλοκ

ΔΙΑΣΧΙΖΩ

Ελπίζω να συνεχίσετε και αν το κάνετε τότε θα "βρεθούμε στους Μπαξέδες"....


ΑΝ ΕΙΧΑ, ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΙΔΕΑ!... 3 ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ...

Που είχαμε μείνει; Α ναι, εκεί που η μικρή καλή ιδέα αντίκρυσε, μετά από το ατύχημα στο γήπεδο, ένα κόσμο γεμάτο νεογέννητες μικρές, μικρούτσικες, τόσες δα, άλλες ιδέες. Σκέφθηκε είπαμε ότι έπρεπε να συμπεριφερθεί ως μεγάλη αδερφή. χα χα Μικρή καλή ηλίθια ιδέα!

 

Ενώ η μικρή καλή ιδέα μας, ήδη πολυταξιδεμένη, με τόσες εμπειρίες, τόσες γνωριμίες και ολομόναχη παρακαλώ! Χωρίς να είναι σφηνωμένη στον εγκέφαλο κανενός ή καμίας, βλέποντας με τα δικά της μάτια και όχι με αλλουνού. Πλησίασε και άπλωσε το χεράκι της. Αλλά η μια νεογέννητη ιδέα της ξέφυγε με τέχνη περιγελώντας την. «Καλά θα δεις» σκέφτηκε η ιδέα μας γελώντας και άρχισε να παίζει πιο δυνατά. Μαζεύτηκαν όλες οι νεογέννητες ιδέες και έγιναν σαν μια φωτιά. Σταμάτησαν για λίγο μπροστά της και μετά με μια ξαφνική κίνηση όλες μαζί επιτάχυναν προς το δάσος αφήνοντας πίσω τους μια αχλή από φως. Ενθουσιάστηκε η Ιδέα μας, πήδηξε ψηλά στον αέρα, φώναξε «γιούπιιιι» και ακολούθησε καταφέρνοντας να πιάσει εκείνη την ιδέα που είχε ξεμείνει τελευταία «έλα εδώ εσύ πονηρή» είπε θριαμβευτικά.

        Όμως ο θρίαμβος αμέσως μετατράπηκε σε λύπη όταν ανοίγοντας το χεράκι της είδε λιωμένη αυτή που νόμισε για νεογέννητη ιδέα. «Μα τι έκανα;» αναρωτήθηκε, «πόσο ηλίθια μπορεί επιτέλους να είμαι, που δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια ιδέα από μια πυγολαμπίδα!» Έβαλε τα κλάματα και κατάλαβε ότι στη πραγματικότητα ήταν η πρώτη φορά που έκλαιγε. Έφυγε από τον τόπο του «εγκλήματος» και κράτησε το ένοχο κεφάλι της πολύ χαμηλά. Δεν συγχωρούσε με τίποτα τον εαυτό της. Όχι, δεν ήταν καθόλου άξια να καθοδηγήσει ανθρώπινο όν. Σκεφτική προχωρούσε και λοιδορούσε τον εαυτό της όταν από μακριά άκουσε ένα ήχο που όμοιό του ίσαμε τώρα δεν είχε ματακούσει. Ένα ήχο που μίλαγε απευθείας στη καρδιά του ανθρώπου. Λόγια ήπια, ακαταλαβίστικα μεν, αλλά γεμάτα γαλήνη. Άφησε να την καθοδηγήσει η ακοή της και ... Και να εμπρός σε μια εκκλησία. Ο Ναός είχε ολονυκτία, άκουσε η ιδέα, να λένε οι άνθρωποι που προσέρχονταν, και δεν έχασε την ευκαιρία να τρυπώσει για να ζεσταθεί και να ακούσει αυτές τις πρωτόγνωρες γι αυτή ψαλμωδίες, τα πρωτόφαντα γι αυτή λόγια.

     Σιγά- σιγά άρχισαν και πάλι να ανεβαίνουν δάκρυα στης μικρής ιδέας τα μάτια.  Το βιβλιαράκι που της έπεσε στα χέρια μέσα στο ναό διηγιόταν ιστοριούλες που κάποιες της φαινόντουσαν ευφάνταστες αλλά με πάρα πολύ καλό ηθικό δίδαγμα. «Αγάπα και Συγχώρα, διάβαζε ακόμη και τον Εχθρό σου!». Τι ωραίο! Ανάτρεξε πιο πίσω στο βιβλιαράκι και έπεσε πάνω στο μύθο του Ιωνά, εκείνο ξέρετε τον Προφήτη που τον κατάπιε το μεγάλο Ψάρι. «όπως συνέβη με εμένα» σκέφτηκε η Ιδέα. Αφού ηρέμησε και συνήλθε από το περιστατικό με τη πυγολαμπίδα σκέφτηκε «δεν μπορεί, εδώ θα βρω τον κατάλληλο άνθρωπο να με κάνει κτήμα του για να τον βοηθήσω» για να προσθέσει «αν όχι εδώ που αλλού;».

     Όταν λοιπόν έφθασε η ώρα να μοιράσει ο παπάς το αντίδωρο, στέκεται δίπλα του και η ιδέα μας με τα χέρια στη μέση και σε κάθε έναν που ερχόταν του πρότεινε «μήπως εκτός από το ψωμάκι θα θέλατε και επιτυχία στη ζωή με μια καλή ιδέα δηλαδή εμένα;» Κοίταγε ο κόσμος, άλλος άκουγε μια φωνούλα δεν έβλεπε τίποτα, άλλος κατάφερνε και την έβλεπε αλλά δεν έδινε σημασία ώσπου έγινε μέσα στην εκκλησία κόλαση! Δεν είχε πάρει είδηση η κακομοίρα η ιδέα μας ότι την ώρα που κυνήγαγε τις πυγολαμπίδες, μια δυο από αυτές χώθηκαν ανάμεσα στα πυκνά της μαλλιά γιατί τα πέρασαν θάμνους. Τόση ώρα έμειναν εκεί και αποφάσισαν ότι ώρα ήταν να βρουν τις άλλες. Καλός ο θάμνος αλλά μοναξιά βρε παιδί μου. Αποφάσισαν να δραπετεύσουν την ώρα που φώναζε χοροπηδώντας η ιδέα «πάρτε με καλοί μου άνθρωποι, είχα και εγώ μια περιπέτεια όμοια με του Ιωνά. Πάρτε με να σας διηγηθώ πως ένιωσε από κοντά».

      Ήταν η ίδια στιγμή που  η κυρά Θεώνη, πιστή όσο κανείς αλλά και αλαφροΐσκιωτη, πλησίασε να λάβει αντίδωρο απ του παπά το χέρι. «Ίιιιιιιι» ουρλιάζει «τιν τουτ΄ μανούλαμ;» σπίθς πετάγει απ τσι μαλλούρεςτις ο διαουλος» «όξω διόλι, όξω»! Πέντε δυνατοί άνδρες και δεν μπορούσαν να κρατήσουν την κυρά Θεώνη. «Σε ποια φωνάζεις;» έλεγε ο ένας, «αλήθεια κάποια υπήρχε εδώ αλλά σπίθες δεν είδα» «σώπα βρε Τάκημ σγα σγα θα μας πεις ότι έβλεπες και τη Χιονάτη χα χα» «Γιωργί, δεν ξέρω αν ήταν η Χιονάτη ή η Σταχτοπούτα αλλά έμοιαζε της γυναίκας σου, ήταν τόσο κοντή που δεν φαινόταν χα χα χα»     «κάλλιο Τάκημ να μη φαίνετ παρά να την ξέρουν σε δημοσιές και ρούγες σαν τη δικήσ σου, ε μα πια». Όλη αυτή την ώρα η Θεώνη είχε σιωπήσει, αλλά συνεχώς έκανε κάτι περίεργες κινήσεις μα τόσο περίεργες που της ιδεούλας μας της ερχόταν να μπήξει τα γέλια. Η κυρά Θεώνη, έβαζε το δεξί χέρι στο μέτωπο και μετά περνώντας το με μεγάλη ημικυκλική κίνηση από εμπρός της το έφθανε να ακουμπήσει ίσαμε κάτω, κοντά στη κοιλιά της,  αυτό σκύβοντας ελαφρά, μετά γυρνώντας τα μάτια ελαφρά προς τα πάνω μαζί με το κεφάλι, μετά το χέρι συνέχιζε τη κίνηση ακουμπώντας στον δεξιό ώμο της κυρά Θεώνης και ενώ τα χείλη της κάτι ψιθύριζαν το χέρι πέρναγε μεγαλόπρεπα από εμπρός της και προσγειωνόταν, σχεδόν καρφωνόταν στον αριστερό ώμο. Μετά από αυτό η κυρά Θεώνη γύριζε τα χέρια σε θέση ανοικτού βιβλίου αριστερά - δεξιά του κεφαλιού της και κοίταγε ψηλά μουρμουρίζοντας ακατάληπτα πράγματα. Μόλις τελείωνε άντε πάλι από την αρχή και όσο ο καυγάς δυνάμωνε τόσο εκείνη δυνάμωνε αυτές τις κινήσεις, πάνω κάτω, δεξιά, αριστερά βιβλίο! Τελικά όμως δεν άντεξε και έφυγε από το Ναό. Όπως και  οι πυγολαμπίδες που είχαν ήδη πετάξει για το δάσος, ο παπάς είχε από ώρα άλλαξε και είχε φύγει και η ιδέα επιτέλους αποφάσισε «ούτε η εκκλησία προσφέρεται τελικά, έχει και αυτή μέσα της μπόλικη κακία».

      Λέγουν, ότι ακόμη χτυπιούνται ο Τάκης με το Γιώργο δι ασήμαντον αφορμήν ...

         Η μικρή καλή ιδέα αυτή τη φορά απελπίστηκε πραγματικά. Δεν ήταν μονάχα οι τόσες της προσπάθειες οι οποίες είχαν πέσει στο κενό που την απέλπιζαν, προσπάθειες που είχαν γίνει σε διαφορετικούς τόπους και με διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά κατάλαβε εν τω μεταξύ δύο πράγματα. Ότι μεγάλωνε επικίνδυνα και ότι αλλοτριωνόταν. Ότι μεγάλωνε άρχισε να γίνεται εμφανές. Όχι φυσικά τόσο σε διαστάσεις όσο ηλικιακά και φυσικά ως ιδέα να γίνεται ντεμοντέ και αναχρονιστική. Άντε και τη δεχόταν κάποιος σε μερικά χρόνια τι θα του πρόσφερε; Μια ιδέα και μάλιστα καλή ιδέα την αρπάζεις, την κάνεις δική σου την ώρα που γεννιέται. Έπειτα η δική μας ιδέα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι σιγά- σιγά ένιωθε και στοχαζόταν όπως ένας άνθρωπος και όχι σαν μια πνευματική υπερφυσική οντότητα. Αυτό το πάρε δώσε με τον άνθρωπο ήταν μεν συναρπαστικό αλλά και επικίνδυνο. Πήρε μια μεγάλη απόφαση. Απόφαση ζωής μπορεί να πει κανένας. Τέρμα τα αιτήματα, οι παρακλήσεις, η ζητιανιά. Τέλος, θα περιφερόταν ανάμεσα σε αυτούς τους αναιδείς και αν την δεχόταν κάποιος πάει καλά, αν όχι ... Η τζαμαρία - καθρέφτης είχε δώσει ήδη την απάντηση ... Κρίμα, κρίμα όμως για όλους και ας είναι στο λαιμό όλων εκείνων που δεν δέχονται εύκολα το καλό αλλά από κακές ιδέες ήταν γεμάτοι.

        Η μικρή ξαναγύρισε κουτσά στραβά όπως μπόρεσε στην Αθήνα. Από κει και πέρα άρχισε να συχνάζει σε διάφορες εκδηλώσεις και να ζει τον περίεργο τρόπο που ζούσαν οι άνθρωποι που σύχναζαν σε αυτές. Πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Πάντα τα ρούχα τους έλαμπαν από καθαριότητα αλλά είχαν και μια τσαχπινιά άλλο πράγμα. Ρούχα και αυτοί που τα φόραγαν. Και να δείτε πως μίλαγαν. Με το σεις και με το σας και με επιτηδευμένο τρόπο όλο ρεβεράντζες. Πότε τους θαύμαζε η ιδέα μας και πότε της ερχόταν να βάλει τα γέλια την ώρα που κάποιοι από αυτούς, άνδρες παρακαλώ, τσίριζαν σαν να έβλεπαν ποντικό! «Αχ, πώς κάνει έτσι αυτός;» σκεφτόταν η μικρή και κάποτε γέλαγε δυνατά. Έψαχνε ο τσιριχτός τύπος να δει ποιος γελάει, τίποτα. Σαν κάτι να διέκρινε αλλά τι να έλεγε; «Είδα ένα τόσο δα κοριτσάκι σαν δαχτυλήθρα να περπατάει και να με κοροϊδεύει» λέγονται αυτά;

        Κάποτε πάλι θέλησε να δει τι στο καλό είναι αυτό το Σινεμά που πηγαίνουν όλοι τούτοι μα και τόσος άλλος κόσμος. «Θα πάω» αποφάσισε και  έκανε την απόφαση πράξη. Το έργο άρχισε και η μικρή διάβασε στο πρόγραμμα ότι ο κινηματογράφος παρουσιάζει σε επανάληψη ένα περισπούδαστο έργο με κάποιον Έλληνα διάσημο, ο οποίος ανακάλυψε και έφερε στην Ελλάδα και όλο τον κόσμο το χαβιάρι πλουτίζοντας από αυτό.  Βαρβάκης το όνομά του. Στο διάλειμμα   του έργου η διεύθυνση του σινεμά για να περιποιηθεί τους εκλεκτούς πελάτες τι νομίζετε ότι έκανε; Παρέθεσε τραπέζι με χαβιάρι και όλα τα σχετικά. Ξέχασαν όλοι τις ευγένειες και έπεσαν όλοι με τα μούτρα. Μαζί και η ιδέα αλλά μόλις έβαλε στο στόμα ελάχιστο της ήλθε στο νου η σκηνή να είναι η ίδια στο στόμα ενός ψαριού και την έπιασε αναγούλα! Ευθύς πετάχτηκε έξω και έφτυσε τη τροφή, ενώ στη συνέχεια βάλθηκε να ξεπλύνει όσο μπορούσε καλύτερα το στόμα της. Μπρρρ, όταν τρώνε οι άνθρωποι ψάρια άραγε σκέφτονται ποτέ πως θα ήταν αν κάποτε αποτελούσαν μέρος της δικής τους διατροφής; Με αυτή τη σκέψη η ιδέα αποχώρησε και δεν είδε ούτε τη συνέχεια ούτε πως τελείωσε το έργο. Αν ο Θεός Αγαπάει το χαβιάρι, σκέφτηκε μάλλον περισσότερο Αγαπάει τα Ψάρια που το κρατούν στα σπλάχνα τους.

        Έτσι περνούσαν πια για την ιδέα μας οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Έμοιαζε πια σαν εκείνο τον παρατηρητή που ανήμπορος να αντιδράσει κάθεται πίσω από το παραθύρι του και παρακολουθεί εκείνα τα τεράστια φορτηγά τραίνα να περνούν. Τι βλέπει; Τι διαφορετικό αντικρίζει; Ας πούμε στην αρχή μπροστά- μπροστά ότι βλέπει τη μηχανή. Δεν θα την  παρομοιάζατε εύκολα με την έλευση του νέου έτους; Ίσως πάλι  ενδιάμεσα βλέπει ένα δυο βαγόνια που ξεχωρίζουν επίπεδα φορτωμένα με  αυτοκίνητα ... Αυτά ας τα πούμε άλλες γιορτές όπως Ανάσταση, Χριστούγεννα ή κάτι άλλο ... Από κει και πέρα τι; Όλα τα ίδια .... Όλα όμοια. Βαγόνια που καθώς το τραίνο τρέχει δεν ξεχωρίζεις τις ελάχιστες διαφορές του ενός από το άλλο. Μοιάζουν όπως η μία σταγόνα νερό όταν πέφτει κοντά στην άλλη. Καθημερινότητα. Και εσύ καρφωμένος πίσω από το παραθύρι μονάχα παρακολουθείς έως ότου να πάψεις να υπάρχεις. Το παραθύρι θα συνεχίσει να υπάρχει ή και όχι, τα τραίνα θα συνεχίζουν  να περνούν ίσως πάλι και όχι, κανείς δεν είναι σίγουρος για το αύριο, ένα είναι το σίγουρο, εσύ δεν θα είσαι εκεί να το ζήσεις, εσύ δεν θα υπάρχεις. Και τι κάνεις σήμερα γι αυτό;

        Μέσα σε αυτή τη καθημερινότητα βούλιαξε η ιδέα μας, που έπαψε να είναι πια μικρή, όχι όμως καλή, κόλλησε και δεν λέει να ξεκολλήσει. Εκεί την βρήκαν κολλημένη και από πάνω της πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια!

        «Να σε κεράσω κάτι;» άκουσε πάνω από το κεφάλι της. Δεν έδωσε σημασία. Είπαμε μεγάλωσε αλλά οι ιδέες δεν γίνονται γίγαντες. Δύσκολα τις διακρίνουν οι άνθρωποι που έτσι κι αλλιώς είτε είναι οι περισσότεροι τυφλοί είτε έχουν μάτια μόνο για κακές ιδέες. Φαίνεται ότι ο νεαρός πρότεινε σε κάποιον ή κάποια κέρασμα. Άλλωστε στο όμορφο μπαράκι που σύχναζε τον τελευταίο είχε δει πολλές φορές, δεν ήταν και το μόνο, άνδρες ή γυναίκες να μπαίνουν μόνοι και να φεύγουν ζευγαρωμένοι. «Καλό αυτό αλλά όχι επαρκές» σκέφτηκε χαμογελώντας.

        Η φωνή ακούστηκε και πάλι μα τώρα πιο κοντά στο αυτί της «υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για σένα; Ένα ποτό ίσως;». Η ιδέα ασυναίσθητα γύρισε και είδε έναν νεαρό να έχει σκύψει πάνω από το κεφάλι της και να της μιλά. Θέλησε να το σιγουρέψει «σε εμένα μιλάτε;» «φυσικά, δεν με γνωρίζεις;». Η ιδέα αιφνιδιάστηκε με την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα. Όχι μόνο μιλούσε σε αυτή αλλά έπρεπε να τον γνωρίζει κιόλας! Αυτό πήγαινε πολύ. Πήρε ύφος καθώς κοπέλας πρέπει και ρώτησε «όχι κύριε. Από πού να σας γνωρίζω, θυμίστε μου. Μήπως με περνάτε για άλλη;» Ο νεαρός άνδρας ξέσπασε σε γέλια σαν είδε όλη αυτή τη γεμάτη καθωσπρεπισμό διαμαρτυρία της ιδέας. «Θυμάσαι έναν πιτσιρίκο που τον έσωσες από το ξύλο που θα έτρωγε σε ένα χωριό; Ε, νάμαι, μεγάλωσα, πώς με βλέπεις;» Η Ιδέα έμεινε άφωνη, μωρέ μπράβο, εκείνο το ανόητο κοντά ηλίθιο πιτσιρίκι είχε γίνει ένας κοτζάμ άνδρας πια και μάλιστα άνετα χαρακτηριζόταν ωραίος άνδρας. «Τώρα, αν παραμένει ηλίθιος ή όχι αυτό παραμένει ένα ερώτημα» σκέφθηκε η ιδέα και είπε «ω, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, ξέρεις σε σκεφτόμουν μερικές φορές». Ο νεαρός τεντώθηκε και της είπε «άστα αυτά, ξέρω τι σκέφθηκες, αν παραμένω ηλίθιος ή όχι, λοιπόν, ψάχνεις ακόμη για ιδιοκτήτη;» η ιδέα τον μέτρησε από πάνω έως κάτω, κατέβασε το κεφάλι και με φωνή που μόλις ακουγόταν είπε «εδώ και πολύ καιρό όχι, νιώθω ήδη πολύ ανίκανη να δώσω καθοδήγηση στον οποιοδήποτε, είμαι μια γερασμένη και αναχρονιστική ιδέα μικρέ» «κρίμα» λέει ο νεαρός χαμογελώντας πονηρά «ώστε είσαι ανίκανη να καθοδηγήσεις» και λέγοντας αυτά την αρπάζει στο χέρι του και της λέει «θα σε κάνω δική μου ιδέα, θα είσαι η δική μου καλή ιδέα. Για να δούμε, μια και είσαι μεγαλούτσικη πια, θα είναι ηλιθιότητα αυτό που κάνω ή θα ήμουν ηλίθιος αν σε άφηνα και εγώ. Από δω και πέρα εσύ θα κουμαντάρεις το μυαλό μου άρα οι βλακείες μου θα είναι και δικές σου!» και τσουπ πριν αυτή προλάβει να αντιδράσει τη χώνει βαθειά μέσα στο κεφάλι του, στο κέντρο του μυαλού του.

    Τότε μέσα από το μυαλό ακούει μια φωνή να του λέει:

Μικρέ, είτε παραμένεις ένας Ηλίθιος που τελικά φέρθηκε Έξυπνα είτε έγινες Έξυπνος που όμως τελικά φέρθηκε Ηλίθια.

                                                        

 

                                                                                 ΤΕΛΟΣ

            

 Και ουπς, να η ιδέα που βρήκε η... Θέμις. Αυτό είναι το δικό της τέλος για την ιστοριούλα. Γιατί όμως να είναι αυτό; Δηλαδή δεν μπορεί να συνεχίζεται με τον νεαρό; Εμπρός ΠΑΘ άρες μου. Αν δεν έχετε ή όποτε δεν έχετε δουλειά βουρ. Δώστε μου ένα άλλο τέλος.


ΑΝ ΕΙΧΑ, ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΙΔΕΑ!... 2

  Βρισκόμαστε σε εκείνο το σημείο που η καλή μας ιδέα έχει δει από μακριά το χωριό και επιταχύνοντας το βήμα φθάνει σε αυτό, χωρίς να δώσει προσοχή ποιο χωριό είναι.

 

    Ήταν  ένα θεσπέσιο χωριό ορεινό με πανέμορφα σπίτια. Άρχισε να περιδιαβαίνει τους δρόμους χαζεύοντας ολόγυρα και είχε ξεχάσει εντελώς το λόγο που είχε βρεθεί εκεί. Ξαφνικά φωνές, πολλές παιδικές φωνές τράβηξαν τη προσοχή της. Μα πόσα παιδιά και τι χώρος να είναι αυτός που είναι μαζεμένα; Με αυτή τη σκέψη πλησίασε και ορίστε βρέθηκε μπροστά σε ένα Δημοτικό Σχολείο. Είχε διάλειμμα εκείνη την ώρα και τα ζουζούνια απολάμβαναν δέκα λεπτών ελευθερίας. Αλήθεια, σκέφτηκε η ιδέα, υπάρχει καλύτερος χώρος από ένα σχολείο για να βρω εκείνον που θα με φιλοξενήσει με αγάπη στο μυαλό του; Ξαφνικά το κουδούνι ειδοποίησε τα παιδιά, ότι ήλθε και πάλι η ώρα να γυρίσουν στις τάξεις τους και να διδαχθούν για ακόμη περισσότερα πράγματα από τους δασκάλους τους. Ανόρεχτα εκείνοι άρχισαν να επιστρέφουν ενώ η ιδέα αποφάσισε να ακολουθήσει τα παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων.

        Όλα τα μαθητούδια είχαν μπει στις τάξεις και όλα τα παιδιά πήραν θέσεις στα θρανία τους. Η μικρή ιδέα ακολουθώντας μια δασκάλα μπήκε μαζί της σε μια αίθουσα διδασκαλίας. Τότε συνέβη το εκπληκτικό ... Όλοι οι μαθητές σηκώθηκαν όρθιοι και σχεδόν με μια φωνή απηύθυναν καλωσόρισμα «καλώς ήλθατε, τιμάτε το χωριό, το σχολείο και τη τάξη μας με την έλευσή σας!». Η μικρή Ιδέα ξετρελάθηκε από χαρά! Τι παιδιά και τούτα! Τι ευγένεια, τι χαρακτήρας ... Να τη δουν και να της απευθυνθούν κατ αυτό τον τρόπο; Χωρίς να τη γνωρίζουν διόλου; Από τη χαρά της τίναξε με δύναμη τα μικρά της φτερά και λαμποκοπώντας ολόκληρη πέταξε πάνω από τα κεφάλια όλων τους και πήγε να καθίσει σε ένα ράφι, στο πιο ψηλό, της μεγάλης βιβλιοθήκης που βρισκόταν στο πίσω μέρος της τάξης. Ήθελε από εκεί να επιλέξει με όλη της την άνεση σε ποιον από όλους αυτούς τους άξιους νέους θα πήγαινε να κατοικίσει. Ποιον όμως να πρωτοεπιλέξει. Εκείνον τον ξανθούλη που καθόταν στο μπροστινό θρανίο, τη διπλανή του τη κοκκινομάλλα που και οι δύο φαίνονταν σαΐνια ή αυτό το παιδάκι που καθόταν μονάχο στο τελευταίο θρανίο με τα μαύρα μαλλιά και τα σπυριά στο πρόσωπο; Αχ αυτό το καημενούλικο, το βλέμμα του έμοιαζε με πληγωμένου πουλιού. Εντύπωση πάνω του προκαλούσε και η ένδυσή του. Φόραγε ένα τριμμένο  στους αγκώνες σακάκι, από μέσα πουλόβερ από άγριο μαλλί, ξεφτισμένο και αυτό, το πανταλόνι του είχε απελπιστικά κοντύνει ενώ τα παπούτσια του ανοιγμένα στις άκρες έμοιαζαν να συζητούν το ένα με το άλλο. Λυπήθηκε το παιδί η ιδέα αλλά ούτε στιγμή δεν διανοήθηκε ότι αυτός θα μπορούσε να είναι ο εκλεκτός. Τότε ξαφνικά ... Ένας μεγάλος θόρυβος γδουππππ ένα επίμηκες ωχ και ακατανόμαστες βρισιές αναμεμειγμένες με γέλια, πολλά γέλια από όλη τη τάξη συνέθεσαν το σκηνικό  των επόμενων στιγμών. Η ιδέα κοίταζε έκπληκτη και είναι αλήθεια ότι στην αρχή δεν καταλάβαινε τίποτα έως ότου είδε να σηκώνεται πίσω από τη διδασκαλική έδρα ένας άνδρας κατακόκκινος από θυμό.

         «Ποιος το έκανε αυτό στον κο Επιθεωρητή;» «Ποιος; Ε ποιος;» ούρλιαζε ξανά και ξανά η δασκάλα αλλά τώρα τα παιδιά είχαν καθίσει κάτω αμίλητα με τα χέρια σταυρωμένα. Επιτέλους όλα έγιναν ξεκάθαρα στα μάτια της ιδέας. Όλα τα καλωσορίσματα δεν αφορούσαν σε εκείνη αλλά στον ερχομό εκείνου του κυρίου που δεν ήταν άλλος από τον Επιθεωρητή! Έλα όμως που κάποια παλιόπαιδα προηγουμένως είχαν στήσει παγίδα στη καρέκλα της δασκάλας πριονίζοντάς της τα πόδια αλλά αντί να την «πατήσει» εκείνη κάθισε στη καρέκλα ο Επιθεωρητής ... Ορίστε τα αποτελέσματα. Η ιδέα από το ύψος που βρισκόταν κατόρθωσε να δει πάνω από τα κεφάλια τριών μαθητών να πανηγυρίζουν χορεύοντας τρεις κακές ιδέες. «Κακές ιδέες- κακές ιδέες- κακές ιδέες» άρχισε να φωνάζει πετώντας δώθε κείθε σαν τρελή η μικρή καλή ιδέα αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία. Αντίθετα εξοργισμένη η δασκάλα, με μάτια που πετούσαν σπίθες από το θυμό, πλησίασε το μαθητή που καθόταν μονάχος και τον έπιασε από το αυτί τραβώντας τον δυνατά λες και ήθελε να το ξεκολλήσει. «Μολόγα άτιμο παιδί» ούρλιαζε, «μολόγα ότι εσύ πριόνισες τη καρέκλα μου» εκείνο γονάτισε από το πόνο και είπε με δάκρυα «με πονάτε κυρία ...»   

        Η δασκάλα, μια ολοκληρωμένη ρατσίστρια που πίστευε ότι ο αδύναμος ευθύνεται για κάθε τι και από εκείνον προέρχεται το κάθε κακό, παράτησε το αυτί του παιδιού αλλά όπως αποδείχτηκε όχι γιατί το λυπήθηκε. Άφησε να πέσει με δύναμη το δεξί της χέρι στο αριστερό μάγουλό του καταφέρνοντας να αποτυπώσει τα δάχτυλά της, επάνω στη παιδική επιφάνεια, από τη πρώτη κιόλας στιγμή. Όσο δε δεν ομολογούσε ο δυστυχής μαθητής της, τόσο εκείνη σκύλιαζε. Τον άρπαξε τελικά από το σβέρκο και σχεδόν τον έσυρε μπροστά στον κο Επιθεωρητή. «Ορίστε κύριε Επιθεωρητά, όλος δικός σας» με αυτά τα   λόγια η δασκάλα παρέδωσε τον κακόμοιρο μαθητή στις διαθέσεις του Επιθεωρητή, από του οποίου το πρόσωπο ακόμη δεν έλεγε να φύγει το κόκκινο του θυμού χρώμα, και μαζί του έδωσε τον βαρύ της ξύλινο χάρακα! ...

       Βλέποντας όλα τούτα η μικρή ιδέα εξοργίστηκε. Στην αρχή τα έβαλε με τον ίδιο της τον εαυτό που σκέφτηκε και η ίδια φάνηκε ρατσίστρια απέναντι στο άτυχο παιδί ... Που το απέρριψε με μιας, χωρίς να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Ά να χαθείς, είπε στον εαυτό της ... Αλλά τέρμα η αυτοκριτική και η αυτολύπηση. Τώρα συμβαίνουν εδώ μπροστά μας πράματα και θάματα. Άλλοι φταίνε και άλλος θα τη πληρώσει και μάλιστα απ ότι φαίνεται σκληρά. Ο χάρακας σηκώθηκε απειλητικός επάνω από το κεφάλι του ανήμπορου να αντιδράσει μαθητή. Τα πόδια του μικρού τρομαγμένου αγοριού λύγισαν από τον φόβο και σφράγισε με τη παλάμη του ελεύθερου χεριού του τα κλαμένα ματάκια του, λες και αν δεν έβλεπε το κακό που ερχόταν θα πόναγε λιγότερο. Η μικρή καλή ιδέα δεν άντεξε τέτοια αδικία και πριν καν προλάβει ο κος Επιθεωρητής να κατεβάσει το βάναυσο χτύπημα τσουπ χώθηκε απρόσκλητη, δεν είναι συνηθισμένο αλλά το έκανε, στο κεφάλι του, βαθειά στο μυαλό του.

       Τρόμαξε ... Χριστέ μου τι κατάσταση επικρατούσε εκεί μέσα! Έβλεπε έναν εγκέφαλο σε πλήρη διαταραχή και μάλιστα στα πρόθυρα εγκεφαλικού από το θυμό. Με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή της αστραπής άρχισε να περιδιαβαίνει ανάμεσα στον εγκέφαλό του και να διορθώνει ότι είχε πειραχτεί. Ξαφνικά ένιωσε τον άνδρα να χαλαρώνει. Ο χάρακας ποτέ δεν έπεσε πάνω στο αθώο χεράκι. Ο κος Επιθεωρητής προς έκπληξη της δασκάλας, άφησε το αντικείμενο τιμωρίας στην έδρα, χάιδεψε μαλακά στο κεφάλι τον πιτσιρικά λέγοντας ταυτόχρονα «άντε, κάτσε στη θέση σου». Έπειτα άρχισε να κατευθύνεται προς το διάδρομο που χώριζε τη μεσαία με τη δεξιά πτέρυγα μιλώντας  συγχρόνως στους μαθητές. «Δεν θα ήθελα να αρχίσω την επίσκεψή μου στο όμορφο χωριό σας με τόσο κακό τρόπο» ταυτόχρονα παρατηρούσε έναν - έναν τα μικρά παιδιά στα μάτια. Παρατήρησε ότι στη δεξιά πτέρυγα υπήρχαν τρία παιδιά, δυο αγόρια και ένα κορίτσι που συνεχώς μιλούσαν και αντάλλασσαν κάποια μηνύματα σε χαρτί.  Με απότομη κίνηση ο Επιθεωρητής μάζεψε το χαρτί αυτό και το ένα παιδί ο Γιώργης πετάχτηκε σαν ελατήριο φωνάζοντας «όχι κύριε, δεν είναι δικό σας». Τα άλλα δύο ο Λάμπης και η Μελιά δεν έβγαλαν κουβέντα. Να τι έγραφε το χαρτί «καλά του τη φέραμε του σπασίκλα» «ναι αλλά προσοχή μη μας πάρει χαμπάρι» «ποιος; Αυτός μπρος στο θυμό του μπορεί να δείρει και τη δασκάλα χα χα» «ωχ, πάλι ο ηλίθιος θα τη πληρώσει ζήτω» «τη γλύτωσε το σκασμένο, προσοχή παιδιά!»

       Ο κος Επιθεωρητής έδειξε το σημείωμα στη δασκάλα και εκείνη έγινε κατακόκκινη από θυμό. Μα να φέρει αυτό το ζαβό τους γονείς του και να της κάνουν παρατήρηση!! Αυτό ήταν το μόνο που την ένοιαζε! Οι μαθητές έφυγαν με σκυμμένο κεφάλι με κατεύθυνση το γραφείο του διευθυντή. Σε λίγο θα μάθαιναν πόσο θα πλήρωναν τη κακιά ιδέα που είχαν.

            Περήφανη για τη θεάρεστη πράξη που έκανε κουρασμένη αλλά και κατηφής η καλή ιδέα αποχώρησε από το σχολείο. Προχωρούσε σκυφτή και σκεφτόταν «αν όχι στο σχολείο τότε που;». Έβαλε σαν γέρος τα χέρια πίσω, πραγματικά ένιωθε αυτή τη στιγμή εκατό χρονών, και περπατώντας κλωτσούσε ένα καπάκι από μπύρα ή αναψυκτικό, ότι και να ήταν καμία σημασία δεν είχε. Της ξέφευγε, το κυνήγαγε δεξιά, πάλι έφευγε το κυνηγούσε αριστερά και άλλοτε που εκείνο ρόλλαρε μακριά της έτρεχε να το ξανακάνει δικό της. Σάματις να βαρέθηκε κάποια στιγμή και δίνει στο καπάκι μια δυνατή κλωτσιά στέλνοντάς το να βρει επάνω στο τσίγκινο πορτάκι ενός χωριάτικου φούρνου γκοοοοοολλλλλ ακούγεται ταυτόχρονα! Η μικρή καλή ιδέα που στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκε ήξερε τι σημαίνει αυτός ο αλαλαγμός τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Τι είναι καλέ; Αναρωτήθηκε. Με παρακολουθούν άνθρωποι; Διστακτικά ξαναπήρε το καπάκι, το έβαλε ξανά στο ποδαράκι της και σουτ πάλι στο τσίγκινο καπάκι του φούρνου ... Πέρα από τον χαρακτηριστικό του τσίγκου ήχο τίποτε άλλο. Όμως να και πάλι ξαφνικά από κάπου ολόγυρα «βάλτο ρε παιδάκι μου, τι σε έχουμε να σε προσκυνάμε;». «Γήπεδο, ποδόσφαιρο, αγώνας, λες; Ότι δεν έκανα με το σχολείο να το πετύχω εκεί; Απαπα  ούτε κατά διάνοια αλλά ας δοκιμάσω»  Και έτσι μια και δυο η μικρή καλή ιδέα νάτη καμαρωτή - καμαρωτή στο γήπεδο. Αρκετός κόσμος, δύο ομάδες η μία με άσπρες και κίτρινες  ρίγες και η άλλη με μπλε φανέλες και με πάρα μα πάρα πολλές κακές ιδέες να χορεύουν διάφορους χορούς πάνω από τα κεφάλια παικτών, διαιτητών και οπαδών.

       Πλησίασε σε μια πλευρά όπου δεν υπήρχαν πολλές κακές ιδέες. Δεν μίλαγε αλλά κάρφωνε τον υποψήφιο να την αποδεχτεί στα μάτια. «με θέλεις;» είναι σαν να τον ρωτούσε. Όταν εκείνος κουνούσε πέρα δώθε αρνητικά το κεφάλι του η ιδέα μας σήκωνε τους ώμους, και έκανε ένα βήμα πιο αριστερά καρφώνοντας στα μάτια τον επόμενο θεατή. Θα είχε περάσει περίπου μισή ώρα κατ αυτό τον τρόπο με διαρκείς αρνήσεις και μεταθέσεις της ιδέας όλο και πιο αριστερά, όλο και πιο αριστερά. Κάποια στιγμή και ενώ ήταν έτοιμη και πάλι να προχωρήσει αριστερότερα, ένας θεατής σηκώνει αναποφάσιστα το χέρι, το αφήνει για λίγο μετέωρο και στη συνέχεια φωνάζει «ε, έλα εδώ εσύ». Αχ, πόσο δυνατά χτύπησε η καρδούλα της ιδέας μας. Με μιας τινάχτηκε από τη θέση της και όρμησε να μπει στο κεφάλι και να πάρει θέση στο μυαλό του τυχερού που την προσκαλούσε και τότε ... Και τότε το χέρι του μελλοντικού αφεντικού της προσγειώνεται με δύναμη στο μικρό της προσωπάκι που η μικρούλα κουτρουβάλησε δέκα σκαλιά έως ότου να ξανασταθεί όρθια. Την ίδια ώρα λίγο πιο πάνω μεταξύ του θεατή και ενός μικροπωλητή γινόταν ο εξής διάλογος «ένα σάμαλι και μία πορτοκαλάδα, πόσο κάνουν;» «έξι ευρώ κύριε».  Αχ μικρούλα μου, σε έφαγε το σάμαλι. Δεν κάλεσε γλυκιά μου εσένα, με εκείνο το άξεστο «ε, έλα εδώ εσύ»  ο ποδοσφαιρόφιλος αλλά τον πλανόδιο πωλητή αναψυκτικών και γλυκισμάτων. Τι μπήκες ανάμεσα τους;

       Η ιδέα μας, μάζεψε τα κομμάτια της και μπουσουλώντας, να σηκωθεί αμέσως της ήταν πολύ δύσκολο, βγήκε από το γήπεδο. Απομακρύνθηκε λίγο και ξάπλωσε στα χορτάρια να ξεκουραστεί και περισσότερο να βοηθήσει το σώμα της να συνέλθει από τη μπουνιά και το κουτρουβάλιασμα. Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη, ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει τόσο που τα μάτια της έκλεισαν χωρίς να το θέλει και παρασύρθηκε σε ένα βαθύ όσο και θεραπευτικό ύπνο. Το φαγητό απέκτησε απολύτως δεύτερη σημασία για το ταλαιπωρημένο κορμί της. Ξύπνησε πιασμένη από τη πάχνη. Ίσα που έβλεπε μπροστά της αλλά είδε κάτι που την έκανε να γεμίσει χαρά. Ο τόπος γύρω της είχε γεμίσει μικρές, τοσοδούλες, καλές ιδέες! Πετούσαν λαμποκοπώντας σαν τρελές. Ω, μα ήταν τόσο μικρούλες! Θα πρέπει να ήσαν νεογέννητες. Να γιατί δεν με θέλει κανείς σε αυτό το χωριό, σκέφτηκε. Αν κάθε τόσο γεννιούνται τόσες ιδέες καλές εγώ περισσεύω. Με μιας αισθανόμενη πως είναι κομμάτι πιο μεγάλη, να κάτι σαν η μεγάλη τους αδερφή θέλησε να πάει κοντά τους, να τις συμβουλέψει για τη ζωή, να τους διηγηθεί πράγματα που ίσως οι μαμάδες τους, καλές ή κακές μαμάδες,  κλεισμένες μέσα σε ανθρώπινα κεφάλια, δεν θα μπορούσαν ποτέ να τις διδάξουν. Οι δε μπαμπάδες ... Άσε τους αυτούς. Αυτοί είναι σαν τους Κηφήνες στο κόσμο των Μελισσών, κατάλληλοι μόνο για αναπαραγωγή, τσακωμούς και δολοπλοκίες.

 

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ  γιατί, η Θέμις ακόμη ψάχνει για μια "καλή" ιδέα!...


ΑΝ ΕΙΧΑ, ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΙΔΕΑ!... 1

                              ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΜΙΚΡΗΣ ΚΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ       

 

       Μια ιδέα γεννιέται κατά απολύτως τυχαίο τρόπο και οπουδήποτε. Πάντα έτσι γινόταν. Μπορεί να γεννηθεί ενώ κάποιος κάθεται κάτω από μια μηλιά την ώρα που ένα μήλο προσγειώνεται στο κεφάλι του. Μπορεί πάλι να γεννηθεί μέσα σε μια μπανιέρα την ώρα που άλλος παίρνει το λουτρό του παρέα με αντικείμενα της εποχής και εκεί νάτην πετιέται εμπρός του τόσο σημαντική που αυτός πετάχτηκε έξω από το λουτρό φωνάζοντας εύρηκα- εύρηκα. Όχι βρε κουτά. Τι σκεφτήκατε; Ότι η καλή ιδέα ήταν το θέαμα που παρουσίασε ο λουόμενος όταν παρουσιάστηκε έτσι ολόγυμνος να περιδιαβαίνει τα πέριξ; Μα όχι βέβαια, αυτή ήταν ίσως μια πονηρή, μια κακή ιδέα και καθόλου καλή. Καλή ήταν η ανακάλυψή του που δεν ήταν άλλη από την άνωση. Κάπως έτσι γεννιούνται όλες οι ιδέες. Συνήθως καλές και κακές συνυπάρχουν στα μυαλά των ανθρώπων και τελικά υπερτερεί η μία από τις δύο ενώ παραμονεύει η άλλη. Να ορίστε, όπως σε ένα ζευγάρι νεόνυμφων που γνώρισα κάποτε. Εκείνη είχε τη καλή ιδέα να θέλει να παντρευτεί αλλά τη κακή ιδέα να θέλει να παντρευτεί εκείνον τον άντρα! Από τη πλευρά του εκείνος είχε την καταπληκτική ιδέα να θέλει να νυμφευτεί αυτή τη γυναίκα και τη κακή ιδέα να την απατά από πολύ νωρίς, ακόμη πριν από το γάμο τους χωρίς η δύσμοιρη να παίρνει ποτέ χαμπάρι.

       Από αυτόν των αχταρμά καλών και κακών ιδεών που υπήρχε σε τούτο το ζευγάρι των ανθρώπων, γεννήθηκε και μια μικρούλα καλή ιδέα που όμως δεν μπόρεσε να ριζώσει και να πιάσει τόπο. Το περιβάλλον ήταν γι αυτήν πολύ ανθυγιεινό. Αποφάσισε λοιπόν να δώσει μια και να πηδήσει στο κενό προς αναζήτηση νέου δικού της αφεντικού που θα ήθελε να την αξιοποιήσει.

 

    Τα πρώτα της βήματα τα έκανε σε μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης κάπου στη Τούμπα. Τον καιρό που αποφάσισε να εγκαταλείψει τους γονείς της και όλους τους συγγενείς καλούς και κακούς ήταν πια κοτζάμ μεγάλο κοριτσάκι, με τα μέτρα τα ανθρώπινα.

Σκέφτηκε λοιπόν, μιας και ακόμη δεν είχε βρει άνθρωπο να την αξιοποιήσει, να βγει στη γύρα και να ζητήσει η ίδια από τους περαστικούς να την κάνουν δική τους, «άντε βρε, σταθείτε τυχεροί και τολμηροί, βάλτε με στο κεφάλι σας και δείτε θεού πρόσωπο!» αυτά είχε σκοπό να πει η ιδέα στους ανθρώπους.

        Κατέβηκε μια και δυο στην πλατεία Αριστοτέλους και άρχισε από εκεί τα αιτήματα προς όποιον περαστικό εύρισκε. «Καλέ κύριε, πάρτε με μαζί σας, είμαι καλή ιδέα και θα προκόψετε με εμένα» επειδή όμως δεν εύρισκε ανταπόκριση απευθυνόταν σε άλλον και άντε πάλι «κύριε, φαίνεστε έξυπνος, δώστε μια ευκαιρία στον εαυτό σας να εκμεταλλευτείτε περισσότερο αυτή σας την εξυπνάδα». Τίποτα όμως ... Άρχισε να απευθύνεται τότε σε γυναίκες «κυρία μου, μήπως θα θέλατε να με πάρετε κοντά σας; Σας υπόσχομαι ότι είμαι πολύ καλή ιδέα!» ... Και πάλι τίποτα. Με τις ώρες περιδιάβαινε την πλατεία Αριστοτέλους σχεδόν παρακαλώντας αλλά εις μάτην. Κατέβηκε στην Εγνατία, μετά στην Τσιμισκή τίποτα. Κουράστηκε και απογοητεύτηκε αλλά δεν έχασε το θάρρος της. Θα κατέβω στο Λευκό Πύργο εκεί στο λιμάνι και θα πέσω στη θάλασσα. Θα αρχίσω να φωνάζω βοήθεια, όλο και κάποιος θα με ακούσει και θα τρέξει να με βοηθήσει. Τι λέτε; Αν με βοηθήσει δεν θα με κάνει μετά δική του;

        Έτσι σκέφτηκε η μικρή ιδέα και μια και δυο κατευθείαν στην Λεωφόρο Νίκης και κοντά στο Λευκό Πύργο, για να υπάρχει κόσμος αρκετός, μπλουμ βουτιά στα άπατα. «Βοήθεια, βοήθεια» άρχισε να καλεί,  αλλά είτε κανείς δεν άκουγε είτε κανείς δεν ενδιαφερόταν. Όπως κολυμπούσε να βγει στη στεριά, η βρεγμένη ίσα με το κόκκαλο ιδέα, να και παρουσιάζεται εμπρός της ένα τεράστιο ψάρι, το οποίο με μιας την κάνει μια χαψιά. Λες και αηδίασε το ψάρι μόλις έβαλε την ιδέα στο στόμα, την έβγαλε κατευθείαν έξω και την κοίταξε με τα αλλήθωρα μάτια του, ενώ αυτή  καθόταν πάνω στη μακριά του γλώσσα. «Τι σόι πράγμα είσαι εσύ; Γιατί χώθηκε στο στόμα μου; Με τι γαργάλαγες τόσο πολύ τον ουρανίσκο μου;» «Ιδέα είμαι» απάντησε εκείνη «και τα φτερά μου σε γαργαλούσαν». Φτουουου, με ένα γενναίο φύσημα, νερό ανακατωμένο με αέρα, το ψάρι έδωσε μια και πέταξε από το στόμα του το ενοχλητικό θηλυκό. «άκου Ιδέα» πολύ πιθανόν να σκέφτηκε. Εκείνη έφυγε με τρομερή δύναμη από το στόμα του θαλάσσιου κολυμβητή και ωχ, ένιωσε κάτι αιχμηρό να καρφώνεται στο ποπουδάκι της. 

        Από πολύ νωρίς ο κυρ Θόδωρος είχε κατέβει στον Λευκό Πύργο. Είχε μαζί του ένα ταπεράκι με κεφτέδες και μια σακουλίτσα με δόλωμα. Αγκίστρωνε και αφού έριχνε τη πετονιά στη θάλασσα έτρωγε και ένα κιοφτέ. Μετά υπομονή. Την στιγμή που η μικρή ιδέα ένιωσε κάτι αιχμηρό να μπαίνει στο ποπουδάκι της, την ίδια ώρα ο κυρ Θόδωρος κατάλαβε κάτι να τραβά τη πετονιά του. Χωρίς δεύτερη σκέψη τράβηξε ενώ σκεφτόταν «κάτι τσίμπησε» αλλά ... «Τι είσαι καλέ εσύ» είπε ο κυρ Θόδωρος βλέποντας την μικρή ιδέα να προβάλει μορφάζοντας πάνω από το αγκίστρι του. «Δεν με βγάζεις πρώτα από εδώ;» είπε η  μικρή σαμιαμίδο. Ο ψαράς την ελευθέρωσε και ξαναρώτησε «τι είπαμε λοιπόν πως είσαι;» «Ιδέα»  είπε περήφανη εκείνη, αλλά πριν προλάβει να συνεχίσει ο ψαράς της λέει «ώστε εσύ μου διώχνεις τα ψάρια όλη μέρα;» και με μιας δίνει μια κλωτσιά στη κακομοίρα την ιδέα μας και πάρτη μπλουμ  ξανά  μέσα στο νερό. Ευτυχώς ήταν κοντά στη παραλία και βγήκε βιαστικά, όχι, δεν θα διακινδύνευε να έχει νέες συναντήσεις με τους θαλασσινούς  αφέντες μικρούς ή μεγαλύτερους. Ήσαν, όπως κατάλαβε ιδιαίτερα σκληροί απέναντι στους επισκέπτες τους. Ή θα τους έτρωγαν ή θα τους έφτυναν!

         Στην παραλία κάθισε να στεγνώσει σε ένα παγκάκι. Κοίταξε το παγκάκι και μετά τον ήλιο που εκείνη την ώρα έκαιγε πραγματικά. Της φάνηκε απείρως μεγαλύτερο το κάθισμά της από το μέγεθος του υπέρλαμπρου άστρου, του οποίου η λάμψη υπερίσχυε όλων των ιδεών που ίσαμε τώρα είχαν ποτέ γεννηθεί. Το ήξερε πως η μεγάλη απόσταση δημιουργούσε αυτή τη ψευδαίσθηση. Τότε σκέφθηκε, μη τυχόν ότι πήγαινε τόσο κοντά στους ανθρώπους τους φαινόταν μεγάλη και απωθητική; Μπα, δεν το πίστευε, Ήταν τόσο μα τόσο μικρούλα ... Όσο σκεφτόταν και στέγνωνε δεν κατάλαβε τους δύο νεαρούς που κάθισαν ακριβώς δίπλα της. Μόνο κάποια στιγμή της φάνηκε ότι άκουσε να λένε επανειλημμένως το όνομά της και τότε έστησε αυτί να καταλάβει αν μιλούσαν γι αυτή. Δεν μιλούσαν για την ίδια αλλά αυτά που άκουσε την έκαναν έτσι και αλλιώς να αναθαρρήσει. «Δεν έχεις Ιδέα, προσωπικά έχασα κάθε ιδέα» άκουσε τον ένα να λέει και τον άλλο να ρωτά «σοβαρά;» «μωρέ άλλο να σου λέω και άλλο να βλέπεις! Καλά δεν ήξερες τι ήταν εκεί που με έστειλες; » «όχι ρε φίλε, για τέτοιο με έχεις; Δεν είχα Ιδέα ... Αν δεν μου έλεγες δεν θα το πίστευα!». Αυτά άκουγε η μικρή ιδέα τον ένα  να δηλώνει ότι έχασε μια ιδέα που είχε τον άλλο ότι ποτέ δεν είχε καμιά ιδέα και προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει. «Γεια σας καλόπαιδα» στήθηκε μπροστά τους και χαιρέτησε τους νεαρούς. «Γεια και σε σένα μικρή, ποια είσαι και τι θέλεις» είπαν εκείνοι σχεδόν με ένα στόμα. «Είμαι μια Ιδέα!» δήλωσε αυτάρεσκα εκείνη, «άκουσα να έχετε έλλειψη από ιδέες και είπα να σας βολέψω εγώ» ... Οι φίλοι κοιτάχτηκαν, γέλασαν και μετά τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου. Ένα «ουστ μωρή» ακούστηκε από το στόμα τους και ευτυχώς που η μικρή έχει και φτερά, μικρά αλλά έχει, αλλιώς θα είχε συντριβεί κάτω από τις μπότες τους πριν μπορέσει να ευεργετήσει μέσω ενός ανθρώπου την ανθρωπότητα. Να δείτε πόσες ιδέες έχουν πεθάνει με αυτό τον τρόπο χωρίς να προκάμουν να γίνουν ωφέλιμες ....

          Είδε και απόειδε η μικρή ιδέα και δήλωσε «τέρμα οι Θεσσαλονικείς, δεν καταλαβαίνουν γρι, δεν πάει άλλο θα κατέβω στην Αθήνα!» Τόπε και τόκανε. Κατευθείαν στο αεροπλάνο και εμπρός για τη Πρωτεύουσα! Όση ώρα όμως διαρκούσε το ταξίδι  έλεγε στον εαυτό της «πολύ κακή ιδέα, πολύ κακή ιδέα». Πώς της ήλθε  να ανέβει σε αεροπλάνο, ένας Θεός το ξέρει. Όντως ιδέα πολύ κακή, χάθηκε ο σιδηρόδρομος; Το λεωφορείο  στην ανάγκη; Μέχρι να προσγειωθεί στο Ελ. Βενιζέλος είδε και έπαθε η μικρή. Έχασε σχεδόν όλη της τη λάμψη. Στο αεροδρόμιο πέρασε ένα γρήγορο τσεκ άουτ παρέα με έναν στρατιωτικό που συνεχώς κοίταζε απορριμμένος προς το μέρος της και με μία χαρακτηριστική γκριμάτσα αποδοκιμασίας στο πρόσωπο σαν να σκεφτόταν «τι διάολο αφήνουν να κυκλοφορεί ελεύθερος κάθε τρελός που νομίζει ότι μπορεί να χώνεται στα πόδια μου;» Η μικρή χώθηκε στο πορτ παγκάζ  ενός ταξί και κατάλαβε με μιας  πόσο εύκολα στη ζωή αναμειγνύονται συχνά οι καλές με τις κακές ιδέες. Μέσα στην ίδια ημέρα ήταν η δεύτερη κακή ιδέα που είχε. Το πορτ παγκάζ βρωμούσε τυρί. Έψαξε να βρει από πού προερχόταν η μυρουδιά και κατάλαβε ότι έβγαινε από ένα σάκο. Σκέφτηκε, και φαινόταν  καλή αυτή η σκέψη, ότι ναι μεν  μπορεί να βρώμαγε απαίσια το περιεχόμενο του σάκου, αλλά επειδή η κοιλιά της έπαιζε ταμπούρλο  από τη πείνα, θα βούλωνε τη μύτη και κόβοντας ένα μικρό κομμάτι από το τυρί θα ερχόταν στα ίσα της. Πλησίασε διστακτικά, άνοιξε προσεκτικά το σάκο και άπλωσε το χέρι ψάχνοντας για το αντικείμενο του πόθου. Τίποτα! Κάλτσα, αντί του τυριού, σώβρακο και άλλη κάλτσα, φόρμα στρατιωτική, πολλές κάλτσες, υποκάμισα, πανταλόνια, και εσώρουχα, πολλά εσώρουχα με αποπνιχτική μυρουδιά. Κακή, πολύ κακή ιδέα, κάκιστη ιδέα άλλη μια φορά. Μα τι είχε πάθει σήμερα. Πάει, φαινόταν να μη την σηκώνει εξ αρχής η Πρωτεύουσα. Η μικρή καλή ιδέα έκανε κατευθείαν πολλές παρέες και συναπαντήματα με κακές ιδέες. Ξαφνικά το ταξί σταμάτησε. Άνοιξε το πορτ παγκάζ και η ιδέα πετάχτηκε έξω ανασαίνοντας επιτέλους ελεύθερη ενώ δίπλα της ο ίδιος στρατιωτικός του αεροδρομίου παρελάμβανε τη βαλίτσα του και το σάκο με τον προς πλύσιμο ρουχισμό του. Η ιδέα μόλις που τον είδε όπου φύγει - φύγει ...

         Ο Θεός ξημέρωσε την επόμενη μέρα και μη νομίσετε ότι ολόκληρο βράδυ η μικρή δεν βρήκε τρόπο να γεμίσει τη διαρκώς παραπονούμενη κοιλίτσα της. Αλλά τώρα χορτασμένη και ξεκούραστη έπρεπε να αναλάβει δράση. Να βρει εκείνο τον άνθρωπο που θα την κάνει δική του και θα προοδεύσει εξαιρετικά με αυτή για το καλό του ίδιου αλλά και της κοινωνίας. Στήθηκε που αλλού; Στη πλατεία Συντάγματος, δεν άκουσε καλά λόγια για την άλλη της Ομόνοιας, και άρχισε να προβάλει στην αρχή το ίδιο αίτημα σε όποιον περαστικό συναντούσε. Σε όλους; Όχι σε όλους ... Στην αρχή πήγαινε επιλεκτικά και είπαμε έθετε αίτημα. Σοβαρή, σοβαρή έβλεπε άνθρωπο να βγαίνει από βιβλιοπωλείο τσουπ να η ιδέα από κοντά. Έβλεπε άνθρωπο καλοντυμένο και αμέσως έτρεχε κοντά του θεωρώντας   το καλό ένδυμα ως απόδειξη γενικής καλαισθησίας του, άρα και αυτόν ως άνθρωπο που θα καλόβλεπε την επαφή του με νέες ιδέες που θα του δημιουργούσαν νέες προοπτικές. Κρίμα, τίποτα.

        Η ώρα και πάλι περνούσε χωρίς να έχει κανένα αποτέλεσμα. Έτσι οι αρχικές της επιλεκτικές αιτήσεις μετατράπηκαν σε εκκλήσεις, αργότερα σε ικεσίες και τέλος σε επαιτεία προς οποιονδήποτε περνούσε. Έως και μια ομάδα επισκεπτών από την αλλοδαπή πήρε στο κατόπι ζητώντας κάποιος από αυτούς με την άλλη νοοτροπία, που σίγουρα είχαν, να την δεχθούν. Μέχρι τον Παρθενώνα έφθασε ακολουθώντας τους και εκεί στύλωσε τα ποδαράκια της κοιτάζοντας το  κτίσμα και με έκπληξη τον κόσμο που συναθροιζόταν με ανοικτό το στόμα γύρω του.  «Τι στο καλό χαζεύουν;» σκέφτηκε, «μα να θαυμάζουν αυτό το ερείπιο; Εμείς στη Θεσσαλονίκη  έχουμε κοτζάμ ολόκληρο Πύργο και κανείς δεν δίνει σημασία. Ηλίθιοι, απελπιστικά ηλίθιοι». Είχε και η καλή ιδέα τις κακές της στιγμές.       

         Νύχτωσε χωρίς αποτέλεσμα. Η Ιδέα βαρέθηκε και απελπίστηκε ενώ η πείνα που επανήλθε δριμύτερη έκανε την απελπισία της να φαντάζει μεγαλύτερη. «Τέρμα» σκέφτηκε, «οι πόλεις μοιάζουν κορεσμένες από ιδέες ή δεν νοιάζονται καθόλου οι άνθρωποί τους για νέα πράγματα. Αύριο θα πάω στην επαρχία, σε  ένα χωριό». Πρόχειρα και πάλι βολεύτηκε από φαί και έπεσε να κοιμηθεί σε ένα από αυτά τα παγκάκια, τελικά φαίνεται ότι είναι από τα λίγα πράγματα που βρίσκει κανείς εύκολα παντού και μάλιστα χωρίς να πληρώσει, εγκαταλείποντας τον εαυτό της στο πρώτο όνειρο που τύχαινε να είναι περαστικό εκείνη την ώρα.

            Ξύπνησε αχάραγα ακόμη, κρύωνε, θυμάται τη Θεσσαλονίκη, τη πόλη που «γεννήθηκε» τα βράδια να κάνει λιγότερο κρύο. Μάλλον όμως το κρύο ήταν διαφορετικό, περισσότερο βαρύ, δεν σε περόνιαζε ως το κόκκαλο. Εδώ είναι διαφορετικά. Το Πάλαι ποτέ Κλεινόν Άστυ είχε αυτή την ιδιοτροπία. Ακόμη και κατά το Χειμώνα μπορούσε στη διάρκεια της ημέρας να μη σε γονατίσει από το κρύο αλλά η βραδινή υγρασία σε πέθαινε. Η μικρή ιδέα λοιπόν σηκώθηκε, τανύστηκε και έκανε μερικές ασκήσεις να κυκλοφορήσει καλά το αίμα. «Τώρα» μονολόγησε «είμαι πια αρκετά έτοιμη για τις νέες μου αναζητήσεις, εμπρός να βρούμε ένα χωριό!». Ξεκίνησε και σκέφτηκε να περάσει από τη τζαμαρία μιας βιτρίνας να χτενίσει τα μαλλιά της που τα είχε ανακατώσει ο αέρας. Μόλις έφθασε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε κοντοστάθηκε και κοιτάχτηκε οπότε μια τρομερή κραυγή βγήκε από τα χείλη της «ααα» «τι είναι τούτο θέ μου;». Κοιτάζοντας το είδωλό της αντίκρισε μια γριά ξεδοντιάρα που μια δύσμορφη  καμπούρα ξεπρόβαλε εμφανώς πάνω από τους ώμους της. Ούρλιαξε, ξύπνησε, το όνειρο πήγε να βρει να φοβίσει άλλο κοιμισμένο, και η μικρούλα ιδέα έμεινε συλλογισμένη να σκέπτεται τι προμήνυε όλο τούτο. Μην ήθελε να της πει ότι έπρεπε να είναι πιο δραστήρια γιατί θα κακογερνούσε, μόνη και άσχημη, χωρίς κανείς να τη δεχτεί ποτέ του χωρίς κανείς ποτέ να την πάρει ως ψυχοκόρη στου νου του το σπιτικό; Μπρρρ, και μόνο που τα πέρασε μια τέτοια ιδέα ένιωσε να τρέμει σύγκορμη.

          Ηρέμησε και απέ το πρωί ξεκούραστη πια και αποφασισμένη ξεκίνησε να βρει ένα χωριό, στο οποίο θα δοκίμαζε τη τύχη της. Όχι εκεί κοντά στην Αττική και ας μολόγαγε στην αρχή ότι θα αναζητήσει τη τύχη της στο πρώτο χωριό που θα εύρισκε. Πήγε στα ΚΤΕΛ και κάθισε στα τελευταία καθίσματα ενός λεωφορείου που έγραφε «Δερβένι Κορινθίας» .... Αυτό μάλιστα είχε σκεφτεί. Η ιδανική λύση. Προσπάθησε να κοιμηθεί αλλά δεν μπόρεσε. Το λεωφορείο την ζάλισε τόσο ώστε θέλησε να κατέβει από αυτό όπως - όπως. Απελπισμένα κοίταξε ολόγυρα και κάπου διάβασε «κώδων κινδύνου, μη κρούετε άνευ αιτίας, ο παραβάτης τιμωρείται». Η ιδέα δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Μια, δυο φορές και το κουδούνι ακούστηκε να χτυπά τρελά Ντριιιιιιιιιννννν .... Τα φρένα του λεωφορείου στρίγγλισαν, και ο οδηγός ήρεμα οδήγησε το όχημα σιγά- σιγά όσο πιο άκρη μπορούσε για να δει τι συμβαίνει. Άνοιξε τις πόρτες και αυτό ήταν, η ιδέα δραπέτευσε και ανάσανε. «Επιτέλους» κόντεψα να βγάλω τα άντερά μου».

         Ενώ πίσω της ο οδηγός και οι επιβάτες αναρωτιόντουσαν ποιος πάτησε τον «Κώδωνα» εκείνη κουνάμενη - σινάμενη προχώρησε στη τύχη και δεν άργησε να αντικρύσει από μακριά τα σπίτια ενός χωριού. Νάμαστε, σκέφθηκε και επιτάχυνε το βήμα. Όταν έφθασε δεν κοίταξε ποιο χωριό ήταν, αλλά ούτε και την ένοιαζε. Δεν την πείραζε που δεν έφθασε στον τελικό της προορισμό το Δερβένι Κορινθίας. Ίσως ότι δεν ήξερε που βρισκόταν να την έκανε να αισθάνεται πιο άνετα. Μήπως γι αυτό δεν πετύχαινε στους άλλους τόπους; Μη τυχόν η γνώση του τόπου της δημιουργούσε υπερβολική βεβαιότητα ή υπερβολικές απαιτήσεις από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί; Ποιος ξέρει ο χρόνος θα δείξει.

 

Συνεχίζεται

 

Η Θέμις δεν έχει ιδέα...


Η ΜΕΘ' ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ...

Γράφω μετά απο πολύ καιρό παραμονή εκλογών. Θα ήθελα όσα γράψω να μην τα δραματοποιήσω. Άλλωστε η προσπάθεια που θα κάνω να αναλυσω τη σημερινή πολιτική ρευστότητα έχει μεγάλη δόση ρίσκου και φυσικά όταν ο υποφαινόμενος αναλύει περισσότερο με τη λογική αλλά και το συναίσθημα των όσων προσλαμβάνει από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα παρά από βαθιά γνώση των δεδομένων και της επιστήμης που μετέρχονται οι εταιρείες αναλύσεων.

Ας αρχίσουμε από το αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης.

Για την μεθ επόμενη μέρα προβλέπω τέτοια άνοδο της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ που είτε θα υπολείπεται ελάχιστα της Αυτοδυναμίας πάντως θα αντικαταστήσει δυναμικά τη Νέα Δημοκρατία.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ:


Ο Ελληνικός λαός σήμερα δεν έχει να σκέπτεται και να αποφασίζει ούτε κατ ελάχιστο με βάση ιδεολογικές διαφορές που μπορεί να χωρίζουν κόμμα προς κόμμα.Να πει βρε αδερφέ είμαι αριστερός,έχω αριστερά ανακλαστικά αλλά κατά βάση είμαι αστός και πάντα Δημοκράτης άρα ψηφίζω ΠΑΣΟΚ.

Δεν τοποθετείται ως δεξιός, συντηριτικός αλλά με Δημοκρατικά ανακλαστικά  που θίγεται όταν του λένε "η δεξιά και οι λοιπές Δημοκρατικές δυνάμεις" στο πλευρό μιας ευρείας αστικής παράταξης όπως η Νέα Δημοκρατία.

Ο Λαός πλην πολύ ολίγων συγκριτικά, έχουν τοποθετήσει εαυτούς ένθεν κακείθεν στα δύο μπλοκς που σχηματίσθηκαν από το ψευτοδίλημμα μνημονιακοί-αντιμνημονικοί μετατρέποντας τελικά με τη συμπεριφοράτους το ψευτοδίλημμα σε πραγματικότητα.

Έτσι,σε αυτή την εικονική πραγματικότητα σχεδόν ταυτίστηκαν(αφού συνετέλεσαν υπέρ του μνημονίου καθ οιονδήποτε τρόπο) κόμματα συντηρητικά όπως η ΝΔ έως το ΠΑΣΟΚ που ανεπιφύλατα λέω ότι πολλές φορές λάμβανε δεξιόστροφες οικονοπικές πολιτικές αλλά κανείς δεν θα του αρνηθεί την αριστερή κουλτούρα και τα ανακλαστικά και τις ευαισθησίες σε κοινωνικά θέματα και,από το καθαρά ξενοφοβικό και ρατσιστικό ΛΑΟΣ έως την αριστερότατη ΔΗΜΑΡ μέχρι προ ολίγου ας μη ξεχνάμε κομμάτι,σπλάχνο του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ... Όλοι αυτοί όμοια και απαράλαχτα ως μνημονιακοί στο πυρ το εξώτερον στο θυμικό του Έλληνα ψηφοφόρου.

Αν όμως αυτό είναι αλήθεια,που ειναι,τότε και όλοι οι άλλοι από ΣΥΡΙΖΑ έως ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και από ΑΝΕΛ έως ΚΚΕ(και ας λέει άλλα εντελώς πράγματα ποιος τα ακούει αλλά και όσοι ακόμη μετη σημαία του αντιμνημονιακού αγώνα κατεβαίνουν στη μάχη για τον ίδιο Έλληνα ψηφοφόρο λίγη έχουν διαφορά!

Πάνω απ όλα να σκιστεί το επαχθές μνημόνιο.Ούτε ιδεολογίες,ούτε ρατσισμός-αντιρατσισμός,ούτε τίποτα.


Αυτή λοιπόν είναι η κατάσταση όπως διαμορφώνεται μέχρι σήμερα έτσι όπως εγώ τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι.

Γιατί την μεθ επόμενη μέρα βλέπω τόσο μεγάλη εξέλιξη της Χρυσής Αυγής; 

Με ένα ως δεδομένο. Ότι ανεξάρτητα του αυριανού εκλογικού  αποτελέσματος αν η Κυβέρνηση δε  μπορέσει να αντιδράσει και μάλιστα η Νέα Δημοκρατία τότε θα οδηγηθεί μαθηματικά κατ αρχάς σε ήττα και στις Βουλευτικές εκλογές.

Εκεί ακριβώς είναι το κομβικό σημείο.

Από το σημείο αυτό και μετά ουσιαστικά παύει να ισχύει το ιδεολόγημα μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί. Θα έχουν κερδίσει οι δεύτεροι και ακόμη και αν ακολουθήσουν μέρη και πρακτικές του μνημονίου τα υπόλοιπα κόμματα δεν θα έχουν τη δύναμη να επαναφέρουν ζήτημα για ΓΝΗΣΙΟ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟ ΑΓΩΝΑ..Ούτε φυσικά μπορεί να επανατεθεί ζήτημα,αν τα πράγματα δείχνουν ότι δεν πηγαίνουν καλά,για επαναφορά σε νέο μνημόνιο...Οι μνήμες τόσο πρόσφατες που σχεδόν όλοι οι Έλληνες θα επιθυμούν να πεθάνουν τρόγωντας μια φέτα ψωμί τη μέρα παρά να πέσουν στην ανάγκη των Σαμαρά,Βενιζέλου,Ευρωπαίων για δεύτερη φορά...

Και τι θα κάνουν οι ηττημένοι ΝεοΔημοκράτες κατά κύριο λόγο; Θα αντιπαλέσουν επί πια βάση τον θριαμβευτή Τσίπρα;Την Ιδεολογική βάση και ιδεολογική αντίθεση αριστεράς -δεξιάς ένα νέο ατόπημα,ένα νέο ψευτοδίλημμα που θα ξαναμπεί ουσιαστικά με τόσο πάταγο από τον Εμφύλιο Πόλεμο.Αλλά έχουν τη δυναμική οι Βεο Δημοκράτες να αντιπαλέσουν στους Κόκκινους (στην εξουσία πια) προπαγανδιστές; Αυτοί είναι μάστορες όταν είναι στην Αντιπολίτευση πόσο μάλλον σαν Κυβέρνηση! Εδώ το ΠΑΣΟΚ είχαν ως αντιπάλους το 1981 και για να το κλονίσουν και τελικά να το ανατρέψουν σκαρφίστηκαν εναντίον του αρχηγού τους ολόκληρη σκευωρία. Αλλιώς δεν θα επανήρχοντο στην εξουσία ούτε τον χρόνο που έχει Φλεβάρη με 31 μέρες!!!

Γι αυτό πιστεύω ότι τελικά θα αρχίσει να μετατίθεται το Εκλογικό Σώμα της Νέας Δημοκρατίας προς τη Χρυσή Αυγή και όταν αρχίσει αυτή να αυξάνει σε δύναμη πανεύκολα υπό τη σημαία της θα συγκεντρώσει και τους ΑΝΕΛ και κάθε άλλο δεξιόστροφο κόμμα ή οργάνωση που κινείραι αυτή τη στιγμή στη πολιτική ζωή της χώρας ή που θα υπάρχει τότε.

Γιατί μιας και όπως έγραψα πιο πάνω δεν είναι δυνατόν να επανέλθει σε καμιά περίπτωση στα σοβαρά ζήτημα που αφορά στο μνημόνιο και με αυτό ένα κόμμα να διεκδικήσει εκ νέου την εξουσία, η εκ νέου αμφισβήτησή της θα γίνει στηριγμένη ΠΑΝΩ ΣΕ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ τα οποία όμως δεν θα τα εκφράζει μια παράταξη του 8% αλλά του 17% του 25% και τα νούμερα ανόδου όλο και θα συνεχίσουν αυξανόμενα.Γιατί άραγε ο δεξιός νυκοκύρης να μείνει στη Νέα Δημοκρατία;Για να του προσφέρει τι το καινούργιο; Θα πάει στη ΧΑ που εγγυάται την επιβολή θανάτου στους εμπόρους ναρκωτικών(πείτε μου ότι κάποιοι από τους λεγόμενους νυκοκήρυδες δεν το έχετε ψιθυρίσει μια φορά),θα πάει γιατί λέει πως εγγυάται το άδειασμα της Ελλάδας από τους μετανάστες(πείτε μου ότι σαν νοικοκύρηδες δεξιοί ακόμη και Πασόκοι δεν έχετε κάποτε πει ότι αυτοί φταίνε για πολλά από τα κακώς κείμενα) ο Γκεμπαιλισμός της Χρυσής Αυγής μιλάει κατευθείαν στα θέλω του καθενός. Ανιχνεύει τις αδυναμίες και μετά τις κάνει προγραμματικές δηλώσεις. "Γιατροί με Σύνορα" σου λέει όταν σε άκουσε να διαμαρτύρεσαι για τους ξένους που χωρίς να πληρώνουν(ανθρωπιστική υποχρέωση μιας πολιτείας που προλέπεται από τη Συνθήκη της Γενεύης) βρίσκονται εμπρός σου στο ΕΣΥ...

Αλλά όπως και να έχει αυτοί ΑΚΟΥΝ!Έχουν διαπιστευμένους ανα γειτονιά να ακούει και να μεταφέρει τα προβλήματα. Τα μεταφέρει και τα εκμεταλλεύονται ανάλογα.

Γι αυτό λέω ότι πανεύκολα θα μεταβεί στο μέλλον όταν παψει η αντιμαχία μνημόνιο-αντιμνημόνιο μεγάλο ποσοστό λαού που σήμερα έστω στοιχίζεται πίσω από την ΚΥΒΕΡΝΩΣΑ ΑΚΟΜΗ ΝΔ...


Εχτές άκουγα την ομιλία του Αντώνη του Σαμαρά στο Σύνταγμα.Στο σημείο εκείνο που κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι για εκλογικά οφέλη ζήτησε ψήφους από τη Χρυσή Αυγή δεν ακούστηκε ούτε ένα "ου" ούτε μια αποδοκιμασία!! Δεν ξέρω αλλά άμεσα μου πέρασε από τον νου ότι ο δεξιός ψηφοφόρος,οπαδός της ΝΔ αυτόματα σκέφτηκε "και γιατί όχι;!" και αμέσως μετά "γιατί να χαρίσουμε δικά μας παιδιά στους αριστερούς;!" ...


Ενδεχομένως το ατύχημα που θέλει να αποφύγει ο Σαμαράς βρίσκεται ένα βήμα μπροστά μας και δεν μπορούμε να το αποφύγουμε αφού είναι τουλάχιστον τριπλό(το κακό είναι ότι το βλέπει μόνο ως οικονομικό ατύχημα ενώ μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο)....

1) Η αστάθεια μέχρι τις Βουλευτικές εκλογές

2) Σε περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ η μετατροπή του σκηνικού σε νέο δίπολο ανταπαράθεσης κατ ουσίαν ΣΥΡΙΖΑ -ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

3) Η διαρκής ποσοτική άνοδος της Χρυσής Αυγής έως απροσδιορίστου πάντως μεγάλου ποσοστού...


Επαναλαμβάνω δεν είμαι αναλυτής επιστήμων,δεν έχω δεδομένα (γκάλοπς) και μάλιστα σε βάθος χρόνου και όσα έγραψα στηρίζονται σε μια λογική παρατήρηση της σημερινής κατάστασης αλλά και της γνώσης που έτυχε να έχω για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και του τρόπου που συνήθως συμπεριφέρονται ο οπαδοί του,αλλά και τι διαχρονικά εκφράζουν.

Ελπίζω να είμαι άλλος ένας υπερφίαλος ή έστω ο κος Σαμαράς να βγάλει ατελέσφωρη τη διαδικασία της ανάλυσης αφού για να τελεσφωρήσει χρειάζεται απαραίτητα το δεδομένο της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στις Βουλευτικές Εκλογές...



ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΠΙΚΟΥΛΑΣ


Υγ Και να μην ξανακούσω τα διάφορα ο Έλληνας δεν είναι τούτο,ο Έλληνας δεν είναι το άλλο. Κάθε άνθρωπος άρα και ο Έλληνας είναι ή μπορεί να είναι κάθε τι καλό και κάθε τι κακό. 

Μιλώντας δε για κακό ο καθένας άρα και ο Έλληνας και ρατσιστής είναι(εντοπίζεται στη συμπεριφορά απέναντι στο γυαλάκια,τον χοντρό,τον σπασίκλα,την άσχημη αντικειμενικά γυναίκα(και ας λέγεται ότι γυναίκα άσχμη δεν υπάρχει) κλπ φασίστας μπορεί άνετα να είναι.

Θαρρώ ότι όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο άρα και οι Έλληνες έχουμε μέσα μας άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο αναπτυγμένα τον Ρατσισμό ειδικά και λιγότερο τον Φασισμό.

Το ζήτημα είναι πόσο μπορούμε και μέχρι ποιού σημείου ο καθένας ξεχωριστά να καταπολεμήσει αυτά τα δυο στοιχειά ουσιαστικά παλεύοντας με τον ίδιο του τον εαυτό,τις επιθυμίες του και τις αδυναμίες του...

Όσο δεν μπορούμε να νικήσουμε αυτά τα δύο τόσο θα ψάχνουμε πάντα να βρούμε μπαστούνι ως χείρα βοηθείας και δεν θα μας νοιάζει τι σόι μπαστούνι θα είναι.

Έτσι θα περνάμε στην εκδοχή που λέει ότι ναι ο Έλληνας κακώς χαρακτηρίζεται "μπουζουκόβιος" αφού δεν ζει από το μπουζούκι απλά πηγαίνει τακτικά περισσότερο από όσο πρέπει σε κέντρα διασκεδάσεως,ότι κακώς χαρακτηρίζεται "τρελός" ενώ δεν είναι απλά κάνει τρέλες όπως ενώ εν έχει λεφτά να πηγαίνει πολλές μέρες διακοπές, συμπερασματικα και λογικά θα καταλήξουμε,αν δεν καταλήξαμε ήδη να λέμε, ο Έλληνας δεν είναι Φασίστας απλά ο καημενούλης κάνει Φασιστικές ενέργειες!!!


Ο ΙΔΙΟΣ


ΑΘΛΗΤΙΚΑ; ΤΟ "ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ" ΤΟΥ ΔΩΝΗ

Αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια(και όχι μόνο) στη χώρα μας στο Αθλητικό γίγνεσθαι και ειδικότερα αυτά που αφορούν τον ομαδικό της αθλητισμό,μόνο ως ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ δεν μπορεί να τα παρουσιάσει κάποιος.Που να τα εντάξει θα πει κανείς.Ας τα εντάξει στον τομέα που κάθε Πρωτοχρονιά μας κάνει παρέα απολογιστικά με τον τίτλο ΑΠΙΘΑΝΑ και όμως ΑΛΗΘΙΝΑ...Ας τα εντάξει σε ΝΕΟ ΤΟΜΕΑ της ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ που θα έχει τον τίτλο "ΕΞΑΚΡΙΒΟΜΕΝΑ αλλά ΑΤΙΜΩΡΗΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ"!...Ας τα εντάξει στην νέα γνωστή τηλεσειρά "ΠΛΑΚΑ ΚΑΝΕΙΣ"...Ως Αθλητικά Γεγονότα όμως δεν μπορεί κανείς να τοποθετήσει ανερυθρίαστα.Μα θα πει άλλος υπάρχουν και καλές στιγμές και αυτές είναι πάρα πολλές.Βρε άμα χαλάσει το δέντρο κόφτο να πάει στο διάλο!

Αυτά είναι με λίγα λόγια που καιρό τώρα θα σκεφτόταν και ο έμπειρος προπονητής του Ατρομήτου Αθηνών κος Δώνης ώστε μετά τον πρόσφατο αγώνα στον τελικό ποδοσφαίρου; για το κύπελο Ελλάδος με αντίπαλο την  ομάδα της ΑΕΚ δήλωσε περίπου ότι "ως καθρέπτης της χώρας και το ποδόσφαιρο είναι ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ!"

Ο κος Δώνης ίσως άδικο να μην έχει.Πρέπει όμως,ως άτομο που εκτίθεται καθότι αναγνωρίσιμος αλλά διότι διότι προέβη σε αυτή την αντρίκια δήλωση να δώσει κάποιες απαντήσεις.

1)Είναι η πρώτη φορά που ζει τέτοιες καταστάσεις;Αν έφτασε "ο κόμπος στο χτένι" που λένε τι έστι κόμπος και τι χτένι;

2)Κόμπος εστί η αποτυχία(έτσι κι αλλιώς φαβορί ποτέ δεν υπήρξε) και χτένι το πρώτο γκολ οφσάιντ συν το ότι η αντίπαλος ήταν η ΑΕΚ;

3)Όταν παρολίγο να καεί ο τερματοφύλακας της ΑΕΚ στην Τούμπα,γιατί δεν μίλησε για Μπουρδέλα ο κος Δώνης;Για να τάχει καλά με τη διαιτησία και να εξασφαλίσει σε Πρωτάθλημα-Κύπελο τουλάχιστον την 50-50 αντιμετώπιση;

4)Παίζοντας σε ΠΑΟ και ΑΕΚ ως ποδοσφαιριστής δεν είδε από μέσα καμιά μπουρδελοκατάσταση;Τότε σιωπή;Τόση σιωπή που μετά ανέχτηκε να προπονήσει 4 ποδοσφαιρικές ομάδες μεταξύ των οποίων και η ΑΕΚ;

5)Τον καιρό που κέρδισε τον ΠΑΟ και πήρε το κύπελο όλα ήταν καλά,λείαν προσφάτως, και όλα χάλασαν τα επόμενα χρόνια.Μέσα σε τέσσερα χρόνια η ποιότητα έφτασε να γίνει ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ;;;;!!!!

Ο κος Δώνης μοιάζει με εκείνος που βράδυ 13.30 με 2 περνά από τη Λεωφόρο Συγγρού με παρέα και ξαφνικά όλος θέρμη γυρίζει και λέει στους φίλους του "κοιτάτε παιδιά, ένας Τραβεστί,κι άλλος, κι άλλος!"....Ή με αυτόν που στην οδό Φυλής λέει στον φύλο του δείχνοντας ένα "σπιτι" με κόκκινο φωτάκι "κοίτα Θάνο ένα Μπορδέλο!"...Μη πω ότι μοιάζει χειρότερα ότι μοιάζει με αυτόν που καταλαβαίνει το Μπουρδέλο όταν μπει στο "σπίτι" ή ακόμη χειρότερα όταν πληρώσει για να πλαγιάσει με την πόρνη που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε ότι θα τη βγάλει γκόμενα!!...

Πάντως όπως και να έχει,τον προτιμώ έτσι παρά όμοιο με τους "άλλους".Ξέρετε ποιους.Τους Νταβάδες.

Κινδυνεύει όμως βρε αδέρφια.Μου θυμίζει(όλο παρομοιώσεις σήμερα) εκείνον τον άλλο που πάει στο εστιατόριο ή τη ταβέρνα να φάει και δεν του αρέσει το φαγητό.Που φωνάζει το εξυπηρετικότατο γκαρσόνι για να διαμαρτυρηθεί.Αλί και τρισαλί του.Όταν το πιάτο γυρίσει με το φαγητό πλέον όπως αυτός το θέλει,ας προσέξει το γκαρσόνι,τον μάγειρα ή το αφεντικό.Αν έλθουν,τον ακουμπήσουν φιλικά στους ώμους και όλο γλύκα τον ρωτήσουν "σας αρέσει τώρα κύριε το γεύμα σας;" ε τότε σίγουρα κάποιος από όλους έχε ΦΤΥΣΕΙ είτε στη σάλτσα,είτε όπουδήποτε.ΡΟΧΑΛΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ή το έχει περάσει να πάρει γεύση από τα...ΑΧΑΜΝΑ του!!!Α,και δεν είναι ανάγκη να σε ακουμπήσει κανείς φιλικά κλπ για να έχει συμβεί αυτό.Απλά αν συμβεί ψιλοσιγουρεύει...

Γι αυτό φάε το φαϊ που θα σου φέρουν ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΑΝΑΠΑΣ και ΔΙΑΔΩΣΕ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΤΙ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ...

ΜΗ ΤΟ ΚΡΑΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ...ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ..

ΓΕΙΑ, ΧΑΡΑ κε ΔΩΝΗ

ΜΕ ΟΜΟΡΦΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΦΟΡΟΥΣΕΣ ΠΡΑΣΙΝΑ

ΘΕΜΗΣ


Καλοκαιρινές Ιστορίες: Τελικά, είναι μοιραίο... (Μπλοκοπαίχνιδο)

Απ ότι μαθαίνω, γιατί κουτσά στραβά έχω το τρόπο να πληροφορούμαι, πριν από λίγες μέρες, θάταν απόγιομα θαρρώ, πάτησε μεγαλόπρεπα στη γειτονιά του ΠΑΘ, τη ΠΑΘΟΓΕΙΤΟΝΙΑ μας μια λυγερή τσιγγάνα. Κοίταξε ένα γύρω με τα γαλάζια της μάτια, θέ μου, τη ματιά κι αυτή, και κάλεσε «ελάτε δω πανέμορφες, ελάτε σεις λιβέντες, να κούσετε τη μοίρα σας κι όλο το ριζικό σας, εγώ με η Λίνα η ξακουστή, το λέω για καλό σας. Που θε να πάτε, τι θα σας βρει, το καλοκαίρι τούτο, κι αν έρωτας ο φτερωτός, θα κάνει το ντεμπούτο» Όλοι αδιαφόρησαν, φοβήθηκαν, δεν ήθελαν να μάθουν πλην από μια πεταχτή Ξανθιά η οποία συνάμενη κουνάμενη βγήκε στο κατόπι. «Άκου κυρά μάγισσα, δεν θέλω να μάθω κάτι για μένα. Έχεις κανένα ματζούνι που να μπορεί να τους κάνει να ξετρυπώσουν από τα καβούκια τους;» Γέλασε εκείνη «Φώναξε ένα έμπιστο που θα σε ακολουθήσει» είπε στη Ξανθιά. Εκείνη με μιάς γύρισε και σχεδόν ούρλιαξε «Γιάννηηηηη ουουου τσακίσου και έλα εδώ!» Σε μια στιγμή η παρέα από δύο έγινε τρεις.  Το ανάποδο του ότι προσδιορίζει το τριόδυο. Αν μαθηματικά και όχι κατ έννοια σημαίνει μείωση, η παρέα της γειτονιάς αυξανόταν! Τότε η Μάγισσα Λίνα, ως δια μαγείας, τι άλλο, παρουσίασε ένα κοντάρι με πολλές χρωματιστές κορδέλες. «Κράτα νεαρέ μου σταθερά» είπε. «Μα αυτό το ξέρω είπε ο Γιάννης, λέγεται γαϊτανάκι!» «Άντε γειά σου. Τώρα ξεκίνα μια ιστορία. Κάθε γειτονάκι που θα πιάνει μια κορδέλα θα λέει άλλη μία. Κατανοητό;» είπε η μάγισσα. «Κατάλαβες Γιάννης;» ρώτησε περιπαιχτικά η Ξανθιά. Η Μάγισσα φεύγοντας τη ρώτησε «αλήθεια πώς είπες πως σε λένε;» Μανιούσκα, Μάνια για τους φίλους, δηλαδή για όλους χαχα Και το παιχνίδι ξεκίνησε. Ο Γιάννης είπε διστακτικά το πρώτο σαν παραμύθι με τίτλο

Το Καράβι ; ποιο καράβι ; Καλοκαιρινές Ιστορίες

Τη σκυτάλη πήρε η Μάνια, σαν έπιασε τη πρώτη κόκκινη κορδέλα,Καλοκαιρινές Ιστορίες: Χωρίς Βρακί! 

Τη σκυτάλη πήρε ο     Βαγγέλης, σαν έπιασε τη δεύτερη κίτρινη κορδέλα   Καλοκαιρινές Ιστορίες: Τρόμος στου Χατζηδημήτρη!

 Τη σκυτάλη πήρε η Βιργινία, σαν έπιασε μια ολόχρυση κορδέλα                                                                                                                                                  Καλοκαιρινές Ιστορίες: Στη Χίο 

Τη σκυτάλη πήρε η Ελενίτσα, σαν έπιασε μια μεγάλη ροζ κορδέλα (πώς σου παν καλέ τα ροζ)

Το ταξίδι στη Ζάκυνθο.. 

Τη σκυτάλη πήρε ο Bas. Devasil, σαν έπιασε μια μπλε κορδέλα  Ένα καλοκαίρι Kitsch

Την σκυτάλη πήρε η ANOULI F., σαν έπιασε μια μεγάλη γαλάζια κορδέλα, όμοιο με το απέραντο της θάλασσας Καλοκαιρινές Ιστορίες: Στο εξοχικό!

Ας πιάσω και εγώ μια κορδέλα, να παίξω και να χορέψω μαζί σας. Να μια πράσινη που πετάει στον αέρα ελεύθερη. Χραπ, δική μου!

Καλοκαιρινές Ιστορίες: Τελικά, είναι μοιραίο... (Μπλοκοπαίχνιδο)

Λοιπόν καλοί μου γείτονες, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Καλοκαίρι, ας μη ρωτάμε ποιο. Πέρνεις την απόφαση να κατέβεις στο χωριό σου. Γνωρίζεις ότι εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα δεν υπάρχει, και ότι μιας και είσαι φυγόπονος άνθρωπος, όταν αποφασίσεις να επισκεφθείς τη γαλάζια θεά πρέπει να ματώσεις οικονομικά στα ταξί. Χώρια τα νερά ή τα χώματα που πρέπει να κουβαλάς και το μουτσούνιασμα του άγνωστου ταξιτζή "πάλι θα πλένω με το ζώον". Απόφαση ειλημμένη. Ότι επίσκεψη γίνει στην παντοκράτειρα της γης, οφείλει ο γράφων να την επιχειρήσει όσο βρίσκεται εν Αθήναις, σε ολιγοήμερες διακοπές κοντά της να αισθανθεί την ανάσα της, και όχι όταν τελικά πάρει τον δρόμο που τον οδηγεί στις άλλες αγκάλες αυτές των γονιών του. Τελεία και παύλα.

Και εκεί; Τι θα κάνει ο υποφαινόμενος όταν καταλήξει εκεί; Προσωπικά οι επιλογές μου μετρημένες. Ξεκούραση, ξεκούραση και καλό, πολύ καλό φαγητό. Ορίστε, τέσσερις με πέντε φορές στην Αρχαία Ολυμπία, κανένα μπουζουκάδικο, και αν πεις για Πύργο. Μια δυο φορές και πολύ είναι.

Να κάνεις τι στο Πύργο; Να αναρωτιέσαι γιατί ο Λάτσης αντί να γεμίσει το νομό με εργοστάσια έφτιαξε για τη ματαιοδοξία του το Επαρχείο; "Δωρεά Λάτση!" Χέστηκε η φοράδα στο.... Παρ όλα αυτά αραιά και που φαινόταν σαν εκδρομούλα. Όσο περνούσαν τα χρόνια και ομόρφαιναν οι Πυργιώτισες, τέτοιες εξορμήσεις καθίσταντο περισσότερο αναγκαίες. Και λοιπόν; Άπρακτοι πηγαίναμε, αχαμνοί και άπραγοι γυρίζαμε. Τι περιμέναμε; Επειδή ζούσαν στην επαρχία να μας το δώσουν στο χέρι; 

1990 Καλοκαίρι Αύγουστος μήνας. Η άδεια μου τελείωνε, ήθελε δεν ήθελε πέντε μέρες ακόμη ξεκούρασης, και μετά πάλι στο μαγγανοπήγαδο. Τότε μάλιστα εργαζόμουν σε ένα εργοστάσιο με αφρώδη πλαστικά. Από βραδύς, να πω ποιας μέρας ούτε που θυμάμαι, λέω στον ξάδερφο Μάκη "ρε συ, δεν κατεβαίνουμε αύριο Πύργο; Κερνάω καφέ..." "Ναι," απαντάει εκείνος "αλλά να ξυπνήσεις νωρίς να πάμε με το λεοφωρείο". Τον πήρα από τα μούτρα "άσε ρε Μάκη, για βόλτα θα πάμε, όχι για μεροκάμματο. Είπα κερνάω, θα κατέβουμε με ταξί. Όλα δικά μου." 

Η επόμενη μέρα μας βρήκε να βολτάρουμε στον Πύργο. Μια εφημερίδα τοπική, ανάθεμα ούτε που τη θυμάμαι, τεντωμένα τα πόδια στο Επαρχείο του Λάτση που βλαστημάω, με καφέ και μπόλικη φιλοσοφία και βλακεία. Η ώρα; Ήδη αργάμιση και σκοπεύαμε να φύγουμε πολύ αργότερα. Όποτε μας έκανε κέφι. Βέβαια, έβλεπα ότι τον ξάδελφο κάτι τον έκαιγε, αλλά δεν ρώταγα. Φοβόμουν ότι η απάντηση θα ήταν τέτοια που θα χάλαγε τη παρέα και τη ραστώνη μου. "Άστον να βουρλίζεται" σκέφτηκα, "αν είχε δουλειά ας μη δεχόταν να έλθει μαζί μου".


Η ώρα πλησίαζε κοντά στις δύο και μισή. Ήδη είμαστε αραχτοί τρεις ολόκληρες ώρες. Είχαν πιαστεί τα πάκια μας. Ήταν η στιγμή που ο Μάκης δεν άντεξε και το ξεφούρνισε "δε φεύγουμε, έχω να πάρω και τη γυναίκα μου τη Νίκη από το φούρνο, όπου νάναι σχολάει". "Πεσ το καημένε ότι εκεί θέλεις να πας. Γιατί δε μιλάς τόση ώρα;" Αλίμονο, είχα και εγώ κουραστεί και με χαρά μάλωνα τον ξάδελφο για την απερισκεψία του να μη με ενημερώσει. "Και που είναι ο φούρνος που δουλεύει η Νίκη;" "Προς το Νοσοκομείο του Πύργου." "Άντε, πάμε παρέα να ξεπιαστώ κομματάκι". πρόσθεσα με γαλαντωμία.

Αν και τελείωνε ο Αύγουστος, απομεσήμερο και ο ήλιος έκαιγε τον τόπο. Η περιοχή, γνωστή για την υγρασία της, πρόσθετε το κάτι τι της στη γενική δυσφορία. Παρ όλα αυτά, νέοι και οι δύο, καθόλου δεν επηρρεαζόμαστε από τις καταστάσεις. Από άλλες όμως σίγουρα "ωρέ τι είναι τούτο" αναθάρρησα. Μόνη, στραμένη σε μια βιτρίνα, ήλεγχε όσα ο καταστηματάρχης θεωρούσε άξια προς διαφήμιση, νεαρά νεοτάτη,λεπτή, με ξανθό μαλλί ίσο μέχρι τη μέση. "Ίσα" με προέτρεψε ο Μάκης. "Λες ρε; Μα αυτή εδώ και εγώ στην Αθήνα..." "Μωρέ βουρ" και ο Μάκης συνέχισε προς την εργασία της γυναίκας μου αφήνοντάς με μόνο και αναποφάσιστο. Για λίγο όμως. Όλο το σκηνικό δεν έγινε μακριά από τη ξανθομαλλούσα και εκείνη δεν κουνήθηκε ρούπι. Αυτό μου έδωσε θάρρος. Την πλησίασα, αργά και σταθερά. Φοβήθηκα μήπως τη τρομάξω. Αν όχι εγώ, τα μακριά μαλλιά μου ή το κέρατο που κρεμόταν από το λαιμό μου. Μα ρε λεβέντη μου, ούτε ένα σταυρουδάκι; Κέρατο!; 

"Καλημέρα δεσποινίς, συγχωρήστε με αν σας ενοχλώ, μου επιτρέπετε να ρωτήσω αν είστε μόνη;" Απρόοπτα αντί να με καταχερίσει έστω λεκτικά η νεαρά απάντησε. Φυσικά μονολεκτικά "μόνη". Αυτό μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω "Δεν ξέρω προς τα που πάτε, αλλά θα θέλατε να σας συνοδέψω, καθότι και εγώ απ ότι βλέπετε στη πραγματικότητα μόνος, ώστε να βγούμε για λίγο έστω από τούτη τη μοναξιά;" Τι ήταν να πω αυτά τα τελευταία λόγια; Ένας ορυμαγδός παρατηρήσεων βγήκε από ένα καλοσχηματισμένο στοματάκι. Κάθε λέξη και ένα νάζι, κάθε επιχείρημα και μου ερχόταν να την φιλήσω εκείνη τη στιγμή επί τόπου. Αλλά δεν το έκανα... " Άκου φίλε, δεν ξέρω από που είσαι. Κατ αρχάς, και μη κοιτάς που δεν σε διόρθωσα, τέτοια ώρα λέει ο κόσμος χαίρεται και όχι καλημέρα. Δεύτερον, είπα είμαι μόνη και όχι ότι νιώθω μοναξιά. Άλλο ο μοναχικός άνθρωπος που τα έχει βρει με τον εαυτό του και άλλο εκείνος που νιώθει μοναξιά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Κατανοητό;" Τόμπολα ο κύριος. "Λυπάμαι αν σας έθιξα. Ξέρετε όταν γνωρίζω για πρώτη φορά έναν άνθρωπο, ο προφορικός λόγος μου είναι σχεδόν άχρηστος. Και πάλι λυπάμαι. Αντίο" και έστρεψα να φύγω με την ουρά στα σκέλια και τη φωνή της στα αυτιά μου να λέει "Καλά, δεν είπα και να φύγετε! Στη Νομαρχία πήγαινα να δω κάτι προκηρύξεις, αν θέλετε πάμε παρέα..."

Είπιαμε καφέ, και πάλι στο Επαρχείο, χαθήκαμε, αν και της έδωσα το τηλέφωνο στην Αθήνα. Έψαξε, το ανακάλυψε, με βρήκε και πότε νομίζετε ξανασυναντηθήκαμε; Την ημέρα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλου του 1990... Όχι, δεν είδα τον αγώνα. Ήμουν συνεχώς παρέα με την ...μέλλουσα γυναίκα μου! Ήταν μοιραίο, απολύτως μοιραίο.

Καλώ να αρπάξουν μια κορδέλα η ditty .η Fenia και η Λυγερούλα, αν πείτε για συνδέσμους, ποιος είπε ότι ξέρω να βάζω;

Αλλά την ηθική υποχρέωση τη τηρώ...


Θέμης 


ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΘΕΜΑΤΑ 2

Παρακολουθούσε ο Αντρέας έντρομος. Είχε αρχίσει να απελπίζεται. «Πάνο τελείωνε. Λες πολλά, θα φας καμία ανάστροφη εδώ μέσα!». Ήθελε να μάθει που το πήγαινε ο φίλος του. Η ώρα όμως περνούσε και αποτέλεσμα δεν φαινόταν. Ξαφνικά, λίγο η απελπισία, λίγο η τσαντίλα, του την έδωσε και έκανε να ανοίξει τη πόρτα να φύγει. Ας το διάολο, θα έβρισκε μόνος του τη λύση. Αν περίμενε από τον Πάνο ... Τόσες ώρες είχε ζαλιστεί. Δεν τον κράταγαν τα πόδια του πια. Νύσταζε, πείναγε, του ερχόταν εμετός, η απελπισία τον έσφιγγε στο λαιμό σαν βρόγχος, και είχε τον παλιό του φίλο να του αραδιάζει τη μία θεωρία πίσω από την άλλη χωρίς μια συγκεκριμένη πρόταση. Μια πραγματική βοήθεια που θα του έλυνε τα χέρια. Καλό παιδί ο φίλος του, αλλά όταν κάποιος δεν φορά ίδιο νούμερο προβλήματος με του άλλου, πώς να τον καταλάβει; Αυτό συνέβαινε και με εκείνον. Ήθελε να βοηθήσει αλλά με τα πολλά λόγια τον είχε τρελάνει.

Η κίνησή του προς την έξοδο από το αυτοκίνητο έμεινε στη μέση. Τον συγκράτησε το χέρι του αδερφικού του φίλου. «Κάτσε, θα σου πω. Απλά διστάζω γιατί ως ιδέα είναι παράτολμη, πέρα από τα συνηθισμένα, τα δικά σου ακόμη και τα δικά μου, αλλά πίστεψέ με τη θεωρώ ως τη μοναδική λύση». Ο Αντρέας πισωγύρισε κοιτάζοντας το φίλο του κατάματα «λέγε!» ήταν η μόνη λέξη που μπόρεσε να πει. Άνοιξε βίαια και πάλι τη πόρτα και ξέρασε. Έβγαλε όλο το πιοτό και την αγωνία της μέρας.

«Λέγε» ξανάπε όταν επιτέλους ηρέμησε.

«Όπως σου είπα» άρχισε ο Πάνος «στον άλλο η γυναίκα σου αποζητά το καινούργιο, το διαφορετικό, τη νέα εμπειρία,  αυτό που πρωτογνώρισε σε σένα και έπαψες εσύ να της το προσφέρεις. Αν ήθελε απλά κάτι για να ικανοποιεί τις ορμόνες της, κάτι συμβατικό, είχε εσένα. Πιστεύω ότι έμπλεξε με κάτι προσωρινό, που όμως της καλύπτει τις σεξουαλικές της φαντασιώσεις. Ίσως και τις σεξουαλικές διαστροφές, κάτι που εσύ της έχεις αποκλείσει.  

Σου είπα πριν τους λόγους, που δεν  μπορείς και δεν πρέπει να εμφανιστείς ως ο συγχωρών σύζυγος. Σου εξήγησα ότι αν συμβεί αυτό, αν  προσφέρεις τα ίδια με παλιά, κινδυνεύεις να εισπράξεις απόρριψη, και μάλιστα αυτή τη φορά μια για πάντα. Πρέπει να της δώσεις κάτι καινούργιο. Μάλιστα κάτι εξαιρετικά εξτριμ,  κάτι συγκλονιστικό και υπερβατικό. Πρόσεξε όμως ποιο είναι το πρόβλημα. Αν παρουσιαστείς ως Αντρέας και θελήσεις να κάνετε σεξ, και πάνω στο σεξ προσπαθήσεις να κάνεις κόλπα διαφορετικά, υπάρχει το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί η γυναίκα σου. Γιατί; Απλά γιατί ενδόμυχα σε έχει ήδη απορρίψει σεξουαλικά! Έχει απορρίψει τον σεξουαλικό Αντρέα εξ αρχής και υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί ότι και αν επιχειρήσεις ... Αν όμως την πλησιάσει ένας άλλος ... Αν ένας άλλος της προσφέρει τις εξτριμ ηδονές που αναζητάει τότε αλλάζει το πράγμα».

 

Ο Πάνος δεν πρόλαβε να συνεχίσει και ένα «άει γαμήσου» διέκοψε κάθε σκεπτικό του. «Εγώ φταίω που κάθομαι και σε ακούω ρε μαλάκα. Να  μη μου γαμάει τη γυναίκα αυτός που βρήκε η ίδια, αλλά για να καταφέρω να  γυρίσει σε μένα, να βρω εγώ έναν που να τη πηδάει και μάλιστα με εξτριμ τρόπο! Πόσο μαλάκας μπορεί να είμαι για να σε ακούω, και πόσο παλιομαλάκας είσαι, για να μπορείς να λες αυτά σε κάποιον που θεωρείς φίλο και αδερφό!» 

«Τελείωσες ρε αρχίδι; Είπες τη μαλακία σου; Φχαριστήθηκες; Ωραία ... Λοιπόν με μια κουβέντα τελειώνω. Μάθε ότι αυτός ο ... άγνωστος που θα  ξεκωλιάζει, σε εξτριμ στυλ τη πουτανίτσα σου, συγχώρα με κιόλα, θα είσαι εσύ ρε μαλάκα! Με μάσκα φυσικά γιατί όπως είπα θα είσαι άλλος!...  Ναι ρε γαμημένε άντρα! Μάσκα που θα βγάλεις όταν αρχίσει να ουρλιάζει από το φτιάξιμο ή το φόβο ή ότι άλλο της κάνεις να γουστάρει τη κυρία. Α, ακούς τώρα μουνάκι. Θα είσαστε δύο. Όχι μη με κοιτάς. Εγώ δεν θα πάρω μέρος. Άλλος θα είναι. Και αυτός με μάσκα. Όχι, αυτός δεν είναι απαραίτητο να τη βγάλει. Ούτε θα στη πηδήξει, μη φοβάσαι. Θα πάτε τα παιδιά το πρωί και καλά σε μια θεία ή κάπου αλλού. Θα είναι μόνη στο σπίτι. Θα μπείτε μέσα με τις μάσκες. Και καλά βιασμός. Θα ακινητοποιηθεί από τον συνεργό και εσύ θα κάνεις τη ... βρώμικη δουλειά. Θα φοβηθεί, είναι λογικό. Ο φόβος αυξάνει την αδρεναλίνη και τη σεξουαλικότητα. Όταν αρχίσεις να την πηδάς μη ξεχάσεις να βγάλεις τη μάσκα. Είπαμε, εσύ πρέπει να τη πηδήξεις. Όλα τα άλλα γίνονται για το διαφορετικό, το εξτριμ που της οφείλεις. Ήδη θα έχει φτιαχτεί η απαραίτητη ατμόσφαιρα. Πρόσεχε, δεν θέλεις να τη βιάσεις. Ατμόσφαιρα είπαμε θέλεις να δημιουργήσεις.»

Ο Αντρέας είχε μείνει εμβρόντητος να κοιτάει τον φίλο του. Πέρασαν κάμποσες στιγμές. Μίλησε σκύβοντας ελαφρά μπροστά «ρε μαλακισμένο, έχεις κάνει ποτέ κάτι τέτοιο;» Ο Πάνος τινάχτηκε σαν να τον τσίμπησε φίδι «Σου το ορκίζομαι στη φιλία μας ποτέ. Μου ζήτησες όμως βοήθεια. Είναι η μόνη που μπορώ να  σκεφτώ. Εσύ αποφασίζεις.» «Και αν, λέμε αν αποφασίσω να κάνω τέτοιο πράγμα στη γυναίκα μου, ποιος θα δεχτεί να έλθει μαζί μου; Δεν θα φοβηθεί;»  Χαμογέλασε ο Πάνος «αυτό άστο επάνω μου, με καμιά εκατοστή ευρώ, όλα γίνονται. Εξάλλου δεν θα κάνει κάτι σοβαρό ο φιλαράκος. Μια εμφάνιση με κουκούλα μόνο. Λες και παίζει θέατρο, ξέρεις πόσους άνεργους ηθοποιούς γνωρίζω; Λοιπόν τι λες;»

«Θα πρέπει να το σκεφτώ λίγο».

«Όσο θέλεις, αλλά αν η Αφροδίτη δέσει καλά με τον γκόμενο, μετά ...». Απάντησε ο Πάνος με ένα χαμόγελο θριάμβου στα χείλη. Καταλάβαινε πόσο είχε εντυπωσιάσει η τρομερή του ιδέα τον καρδιακό του φίλο. Ο ίδιος ένιωθε εκστασιασμένος, σαν να είχε απότομα ψηλώσει δέκα ολόκληρους πόντους.

Πριν φύγει ο Αντρέας είπε στον Πάνο «και θα γυρίσει κοντά μου ρε;» χαμογέλασε ο φίλος του «αγορίνα μου κανείς δεν ξέρει. Πάντως χειρότερα τα πράγματα για σένα αποκλείεται να γίνουν ...»

Οι δυο φίλοι χώρισαν. Η Bmw ξεκίνησε αγανακτισμένη, βγάζοντας καπνούς από την εξάτμιση, ενώ οι ρόδες της άρχισαν να τσακώνονται με την άσφαλτο, βγάζοντας απαίσιους στριγκούς ήχους . Ο Αντρέας ζήτησε να μη τον ενοχλήσει κανείς, και έπεσε για ύπνο με τα ρούχα. Δεν είχε κανένα νόημα να τα βγάλει. Ακόμη και αν επρόκειτο για εκείνες τις ωραίες ημέρες, που το κρεβάτι του γνώριζε μεγάλες στιγμές, κάθε φορά που συναντιόταν με τη γυναίκα του, το σίγουρο είναι ότι δεν θα τον πλησίαζε αν τον έβλεπε σε αυτή τη κατάσταση. Ως σίγουρο μπορεί να θεωρηθεί ακόμη, ότι αυτός δεν είχε το παραμικρό κουράγιο να κάνει μπάνιο ετούτη τη στιγμή. 

Η εξάντληση που ένιωθε δεν κατάφερε να τον κρατήσει για πολύ στο στρώμα. Άλλωστε τη μοναξιά σε χώρο φτιαγμένο για δυο, είναι κάτι που ποτέ δεν θα συνήθιζε. Ένα γρήγορο ντους τον συνέφερε αρκετά. Βγαίνοντας έπεσε πάνω στην γυναίκα του. Τι όμορφη που ήταν! Με το αντίκρισμα της αλλά και τη ταυτόχρονη σκέψη της πρότασης του φίλου του, ένιωσε τόσο μεγάλο ενθουσιασμό, ώστε αναγκάστηκε να βάλει τα χέρια μπροστά του για να μη τον δείξει. Ορίστε πράγματα ... Να ντρέπεται την ίδια του τη γυναίκα! Όμως δεν άργησε να το συνειδητοποιήσει . Αυτό που τον έκανε να καλυφτεί δεν ήταν ντροπή, αλλά ενοχή.

Στη κουζίνα, όπως κάθε μέρα, ο γαλλικός καφές ήταν έτοιμος από νωρίς. Ζεστός, με δύο ζάχαρες έτοιμος να του ζεστάνει τα σωθικά. Απόλαυσε μια πρώτη γουλιά και πήρε τον υπόλοιπο μαζί του στη βεράντα. Αλήθεια, παράτολμο το σχέδιο του Πάνου και μακριά από τις δικές τους συνήθειες. Ακόμη και  στις εξτριμ καταστάσεις που είχαν ζήσει οι δύο φίλοι με πουτανάκια του εικοσάρικου, όπου οι επιθυμία τους ήταν διαταγή, και η όρεξή τους ικανοποιούταν χωρίς να ανοιγοκλείσει βλέφαρο,  ουδέποτε είχαν μετέλθει βία πραγματική ή έστω εικονική. Και να το κάνει τώρα σε βάρος της ίδιας του της γυναίκας; Το διακύβευμα όμως ήταν μεγάλο. Η ίδια η γυναίκα του. Έπρεπε να την ξανακερδίσει. Άλλωστε σιγά τη βία. Κανένας βιασμός. Στην αρχή μόνο  θα την έκανε να νομίζει ότι επρόκειτο για κάτι τέτοιο, για να τη βάλει στο θέατρο αυτού του ιδιότυπου φόβου. Μετά θα ζούσε τη μεγάλη αποκάλυψη και θα απολάμβανε μαζί του, τι είναι ικανός να κάνει ο αντρούλης της για να την καταχτήσει. Ω, ναι θα το επιχειρούσε. Η απόφαση εθεωρείτο ειλημμένη.

Όλα κανονίστηκαν για το Σάββατο. «Αφροδίτη μου, μήπως να πηγαίναμε τα παιδιά να δουν τους γονείς σου; Ας τα αφήσουμε και ας τα πάρουμε αύριο το μεσημέρι αφού φάμε εκεί.» «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε για να θέλεις εσύ να πάμε τα παιδιά στους γονείς μου» «Καλά τώρα, με αδικείς».

Ήξερε ότι καθόλου δεν τον αδικούσε. Αυτοί οι άντρες, σαν παιδιά κάνουν. Ειδικά όταν θέλουν να ξεχαρμανιάσουν, όταν έχουν ασυγκράτητες καύλες κάνουν σχεδόν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους. Θα σε αγαπήσουν έως θανάτου, θα γίνουν οι πιο τρυφεροί άνθρωποι στο κόσμο, μέχρι που θα σου κάνουν κάθε ασύλληπτο χατίρι ή ακόμη που θα γίνουν ένα με το χώμα μήπως και τους λυπηθείς. Όλα μέχρι να χύσουν. Έτσι και έχυσαν ... Τότε θριαμβευτές γυρίζουν τη πλάτη και βγάζουν μια γλώσσα, μα μια γλώσσα «είμαι ο καλύτερος γλυκειά μου;» Ε, όχι ρε μαλάκα, πολλοί, πάρα πολλοί άλλοι, το κάνουν καλύτερα από σένα.

    Όπως και να έχει τα παιδιά κατέληξαν πρωί, πρωί Σαββάτου στους γονείς της Αφροδίτης. Παρέα το αντρόγυνο γύρισαν σπίτι. Η Αφροδίτη, περιμένοντας την ερωτική επίθεση του συζύγου της, άλλωστε γι αυτό δεν θέλησε να μείνουν μόνοι, ανέλαβε να μαγειρέψει, όπως έκανε πάντα. Έμεινε έκπληκτη όταν  ο Αντρέας δήλωσε ότι θα έβγαινε λίγο να μιλήσει με τον Πάνο. «Μην αργήσεις» πρόσταξε η Αφροδίτη και ένας έμπειρος θα διάκρινε τη τσαντίλα, που αυτή τη φορά έπεσε έξω στους υπολογισμούς της. Αντίθετα ο Αντρέας δεν κατάλαβε τίποτα.

  Φεύγοντας μόνο της έριξε μια ματιά, πάνω από τον ώμο του, ζυγίζοντας αυτό το «μην αργήσεις». «Συνήθειο» σκέφτηκε και έφυγε. Ο Πάνος τον περίμενε με έκδηλη την αγωνία «λοιπόν;» «Λοιπόν θα γίνει, σήμερα τα παιδιά είναι στους γονείς της. Βιάσου να βρεις κομπάρσο. Ότι είναι να γίνει, θα γίνει εδώ και τώρα!» 

«Μα με πιάνεις από το λαιμό ρε φίλε. Δεν είπαμε πρώτα να μου πεις και μετά να κανονίσουμε;»

«Πάνο ή σήμερα ή δεν γίνεται ...» Ο Πάνος κούνησε το κεφάλι με μανία αλλά άρπαξε το κινητό και απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας «εμένα απειλείς ρε μαλάκα; Για τη δική μου γυναίκα πρόκειται;». Ο Αντρέας δεν άκουσε ούτε φωνήεν από όλα τούτα. Άρχισε να τηλεφωνεί πατώντας το ένα νούμερο πίσω από τα άλλο.

 

Μόνη επιτέλους. Η Αφροδίτη έφτιαξε καφέ, έβαλε το φαί να γίνεται, σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να δώσει πάτημα για διαμαρτυρίες, και ξάπλωσε με ένα σταυρόλεξο στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού, απέναντι από τη κλειστή τηλεόραση. Άφησε για λίγο το βλέμμα της να πλανηθεί στους τοίχους, στους όμορφους πίνακες, ώσπου κατέληξε στο μαύρο κουτί της τηλεόρασης. Καρφώθηκε σε αυτό όπου έμεινε στυλωμένο. Προσπάθησε να το αποτραβήξει. Να αρχίσει να λύνει κάποιο σταυρόλεξο. Μάταια. Γύριζε και ξανακοίταζε επίμονα το μαύρο κουτί. Απόρησε. Ξάπλωσε τεντώνοντας τα υπέροχα πόδια της, χωρίς όμως να μπορεί να πάρει το βλέμμα. Ξαφνικά κατάλαβε. Όσο κοίταζε ολόγυρα, εκείνα που πριν της έκαναν εντύπωση, που την γέμιζαν, που τα θεωρούσε αντικείμενα απείρου κάλους, τώρα την άφηναν παγερά αδιάφορη. Μια  ματαιότητα την είχε πλημυρίσει, που προσπαθούσε να γεμίσει με αποδράσεις χωμένες μέσα στη καταχνιά. «Και τι μ αυτό;» αναλογίστηκε, «όλα τα χρώματα είναι χαρούμενα, είναι ζήτημα αντίληψης» και γέλασε πνιχτά και αυτάρεσκα τεντώνοντας το κορμί της.

 

Είχε περάσει το μεσημέρι. «Άργησε πάλι. Θα τον κατσαδιάσω». Γνώριζε ότι με τον Αντρέα τους ένωνε ένα μεσημεριανό γεύμα, και ένας βραδινός, συμβατικός πια ύπνος. Σήμερα Σάββατο, ολότελα μόνοι δεν ήλπιζε σε περισσότερα. Ήξερε ότι το απόγευμα εκείνος θα έβγαινε με τους φίλους του, ίσως και με καμιά γκόμενα, ηλίθια δεν ήταν, αλλά και η ίδια είχε κλείσει. Κατά τις οκτώ είχε κανονίσει να περάσει καλά. Από μόνη η σκέψη τη διέγειρε και την έκανε να δίνει άφεση στην καθυστέρηση του άντρα της.

Κατέβασε το φαγητό, έκανε ένα ντους και νόμισε ότι άκουσε το κουδούνι της πόρτας. «Θα παράκουσα» σκέφτηκε «ο Αντρέας έχει κλειδιά». Όμως το κουδούνι ξανακούστηκε αυτή τη φορά περισσότερο επίμονα. Παραξενεύτηκε η Αφροδίτη. Ποιος να είναι τέτοια ώρα. Πλησίασε την εξώπορτα και ρώτησε για την ταυτότητα του επισκέπτη.

 Ακούστηκε μια φωνή να ρωτάει « η κυρία Αφροδίτη Ξαγοράρη;» «Μάλιστα» απάντησε διστακτικά «ποιος είναι;» «Ανθοπωλείο το Χρυσάνθεμο, υπάρχει μια ανθοδέσμη στο όνομά σας». Η Αφροδίτη έκπληκτη κοίταξε από το ματάκι της πόρτας. Τον άντρα που μιλούσε δεν μπόρεσε να τον διακρίνει, αλλά είδε την ανθοδέσμη. Μια τεράστια ανθοδέσμη με κατακόκκινα  τριαντάφυλλα! Η ματαιοδοξία της έκανε τη καρδιά της να χτυπήσει δυνατά, όπως θα χτυπούσε κάθε γυναίκας, και άνοιξε τη πόρτα. Μοιραίο λάθος.

Με ένα βίαιο σπρώξιμο ο άντρας που κρατούσε την ανθοδέσμη, έστειλε την Αφροδίτη μέσα στο εσωτερικό του σπιτιού, εισβάλλοντας και εκείνος ακριβώς από πίσω της. Μαζί του εισέβαλλε άλλος ένας άντρας. Και οι δύο φορούσαν κουκούλες. Η κακομοίρα η Αφροδίτη τρομοκρατήθηκε. Προσπάθησε να βάλει τις φωνές αλλά ο πρώτος πρόλαβε και την άρπαξε, περνώντας το αριστερό του χέρι γύρω της, ενώ με το δεξί του, της έκλεισε ερμητικά το στόμα. «Σκάσε» της ψιθύρισε απειλητικά «σκάσε, αν τολμήσεις και φωνάξεις την έβαψες. Κατάλαβες;» Η Αφροδίτη με δάκρυα στα μάτια κούνησε το κεφάλι δείχνοντας στους δύο άντρες ότι είχε καταλάβει. Το σφίξιμο στο στόμα χαλάρωσε.

«Τι θέλετε;» είπε η γυναίκα, «πάρτε ότι θέλετε αλλά μη μου κάνετε κακό»

Ο άντρας που την κρατούσε γέλασε «άκου την» είπε στον δεύτερο που δεν ήταν άλλος από τον Αντρέα. «Λέει να μη της κάνουμε κακό, δηλαδή σαν τι κακό να σου κάναμε πριγκηπέσα μου;» Και με αυτά τα λόγια δίνει μια και κατεβάζει τη πετσέτα του μπάνιου, η οποία τυλιγμένη ολόγυρα από το κορμί της, μόλις που συγκρατούσε τη γύμνια της.

Η Αφροδίτη, σταύρωσε τα πόδια, και με τα χέρια προσπάθησε να καλύψει όσο μπορούσε τα υπόλοιπα επίμαχα σημεία του γυμνού κορμιού της. Από το στόμα του μέχρι εκείνη τη  στιγμή σιωπηλού άντρα, του Αντρέα δηλαδή, ξέφυγε ένα επιφώνημα θαυμασμού. Αλλάζοντας τη φωνή του όσο μπορούσε είπε «μικρέ, εσύ μπορείς να ψάξεις το σπίτι για χρήματα. Εγώ έχω άλλη δουλειά να κάνω εδώ. Βρήκα τον δικό μου θησαυρό,  και δεν σκοπεύω να  αφήσω να τον πάρει άλλος ...»

Προχώρησε αργά και άρχισε να χουφτώνει τα στήθη της γυναίκας του, ψιθυρίζοντας στο αυτί της «θεωρείς κακό να κάνουμε οι δυο μας ότι δυο υγιείς άνθρωποι άντρας και γυναίκα; Θα σε γαμήσω όπως δεν σε γάμησαν ποτέ άλλοτε; Αυτό δεν θέλεις; Αυτό δεν σου αρέσει;» ενώ ταυτόχρονα απαλλάχτηκε από το παντελόνι του.

Η γυναίκα με το ζόρι κρατούσε τα δάκρυά της.

«Θα έλθει ο άντρας μου με παρέα σε λίγο» είπε τη μισή αλήθεια, η Αφροδίτη. Γέλασε «ο κακοποιός» ... «Καλά που μας το είπες να βιαστούμε και να προσέχουμε» και με μιας ο σύζυγος Αντρέας όπως τον δασκάλεψε ο Πάνος άρπαξε την γυναίκα του, και προσπάθησε να χώσει το χέρι του ανάμεσα από τα σκέλια της, δημιουργώντας την αίσθηση βιασμού. Εκείνη αντέδρασε σπρώχνοντάς τον και κλοτσώντας τον.

 

«Είναι αγριόγατα, δεν το περίμενα. Έλα να τη κρατήσεις» ζήτησε βοήθεια ο Αντρέας από τον βοηθό του. Εκείνος έτρεξε σε βοήθεια. Ακινητοποίησε την Αφροδίτη αρπάζοντάς τη με βία από τα μαλλιά. Ούρλιαξε από το πόνο η γυναίκα αλλά δεν παραιτήθηκε, έως ότου ο συνεργάτης του Αντρέα την ακινητοποίησε κρατώντας τα χέρια της.

 Η Αφροδίτη αυτή τη φορά δεν άντεξε. Έβαλε τα κλάματα, βλέποντας ανήμπορη πια το ανδρικό όργανο να πλησιάζει. Έκλεισε τα μάτια. Πόση ντροπή ένιωθε.

Ξαφνικά ένιωσε τα χέρια της να ελευθερώνονται και άνοιξε τα μάτια. Αυτή η απελευθέρωση την πλήγωσε περισσότερο. Τι διάολο; Παρερμήνεψαν οι αλήτες τη παράδοσή της και πίστεψαν ότι θα συμμετείχε; Αλλά αν αυτό νόμιζαν  παραπήγαινε. Έπρεπε να τους κοιτάξει, να δουν στα μάτια της τη σιχασιά που ένιωθε για αυτά τα τομάρια.

 Αυτό όμως που έζησε ούτε που το υποπτευόταν. Ο άντρας που είχε σπεύσει να τη βιάσει, στεκόταν τώρα από πάνω της σκορπώντας στο σώμα της τριαντάφυλλα.

Η κουκούλα είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπό του, και δεν ήταν άλλος από τον Αντρέα, τον σύζυγό της. Το στόμα του χάραξε στο πιο όμορφο χαμόγελο που της είχε χαρίσει ποτέ. Η Αφροδίτη προσπάθησε να ταξινομήσει τις σκέψεις της. Δεν τα κατάφερε. Με τα μάτια έψαξε να δει τον άλλο άντρα. Δεν ήταν πουθενά.

Χωρίς να το καταλάβει, και ενώ πάλευε με τον εαυτό της, να κατανοήσει  αυτό που μόλις έζησε, κατάλαβε τα πόδια της να ανοίγουν σαν από μόνα τους. Η γυναίκα δεν θυμόταν να έχει πετύχει ποτέ άλλοτε τέτοιο άνοιγμα στα πόδια, από τότε που ήταν πολύ νεότερη και πολύ πιο ευλύγιστη.

Ο Αντρέας προσπάθησε να μπει μέσα της. Εκείνη τον σταμάτησε με μία απαλή κίνηση. Ανακάθισε απότομα και του φόρεσε τη κουκούλα. Τώρα ήταν εντελώς έτοιμη. Τα ζεστά υγρά που ανέβλυζαν, καλούσαν τον άντρα της, τον ξένο με τη κουκούλα να εισβάλει, μέχρι αυτά να πάψουν να ρέουν, να στερέψουν.

 Μπήκε αποφασιστικά, με ένα δυνατό τίναγμα των γοφών, μέσα της. Για πολλή ώρα τριγύριζαν βογκώντας, σε κάθε δυνατή στάση, στο πάτωμα. Συνέχισαν στο τραπέζι, στον καναπέ, στη κουζίνα, μέχρι που εξαντλήθηκαν. Όλο το σπίτι γέμισε από τα υγρά του Αντρέα και από τα ουρλιαχτά των πολλαπλών οργασμών της Αφροδίτης.

Κοντά τα ξημερώματα, δίπλα σε δυο εξουθενωμένα κορμιά, ένα μπουρνούζι σκισμένο και μια κουκούλα κομματιασμένη, ήταν τα μόνα σημάδια που θύμιζαν πως ξεκίνησε τούτη η οργιώδης νύχτα.

Το χαμόγελο ξαναγύρισε στα χείλη του Αντρέα. Έλαμπε και η Αφροδίτη. Τη Κυριακή έφαγαν στους γονείς της, όπως της το είχε υποσχεθεί. Το βράδυ κοιμήθηκαν πολύ όμορφα. Όπως παλιά.

Τη Δευτέρα, στην διαφημιστική εταιρεία που εργαζόταν ο Αντρέας, παρουσιάσθηκαν δύο κύριοι, αρκετά σοβαροί για να ανήκουν στον χώρο. «Καλημέρα, είστε ο κος Ξαγοράρης; Ο κος Αντρέας Ξαγοράρης;» Ο Αντρέας τους κοίταξε από τη κορυφή ως τα νύχια πριν απαντήσει, αλλά δεν απέφυγε να συναινέσει «μάλιστα, εγώ είμαι» «Ασφάλεια, παρακαλούμε να μας ακολουθήσετε για κάποιες διευκρινήσεις».

Στην Ασφάλεια έμαθε ότι η γυναίκα του η Αφροδίτη τον είχε καταγγείλει για βιασμό. Μια καταγγελία που έγινε αποδεκτή στη συνέχεια από το δικαστήριο και έτσι ο Αντρέας καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση. Κάθε προσπάθεια να πείσει ότι επρόκειτο για προσπάθεια ανανέωσης του ενδιαφέροντος της συζύγου του, έπεσε στο κενό, όπως στο κενό έπεσε η δήλωσή του άντρα ότι εκείνη ανταποκρίθηκε. Ουδέποτε αποδείχθηκε ότι συμμετείχε άλλος άντρας στη σκηνή αυτή, αφού όλως περιέργως η Αφροδίτη ποτέ δεν αναφέρθηκε σε άλλο άντρα ...

   Ο Πάνος, στη κατάθεσή του στον Ανακριτή αρνήθηκε τα πάντα, κάθε δική του ανάμειξη στο συμβάν. Έδειχνε πραγματικά έκπληκτος όταν στην κατ αντιπαράσταση εξέταση με τον Αντρέα, τον άκουσε να τον εγκαλεί, αναφέροντας ότι θυμόταν  από  τη μεταξύ τους συζήτηση. Για απόδειξη ότι τίποτα από όσα έλεγε ο κατηγορούμενος φίλος του δεν έστεκε και δεν συνέβη, ώρες ήταν να τον μπλέξουν σε τόσο σοβαρό ζήτημα, ο Πάνος επέτρεψε χωρίς να χρειαστεί εντολή εισαγγελέα  να εξεταστεί το κινητό τηλέφωνό του για εξερχόμενες και εισερχόμενες κλήσεις, της ημέρας που υποτίθεται ότι έκλεισε τον κομπάρσο. Τίποτα δεν απέδειξε η έρευνα! Λες και εκείνη την ημέρα ο Πάνος να είχε αποφασίσει ότι το κινητό τηλέφωνο είναι μια περιττή συσκευή!

   Μετά τη φυλάκιση του συζύγου της, η Αφροδίτη έμεινε ελεύθερη πια, αφού κατέθεσε αγωγή διαζυγίου, την οποία κέρδισε με συνοπτικές διαδικασίες λόγω των όσων συνέβησαν. Πλέον είχε τακτοποιήσει όλα της τα θέματα. Θα χαιρόταν από δω και πέρα τη νέα της ζωή  παρέα με τον εραστή της, τον ίδιο που  είχε όσο ακόμη ήταν παντρεμένη, και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πάνο, τον φίλο του Αντρέα!

 

 

                                                                            ΤΕΛΟΣ          

 

 

 


ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Ο Αντρέας ένιωθε να χάνει ότι αυτός θεωρούσε ισορροπία στη ζωή. Ένα ήσυχο σπίτι, μια οικογένεια, στρωμένο τραπέζι κάθε μέρα, άλλωστε έκανε τα πάντα γι αυτό, καλά παιδιά που τον έκαναν περήφανο σαν πατέρα, και μια όμορφη γυναίκα που ήξερε να τον αγαπάει.

Τι άλλο να θέλει ένας άντρας; Α, ίσως που και που κανένα τσιλιμπούρδισμα, παρέα με φιλαράκια. Μια ξεπέτα βρε αδερφέ, αλατοπίπερο για να νοστιμίζει το ήδη καλοφτιαγμένο φαγητό της κλίνης του και να μη χάνει το ενδιαφέρον του όταν σερβίρεται πάντα με τον ίδιο τρόπο σερβιρίσματος, πάνω στο ίδιο «τραπέζι».

Όλα αυτά όμως θα άλλαζαν. Από καιρό ο άντρας είχε τις υποψίες του. Τελευταία τα «δεν μπορώ σήμερα αγάπη μου»  της συζύγου του είχαν πληθύνει. Και όλο συλλάμβανε τη γυναίκα του να κλείνει το τηλέφωνο βιαστικά, σαν έδινε η κακιά ή η καλή ώρα να εμφανιστεί ξαφνικά στο σπίτι,.

Είχε πάψει να τον κοιτάει στα μάτια όταν τον καλωσόριζε. Λες και ήταν ξένος, που δεν ήθελε να του δώσει πολλά θάρρητα.  Τα φιλιά που αντάλλασαν έχασαν τελευταία τη θέρμη που είχαν παλιά, και τα χείλη τους ίσα, ίσα που ακούμπαγαν μεταξύ τους. Ξώφαλτσα βρίσκονταν, και μάλιστα τυχαία, ενώ τα μάγουλα είχαν αρχίσει να έχουν τη τιμητική τους. Λες και ήσαν παπάδες. Ήταν απολύτως εξοργιστικό. Όταν μάλιστα προσπαθούσε να προχωρήσει παραπάνω, ε τότε ήταν που του κοβόντουσαν τα πόδια. Με ένα γελάκι, και αυτό όχι κάθε φορά, η κυρά του, ακουμπούσε το χέρι στο στήθος του, απωθώντας τον, δίνοντάς του τάχα υπόσχεση για αργότερα. Μια υπόσχεση που δεν πραγματοποιείτο ποτέ, χάριν πονοκεφάλου.

Και ξανά τα τηλέφωνα, και ξανά τα ίδια σκηνικά. Ο Αντρέας, μαλάκας δεν ήταν. Άρχισε να πιστεύει ότι η γυναίκα του, γουστάρει να κουνήσει την αχλαδιά, αλλά με άλλον. «Ποιος πούστης να είναι;» αναρωτήθηκε. Καημός και αυτός. Να θέλεις να μάθεις ποιος σου πηδάει τη γυναίκα!

 

Δεν ήξερε τι να κάνει. Να της μιλήσει; Άδικος κόπος. Θα τα αρνιόταν όλα. Το ήξερε εξ ιδίας πείρας. «Το χειρότερο όμως θα ήταν να μην αρνηθεί το παραμικρό! Έλα μου δω, αυτό πώς το έχεις;» Αυτή η σκέψη πέρασε από το μυαλό του Αντρέα και τον έκανε να ανατριχιάσει σύγκορμος. Η απιστία αντιμετωπίζεται όσο την έχει κοντά του. Αν όμως τη χάσει οριστικά; Αποφάσισε λοιπόν να μη προκαλέσει τη τύχη του. Άρχισε να ντύνεται. Η γυναίκα του η Αφροδίτη ήταν απασχολημένη να μαγειρεύει. Ντυμένη ελαφρά, ξεσήκωσε ερωτικά τον Αντρέα, ο οποίος τον τελευταίο καιρό προσπαθούσε με κάθε τρόπο να της δείξει πόσο την επιθυμούσε. Την πλησίασε και ακούμπησε ελαφρά πάνω της. Εκείνη χαμογέλασε αλλά δεν κινήθηκε. Μια ελαφριά ανάσα μόνο που βγήκε από τα χείλη της, έδωσε θάρρος στον νεαρό άνδρα. Ακούμπησε το γυμνό του στήθος στη πλάτη της, και την αγκάλιασε με τα μακριά του χέρια, προσπαθώντας να χαϊδέψει τα στητά στήθη της.

Η Αφροδίτη, άνοιξε τα πόδια σε μια κίνηση πρόσκλησης, πάτησε με δύναμη κάτω, και τέντωσε το κορμί της προς τα πίσω. Αποτέλεσμα αυτής της εξαιρετικά θηλυκής κίνησης, η οποία από μακριά φώναζε «πάρε με» ,ήταν το σώμα της σαν της γάτας να γουργουρίσει σφίγγοντας επάνω σε αυτό του Αντρέα, το κεφάλι της να πέσει δίπλα από το λαιμό του αφήνοντας τα  μαλλιά της να χύνονται στη πλάτη του, ενώ τα στήθη της προσφέρθηκαν όσο ποτέ άλλοτε έτοιμα για τη μεγαλύτερη ακολασία.

Ο Αντρέας τρελάθηκε. Την έσφιξε επάνω του. Έσφιξε μαλακά τα όμορφα στήθη και τη γύρισε θέλοντας να τη φιλήσει. Ήθελε να φιλήσει κάθε πτυχή του κορμιού της γυναίκας του. Αυτό ήταν. Η Αφροδίτη με ένα «σε παρακαλώ, όχι τώρα, ίσως άλλη φορά, μπορεί αργότερα» τον απομάκρυνε και με βιαστικά βήματα απομακρύνθηκε.

Οι επόμενες στιγμές βρήκαν τον Αντρέα άφωνο, να τριγυρίζει σαν στοιχειωμένος από το σαλόνι στο υπνοδωμάτιο και τούμπαλιν. Δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τη κατάσταση. Φοβόταν ότι θα εγκληματίσει. Έπρεπε να πιει κάτι. Ήξερε ότι λίγο ποτό θα τον γαλήνευε. Το μπαρ του σπιτιού συνέβαλε στον εκνευρισμό του. Άδειο. Λίγη βότκα και τα τελειώματα μιας τεκίλας τι να κάνουν σε έναν σαστισμένο άντρα; Ήθελε να πιει, να μεθύσει.

 

Βγήκε μπουρινιασμένος από το σπίτι. Έπρεπε να σκεφτεί. Η κυρία του τα φοράει χωρίς αμφιβολία. Πώς πρέπει να αντιδράσει; Τι πρέπει να κάνει; Να τη στείλει στο διάολο; Να πάει στο σπίτι να της ρίξει κανένα ξεγυρισμένο, και μετά να τη ρίξει στο δρόμο γυμνή ουρλιάζοντας «ουστ πόρνη;» Ουφ, χρειαζόταν σκέψη. Το κακό ήταν πως ήθελε, αγαπούσε τη γυναίκα του! Λίγος Τζώννυ που περπατά θα τον διευκόλυνε.

Το μπαρ «Χρυσή Ανεμώνη» τον περίμενε με ανοιχτές τις αγκάλες. «Ένα Τζώννυ και γρήγορα» παρήγγειλε πέφτοντας με τους αγκώνες στον πάγκο.

Η παραγγελία έφτασε με τη συνοδεία ηχητικού ντοκουμέντου,. «Τα τσούζουμε φιλαράκι; Κέφια βλέπω ...» Ήταν ο Πάνος, αδερφικός του φίλος.

«Δεν θα το έλεγα» απάντησε ξερά ο Αντρέας, χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του. Καμία όρεξη δεν είχε σήμερα και πλακίτσα και χαζολόγημα. Όμως ο Πάνος επέμεινε. Τι διάολο, σήμερα είχε μεγάλη όρεξη να γκομενίσει. Υπήρχε καλύτερος σύντροφος από τον κολλητό του; Μαζί, χρόνια τώρα, μοίραζαν τα πάντα ακριβώς στη μέση. Το ψωμί με τη ζάχαρη, αλλά και όταν η μαμά του ενός εκ των δύο έβαλε σε αυτό βιτάμ πρόβλημα δεν υπήρξε,  τις βόλτες με το δανεικό ποδήλατο, μοιράζονταν τα κερδισμένα περιοδικά, τα χαρτάκια από τις γκοφρέτες, ακόμη και τις τιμωρίες ...

Σαν μεγάλωσαν, μαζί στο πανεπιστήμιο, μαζί στις διαδηλώσεις, μαζί στη προσπάθεια να βρουν εργασία, μαζί και τις γκόμενες. Γι αυτές τις τελευταίες, ποτέ, μα ποτέ δεν είχε έλθει στιγμή να μαλώσουν. Να μαλώσει ο Αντρέας και ο Πάνος για γυναίκα; Γελοίο! Πάντα κάποιος υποχωρούσε ώστε ο άλλος να κάνει την αρχή, και αν άρεσε και στους δύο, έντεχνα την πάσαρε ο πρώτος στον φίλο του.  Τα είχαν τόσο ωραία κανονισμένα μεταξύ τους.

Υπήρχε λοιπόν καλύτερη παρέα για κάποιον που ήθελε τρελίτσες, από ένα τέτοιο φίλο; Παντρεμένος ναι. Αλλά πότε αυτό τον εμπόδισε; Λοιπόν καλά έκανε και επέμεινε και δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει τον φίλο του να του χαλάσει τη διάθεση. « Τι λες; Είσαι να πάμε να δούμε πόσο και αν περνάει ακόμη η μπογιά μας;»

 

Τα χείλη του Αντρέα ούτε που χάραξαν. Μόνο αναστέναξε βαθειά. Επιτέλους αποφάσισε να γυρίσει προς το μέρος του λέγοντας «ρε Πανούλη,  δεν θα καταλάβεις ποτέ ότι δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες;» Η απάντηση του όμως τον ξέρανε «Όχι!» ... « Τι πα να πει όχι; Δεν μπορείς να το καταλάβεις ή ότι τις θεωρείς όλες ίδιες;» «Να μου εξηγήσετε κε Αντρέα τι εννοείτε. Αλλιώς θα επιμένω να σου ζαλίζω τα, άσε μη χαλάσω από τώρα το στόμα μου. Κατάλαβες τι εννοώ!»

Πρώτη φορά που έσπασε χαμόγελο στα χείλη του Αντρέα. «Γελάς ε;» «Ναι, γιατί σκέφτηκα ότι θα είναι πρώτη φορά που ένα αρχίδι κατορθώνει να ζαλίζει  αρχίδια!»

Ξέσπασαν σε γέλια και αγκαλιάστηκαν. Η αρχική παγωμάρα είχε σπάσει, μαζί με τη κακή διάθεση του Αντρέα. Το πιγκ πογκ της προβληματικής συμπεριφοράς αντικατέστησε η επαναλαμβανόμενη εντολή «φέρνε». Φέρνε στο μπαρ, φέρνε στο ρεμπετάδικο, φέρνε στο κωλάδικο, φέρνε στο στριπτιτζάδικο, για να καταλήξουν σκνίπα με δυο βρώμικα και δυο μπουκάλια μπύρες στην παραλία.

«Συγγνώμη ρε μαλάκα, μπορείς κάτι να μου πεις, η μπύρα, γιατί αφού είναι κρύα, το κάτουρο βγαίνει ζεστό, γιατί ρε φίλε;» έλεγε ο Αντρέας κατουρώντας και πίνοντας συνάμα.

Ο Πάνος, ξαπλωμένος στην άμμο, προσπάθησε να μιλήσει. Στην αρχή στάθηκε δύσκολο, έως ακατόρθωτο. Άνοιξε το στόμα δύο τρείς φορές μάταια και τη τρίτη αντί για λόγια βγήκαν τα εντόσθιά του.  Όταν τελικά ησύχασε, τα κατάφερε να μιλήσει λέγοντας κάτι που έμοιαζε με «ποιος ξέρει, μπορεί να έχεις μέσα σου μετατροπέα θερμότητας χι χι χι . Για να δούμε και το δικό μου» Ούτε που μπόρεσε να σηκωθεί. Ανέβαλε για αργότερα την όποια φυσική του ανάγκη.

Χωρίς να το καταλάβουν αποκοιμήθηκαν στην παραλία. Ξύπνησαν τουρτουρίζοντας και έτρεξαν κατευθείαν στο αυτοκίνητο του Πάνου. Κόντεψαν να ξεπαγιάσουν  αλλά το καλοριφέρ τους συνέφερε.

«Μεγάλη εφεύρεση ρε μαλάκα» είπε ο Πάνος χουχουλιάζοντας τα χέρια του και έβαλε μπροστά τη μηχανή της μπέμπας του.

Κατά την  επιστροφή όμως, θυμήθηκε τις κακοκεφιές του φίλου του. «Αλήθεια ρε μαλάκα, τι είχες νωρίτερα και ήσουν σαν κλαμένο μουνί;»

«Μπα; Αποφάσισες να το χαλάσεις το μπουρδέλο σου;» Θυμίζοντάς του ότι στο μπαρ «Χρυσή Ανεμώνη» είχε αποφύγει να μιλήσει άσχημα.

«Σιγά ρε μαλάκα» απάντησε ο Πάνος «λες και είναι η πρώτη φορά που μου ξανασυμβαίνει. Ρε όρχι, στο στριπτιζάδικο όταν το μαυράκι μου έφερε το πράμα της, σχεδόν ίσα μέσα στο στόμα, δεν άκουσες τον οχετό που αμόλησα ή έκανες τον κουφό; Αλλά ξέχασα, εσύ μάτια είχες μόνο για τη κοκκινομάλλα ...» Γέλασε ο Πάνος, γέλασε και ο Αντρέας.

«Λοιπόν» επανήλθε ο Πάνος, «άσε το στόμα μου, δεν μου απάντησες, τι είχες νωρίτερα;».

Ο Αντρέας δεν απάντησε με τη πρώτη.  Ξάφνου, γύρισε αποφασιστικά

 στον φίλο του λέγοντας «Άκου ρε μορτάκο, υπάρχουν πράγματα που ένας άντρας δεν τα ομολογεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Πόσο μάλλον να τα πει σε ξένο, έστω και αν αυτός είναι ο καλύτερος φίλος του.  Πήρα όμως τελικά την απόφαση να σου μιλήσω, γιατί θέλω τη βοήθειά σου, και γιατί με ξέρεις σαν κάλπικη λίρα. Λοιπόν έχω την εντύπωση ότι η γυναίκα μου, μου τα φοράει!» ...

Ο Πάνος φρέναρε απότομα. Η BMW στρίγγλισε και σχεδόν ακινητοποιήθηκε. Πάρκαρε λίγο παρακάτω, και ακουμπώντας στη πόρτα γύρισε ξαφνιασμένος και κοίταξε το φιλαράκι του   . Όλα περίμενε να τα ακούσει από τον φίλο του, όλα εκτός από αυτό. Τα πήγαιναν τόσο καλά, αυτός και η  γυναίκα του ...

«Μα η Αφροδίτη;» απόρησε. Αλλά προτού συνεχίσει ο Αντρέας τον άρπαξε από τα μούτρα «γιατί ρε μάγκα; Τι είναι η Αφροδίτη; Σάματις δεν είναι γυναίκα ή μήπως δεν είναι ωραία γκόμενα; Εκτός αν μου πεις ότι αυτή  έχει το πράμα της, διαφορετικά απ ότι οι άλλες γυναίκες. Σου λέω εγώ ο φίλος σου, το έχει όπως όλες!»

«Καλά, καλά, ρε Αντρέα, δεν σου θίξαμε τη γυναίκα. Αν εσύ θέλεις να ξενοπηδιέται εμένα λίγο μου πέφτει!» « Κάτσε καλά Πάνο! Θα σου γαμήσω ότι έχεις αγάμητο μαλάκα. Άλλο είπα και άλλα λες. Είπα ότι την υποπτεύομαι και μάλιστα βάσιμα. Δεν είπα ότι θέλω! Ότι το φοβάμαι τόνισα και γι αυτό ζήτησα τη γαμημένη τη  βοήθειά σου. Μη με πηδάς και εσύ τώρα. Είμαι που είμαι σαν χαμένος. Μπορείς να βοηθήσεις ή  θα μαλακίζεσαι υποστηρίζοντας την αγνότητα της γυναίκας μου; Λες και εγώ δεν θέλω να κάνω λάθος ... Λοιπόν τι θα κάνεις; Θα με ακούσεις; Θα με βοηθήσεις;»

Ο Πάνος κούνησε το κεφάλι. Κατάλαβε τη δραματική κατάσταση του φίλου του. Επιτέλους ήταν καιρός να πάψει να ασχολείται μονάχα με τη δική του καλοπέραση και να ασχοληθεί και με όσους έλεγε ότι αγαπάει.

«Οκέυ, λέγε, πώς ακριβώς κατέληξες στο συμπέρασμα που μου ανακοίνωσες;»

 

Ο Αντρέας πήρε μια βαθειά ανάσα, άναψε τσιγάρο, και μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης τζούρας άρχισε να διηγείται. Ο Πάνος είχε από τη πόρτα του μαύρου BMW που είχε στριμωχτεί, άκουγε προσεκτικά.

Όταν ο Αντρέας τελείωσε τη διήγηση, είχε πια ξημερώσει. Κανείς από τους δυο δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα. Τα μάτια του Πάνου έτσουζαν από τα ποτά, και το ξενύχτι, αλλά ο άντρας δεν ένιωθε τον πόνο. Όσα εξιστόρησε ο φίλος του ήταν τόσο εντυπωσιακά, ώστε το πρώτο πράγμα που έκανε όταν τελείωσε, ήταν να ευχαριστήσει σιωπηρά τον Θεό, που τον φώτισε και δεν παντρεύτηκε. «Μωρέ καλά λένε, ότι όλες πουτάνες είναι, εκτός από τις μανάδες μας» σκεφτόταν ο Πανούλης.

«Λοιπόν τι λες;» ακούει ξαφνικά τον Αντρέα να τον βγάνει από τους συλλογισμούς του. Τι να κάνει τώρα; Σίγουρος εκατό τοις εκατό δεν μπορεί να είναι κανείς. Όμως υπήρχαν ενδείξεις. Πολλές ενδείξεις και μάλιστα αποχρώσες. Να του μιλήσει για το τεκμήριο αθωότητας; Μα ο Αντρέας από αυτόν δεν ήθελε θεωρίες ή φιλοσοφικές ατάκες, αλλά την αντίληψή ενός περπατμένου άντρα και ας μην ήταν παντρεμένος. Έπρεπε λοιπόν να τον κακοκαρδίσει; Και αν ήταν τελικά γεννήματα της νοσηρής του φαντασίας που προέκυψαν από μια δυο αρνήσεις για σεξ της συζύγου του; Δεν είναι αλήθεια ότι ο διάβολος, , ένα αθώο τηλεφώνημα σε μια φίλη, το κάνει να μοιάζει ως απολύτως ένοχο, όταν αυτό συμβεί απολύτως συμπτωματικά περισσότερες από μια φορές; Πήρε βαθειά ανάσα. Θα έλεγε αυτά που αισθάνθηκε όταν μίλαγε ο φίλος του, εκείνα που τον έκαναν να ευχαριστήσει τον Μεγαλοδύναμο που τον προφύλαξε από τον γάμο, και από κει και πέρα ας έπραττε μονάχος.

 

«Άκου κολλητέ, αν από μένα περιμένεις να ακούσεις πράγματα που θα σε κάνουν να γυρίσεις ανέτου σπίτι, άδικα περιμένεις. Θα πω λοιπόν τι θα αισθανόμουν αν συνέβαιναν σε εμένα. Δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό ότι η κυρία μου τα φοράει. Γιατί; Δεν έχει γιατί. Βαρέθηκε μαλάκα μου. Τι βαρέθηκε; Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Θες να τη ξέρεις ή σου φτάνει το κεράτωμα; Α, βλέπω ότι θέλεις.

Σε ένα πράγμα μοιάζει η γυναίκα με τον άντρα. Στα δικαιώματα. Έχει δυστυχώς και εκείνη ... Σήμερα μάλιστα, τα διεκδικεί συχνότερα απ ότι παλιά. Μέσα σε όλα διεκδικεί και το σεξουαλικό δικαίωμα Λάκη μου. Εμείς από παλιά το είχαμε κατοχυρωμένο.  Βάζαμε τη δουλάρα στο σπίτι να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει, να της ρίχνουμε και έναν στις δύσκολες μέρες και διεκδικούσαμε τα περαιτέρω δικαιώματά μας όπου γης βοσκής.

Σήμερα εκείνη, θέλει τα ίδια αλλά αργεί, γιατί συνήθως χρειάζεται από τον σύντροφο που θα επιλέξει να πάει μαζί του, και συναισθηματική κάλυψη. Άλλες φορές πραγματική, άλλες φορές επίπλαστη. Αυτή τη δεύτερη την κατασκευάζει πρόχειρα στο μυαλό, απλά για να πάει, να ξεδώσει. Ξέρεις, αυτό το δεύτερο ίσως να μπορεί να χαρακτηριστεί «γυναικείο τσιλιμπούρδισμα», αφού τελικά θα ξαναγυρίσει στον άντρα της.

Το πρώτο όμως ... Αν βρει πραγματική συναισθηματική κάλυψη τότε ... Τότε χαιρέτα μου τον πλάτανο φιλαράκι.»

«Με συγχωρείς που σε διακόπτω» πετάχτηκε ο Αντρέας «θέλεις να πεις ότι δικαιούται η γυναίκα να κάνει ότι κάνουν οι άντρες; Ότι μπορεί η Αφροδίτη να πηδιέται που και που και να μη δίνω σημασία, αρκεί να γυρίζει σε μένα; Ότι πρέπει να εύχομαι ή και να είμαι ευχαριστημένος αν πηδιέται με κάποιον έτσι για να ξεδίνει, γιατί τελικά θα γυρίσει σε μένα; Ότι αυτό που πρέπει να φοβάμαι είναι μη μπλέξει με κάποιον που θα  αγαπήσει πραγματικά; Είσαι στα καλά σου ρε μαλάκα;»

Ο Πάνος καθάρισε το λαιμό του. «Μέσες άκρες αυτά σου λέω. Αλλά γιατί κάνεις έτσι; Τι περισσότερο ή τι λιγότερο κάνει η γυναίκα σου από όσα έχεις κάνει εσύ; Ξεχνάς τη Ματίνα τη Σαλονικιά; Πόσο τραβιόσουνα μαζί της; Πάνω από ένα μήνα; Γύριζες στο σπίτι, ξάπλωνες και όταν επρόκειτο για τις «συζυγικές σου υποχρεώσεις» δήλωνες κουρασμένος, εξαντλημένος από τη δουλειά. Όπα ρε μαλάκα, σα καμιά γκόμενα έκανες που είχες τα ρούχα σου. Λες και μετέφερες όλες τις καταθέσεις σου, όλα σου τα αποθεματικά σε οφ σορ της Θεσσαλονίκης, και στην έδρα σου, στο σπίτι σου ερχόσουν σαν τον φτωχούλη του Θεού. Δε πάει έτσι ρε μάγκα. Έπρεπε να κρατάς καταθέσεις και για τον οικιακό λογαριασμό

Αμ με την άλλη τη στριπτιτζού την Ανίτα, να σου θυμηθώ ότι έκανες κάθε σεξουαλική κωλοτούμπα, και όταν τον έδινες επιτέλους στη γυναίκα σου, διάλεγες το «στάση Καραγκιόζης θα κατέβει κανείς; Επόμενη στάση Τέρμα κατεβείτε όλοι!» ... Δηλαδή ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσαμε. Έβαζες κάθε μέρα και από ένα αυτογκόλ και μετά αναρωτιέσαι γιατί η προπονήτρια, πα να πει η γυναίκα σου, έψαξε να βρει άλλο αμυντικό μπακ, για να κάνει παιχνίδι. Αφού είσαι φύρα αγόρι μου. Σεξουαλική καταστροφή. Τι κλαίγεσαι τώρα;»

« Καλά, καλά έχεις δίκιο. Μη με παίρνεις από τα μούτρα. Φταίω. Λοιπόν κατά τη γνώμη σου μου τα φοράει. Αλλά  με ποιον; Μπορείς να μου πεις ποιος είναι αυτός ο γαμιόλης; Και τι μπορώ να κάνω να την ξανακερδίσω;»

 

Ο Πάνος άναψε τσιγάρο. Η μέρα είχε προχωρήσει. Ο κάματος του ξενυχτιού είχε αρχίσει να επηρεάζει και τους δύο άντρες. Η BMW είχε γεμίσει καπνούς.

«Άκου λεβεντάκο μου» είπε στον Αντρέα «με ποιον χαριεντίζεται η κυρά σου δεν έχει νόημα να το γνωρίζεις. Θα σε αποπροσανατολίσει. Θα σκέπτεσαι αυτόν, αντί για αυτήν. Λάθος μέγα! Τάπαμε, η κυρία βαρέθηκε, και φταις εσύ σε αυτό. Σε βαρέθηκε. Μπορεί να μη βαρέθηκε την καθημερινή συμπεριφορά σου, εκεί μπορεί να είσαι άψογος, ούτε τη συμπεριφορά προς τα παιδιά και συνολικά την οικογένεια. Προφανώς και καλός πατέρας είσαι και καλός οικογενειάρχης. Βαρέθηκε τον σεξουαλικό Αντρέα. Την σεξουαλική συμπεριφορά σου προς αυτή. Εκεί πρέπει να στρέψεις τη προσοχή σου. Να της δώσεις αυτό που της στέρησες και που βρήκε στον άλλο.»

«Και τι είναι αυτό ρε φιλαράκι; Δεν με βοηθάς. Όλο λάδι αλλά από τηγανίτα τίποτα.»

« Βιάζεσαι. Τι θα κάνεις για να την ξανακερδίσεις; Υπάρχει φυσικά ένας τρόπος. Ίσως φυσικά σκέπτεσαι να της πεις ότι γνωρίζεις για τα παραστρατήματά της, και ότι την συγχωρείς και μετά τι; Μια από τα ίδια; Λίγο από μπριζόλες στα κάρβουνα, μια πατάτες τηγανητές και ντομάτα σαλάτα με αγγούρι για τη νοστιμιά;  Αυτά θα της δώσεις; Τα ίδια με πριν; Θα σε ξεράσει στα πόδια του εραστή της ακόμη πιο δυνατά, και μάλιστα  αυτή τη φορά ίσως για πάντα ... Θα σε σιχαθεί. Μυστήριο τραίνο οι γυναίκες. Αν τις αφήσεις στην ησυχία τους, μπορεί να γυρίσουν σε σένα όταν και αν βαρεθούν τον άλλο. Αν όμως τους τη βγεις σαν αυτός που ξέρει και γνωρίζει να σχωρνάει, αμάν αδερφέ μου την έκατσες τη βάρκα!»


Συνεχίζεται και τελειώνει στο επόμενο...


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 11o

                                                                                                                ΞΥΠΝΗΜΑ

Ο Ζάχος τριγυρνούσε στο σπίτι σαν ξωτικό. Ήθελε τόσο πολύ να κοιμηθεί βαθιά. Το είχε τόση μεγάλη ανάγκη. Ήξερε ότι ο καναπές δεν θα τον ξεκούραζε και αποφάσισε παρ ότι δεν είχε συνηθίσει να κοιμάται μόνος του, να χρησιμοποιήσει το κρεββάτι τους. Άπλωσε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε  το μόνο καθαρό υπέρδιπλο σεντόνι που είχε απομείνει, και άπλωσε το ταλαιπωρημένο του κορμί. Ολότελά γυμνός, με χέρια και πόδια ανοιχτά, εγκαταλελειμμένος όπως ένιωθε, έπρεπε τουλάχιστον να δηλώσει τη κατάληψη του προσωπικού του χώρου. Όποιος ήθελε να αμφισβητήσει τη κυριαρχία του, έπρεπε να του το ζητήσει. Καημένε Ζάχο. Ποιος να σου ζητήσει τι; Είχε άραγε μείνει κανείς; Θα το ανακάλυπτε με πολύ οδυνηρό τρόπο.

Τον πήρεο ύπνος, αυτή τη φορά δίχως όνειρα.

Δεν σάλεψε ίσαμε το πρωί. Ξημέρωσε και οι ακτίνες του ήλιου που υποδήλωναν την έναρξη μιας νέας ημέρας τον βρήκαν στην ίδια και απαράλλαχτη θέση.  Ήταν αρκετά αργά όταν δέχθηκε το μυαλό του να δώσει μια πρώτη εντολή κίνησης στο σώμα του, και αυτό απλά και μόνο για να εξυπηρετήσει κατεπείγουσα φυσική ανάγκη. Είναι απορίας άξιο, πώς ένα τόσο κουρασμένο μυαλό, μπόρεσε να συνειδητοποιήσει ακόμη και αυτού του είδους την επιταγή.

Σηκώθηκε σέρνοντας τα πόδια του. Στο σαλόνι, ήδη κουρασμένος,  κάθισε στον καναπέ. Δεν είχε τα  ανάκαρα να φτάσει στη τουαλέτα του σπιτιού. Πήρε ανάσα και απόφαση. Επιστρέφοντας άρπαξε από το ψυγείο το μπουκάλι με το γάλα, που η μηδαμινή προνοητικότητα της προηγούμενης νύχτας, τον είχε καθοδηγήσει να αγοράσει, και ήπιε δυο απελπισμένες, μικρές γουλιές. Καρφώθηκε εκ νέου στο κρεβάτι του. Ένιωσε έναν ατέρμονα έρωτα για αυτό. Άπλωσε τα χέρια και το αγκάλιασε σχεδόν με ερωτική διάθεση. Χαμογέλασε και ξανακοιμήθηκε!... Αυτή τη φορά όμως τα όνειρα ξεπήδησαν με τέτοια ορμή, παρουσιάζοντας το απίστευτο ταλέντο τους στη σκηνή του μυαλού, σαν  χορευτές των Μπολσόϊ ...

Είδε τη γυναίκα του τη Μπία, μα ήταν ή δεν ήταν αυτή; Μα πώς; Η φυσιογνωμία της ταίριαζε απόλυτα ... Αλλά εκείνη δεν ήταν τόσο λεπτή. Χοντρή δεν την έλεγες αλλά όχι και έτσι. Και φυσικά δεν ήταν μελαχρινή! Και τα μαλλιά της ... Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυτά τα φλογερά κατακόκκινα μαλλιά! Την είδε για μια στιγμή από μπροστά, ίσα για να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά της. Για να βεβαιωθεί ότι πρόκειται για τη γυναίκα του. Από κει και έπειτα, συνεχώς έβλεπε τη πλάτη της. Όλο έτρεχε ο καημένος ο Ζάχος να τη ξαναδεί, όλο έτρεχε να βρεθεί εμπρός της να της μιλήσει, να πιστέψει από τη χροιά της φωνής της ότι δεν ήταν άλλη, αλλά διαρκώς έβλεπε τη πλάτη της. Ποτέ δεν μπορούσε να τη προλάβει. Ακαθόριστες φιγούρες γύρω της. Ούτε αντρικές, ούτε γυναικείες. Απλά φιγούρες, οι οποίες λες και τον έσπρωχναν μακριά. Λες και του απαγόρευαν με χίλιους τρόπους να την φθάσει.

Τότε, ένα μαύρο πουλί, κατάμαυρο, κατέβηκε από τον ουρανό. Φοβήθηκε ο Ζαχαρίας όταν το είδε «κακός οιωνός» σκέφτηκε, και πήρε πέτρα να το διώξει. Είδε τη κίνηση το μαυροπούλι και κάθισε μακριά του. «Δεν ήλθα να σου κάνω κακό» έκραξε «ήλθα να σε βοηθήσω» ... Ο Ζάχος κοίταξε καχύποπτα το μαύρο πουλί. «Πώς μπορεί να βοηθήσει ένα πουλί;» Εξέφρασε την απορία του δυνατά. Χωρίς δισταγμό το πουλί απάντησε «μπορώ να πλησιάσω εκεί που εσύ δεν μπορείς, μπορώ να κάνω ότι εσύ δεν μπορείς» ...

Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε ο άνδρας, κατάλαβε ότι ήταν χαμένος για χαμένος, έβλεπε να απομακρύνεται η γυναίκα του, να μη μπορεί να την πλησιάσει και ακόμη να μην είναι σίγουρος αν είναι εκείνη στη πραγματικότητα, έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση. «Εμπρός, απόδειξε τι μπορείς να κάνεις» είπε στο πουλί ... «Α, όχι έτσι» αντέτεινε το μαυροπούλι, «μονάχα αν με αποδεχτείς πλήρως!» Ο Ζάχος δεν είχε καιρό για χάσιμο. Η φιγούρα της Μπίας όλο και εξασθενούσε. Χανόταν από τα μάτια του. «Σε αποδέχομαι ως ολότελα δικό μου, ως τη μοναδική αλήθεια» δήλωσε. Τότε το μαυροπούλι έδωσε ένα δυνατό φτερούγισμα και με μιας βρέθηκε στο κεφάλι της Μπίας. Θαυμαστά πράγματα συνέβησαν τότε.

Το μαυροπούλι, μέσα σε μια στιγμή, έχασε τη τεράστια κίτρινη μύτη του, τα πόδια του με τα γαμψά νύχια, τα μαύρα του φτερά, και μεταμορφώθηκε σε ένα ημίψηλο καπέλο, πάντα μαύρου χρώματος! Αυτό, το χρώμα δεν έλεγε να αλλάξει ... Με μιας, όταν συνέβη αυτό, οι σκιές εξαφανίστηκαν γύρω από τη Μπία. Έπαψε να είναι μελαχρινή, επανήλθε το χρώμα και ο σωματότυπος που γνώριζε ο Ζάχος, ενώ τα μαλλιά της έχασαν το κόκκινο χρώμα. Όλα επανήλθαν στα φυσιολογικά επίπεδα για τη γυναίκα του Ζάχου. «Βεβαίως, είναι η γυναίκα μου» διαπίστωσε από μακριά τώρα ο Ζάχος, και έκανε να την αγκαλιάσει.

Όμως το καπέλο- πουλί είχε τελειώσει την αποστολή του. Την αποστολή αναγνώρισης. Μετατράπηκε και πάλι σε μαύρο φτερωτό αερικό ή δαίμονα ή άγγελο συνείδησης, όπως θέλετε ονομάστε το και εξαφανίστηκε. Η Μπία, αυτή τη φορά δεν άλλαξε ούτε στο σώμα, ούτε στα μαλλιά. Παρέμεινε η ίδια η γνωστή σύζυγος του καπελά. Όμως και πάλι, αυτός δεν μπορούσε να την πλησιάσει. Και τώρα πια ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο γι αυτή. Παλιόπουλο! Σε τι άραγε με βοήθησες; Δεν ήταν καλύτερα που δεν ήξερα; Πίστευα ότι ήταν η γυναίκα μου και ότι απομακρυνόταν, ότι δεν μπορούσα να τη φτάσω, αλλά απόλυτα σίγουρος δεν ήμουν!... Τώρα πια εσύ μου τη φανέρωσες, αλλά και πάλι φεύγει και να τη φτάσω δεν μπορώ! Τι καλύτερη που ήταν η άγνοια ή τέλος πάντων η αμφιβολία! Η αμφιβολία σε σκοτώνει λίγο, λίγο ενώ η γνώση του κακού μια και έξω ...

Η Μπία, του γύρισε τη πλάτη και απομακρύνθηκε, ενώ γέλια πολλά ακούγονταν ένα γύρω. Το τοπίο όπου στεκόταν μαύρισε. Πετάχτηκε κλαίγοντας. Φοβόταν  ότι το όνειρο, του έλεγε μια άσχημη αλήθεια. Όμως τι ακριβώς να είχε συμβεί; Που είναι η Μπία; Η Κατερίνα; Γιατί δεν του τηλεφωνεί η Κλαίρη. Αλήθεια η Κλαίρη που διάολο είναι; Μα την αλήθεια, γι αυτή τη τελευταία , έπρεπε το πρωί να δοκιμάσει να μάθει που χάθηκε. Ίσως η κοπέλα να είχε παρεξηγηθεί από κάτι. Ίσως να της μίλησε απότομα, να ακούστηκε απότομος, τη μέρα που πήγαινε στην Κατερίνα. Αλλά και αυτός ο γάιδαρος να μη της τηλεφωνήσει ούτε μια φορά! Να δει αν ζει ή αν πέθανε, που λένε βρε αδερφέ! Και τώρα αναρωτιέται που είναι;  Αίσχος κύριε. Αύριο πρωί, πρωί ...

Η σκέψη ότι υπάρχει μαγκούρα στήριξης τον έκανε να γαληνέψει. Βέβαια τα λεφτά δεν τα είχε βρει ακόμη και αυτό τον είχε βάλει σε μεγάλη στενοχώρια. Αλλά είχε τη θεωρία ότι οι στενοχώριες αντιμετωπίζονται μία, μία. Και αν μάλιστα βρεις απάγκιο για τη μια, δεν χρειάζεται να εκβιάζεις τη λύση κάποιας άλλης. Θα δρομολογηθεί όταν έλθει η ώρα της.  Τράβηξε κατευθείαν για το ψυγείο. Το γάλα που ήπιε, κατέβασε με μιας το μπουκάλι έως τη μέση, αφού για λίγο τον έκανε να ξεχάσει το συναίσθημα της πείνας, δε πέρασε πολλή ώρα και του δημιούργησε επώδυνες καταστάσεις. Κάτι η αποχή από στερεά τροφή, κάτι ότι το προϊόν ήταν υπερβολικά κρύο, τον έστειλαν σε μια ατέλειωτη μάχη με τη λεκάνη αφόδευσης. Ίδρωσε, ξεΐδρωσε, και όταν τελικά ένιωσε να του κόβονται τα πόδια, κατάλαβε ότι επιτέλους είχε νικήσει το θηρίο. Μια μεγάλη, αλλά Πύρρειος νίκη ...

Εξαντλημένος κοιμήθηκε ξανά. Τις τελευταίες μέρες δεν έκανε άλλο πράγμα, από το να κοιμάται, να ξυπνάει για λίγο, και να ξαναρίχνεται σε ακόμη πιο βαθύ ύπνο. Πολύ πρωί ξύπνησε αυτή τη φορά. Ούτε καφές δεν υπήρχε στο κουτί, αλλά ούτε τολμούσε να δοκιμάσει πάλι να βάλει στο στόμα του οτιδήποτε άλλο. Το πάθημα της προηγούμενης μέρας τον έκανε να φοβάται και τη σκιά του. Άνοιξε το πακέτο με τα τσιγάρα του. Το απόλυτο κενό. Το τσαλάκωσε νευριασμένος και το πέταξε πίσω από τη πλάτη του. Καθόλου δεν τον ένοιαζε αν το σπίτι γέμιζε σκουπίδια. Το καθαρό σπίτι αφορά σε οικογενειάρχη και αυτός τελευταία μάλλον δεν έδειχνε να απολαμβάνει της οικογενειακής θαλπωρής.

Ξάπλωσε στον καναπέ και σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στα παιδιά του. Το μετάνιωσε. Να μπλέκει τα παιδιά σε θέματα τόσο καταθλιπτικά; Μα εδώ δεν ήξερε και ο ίδιος τι στο καλό συμβαίνει. Να τηλεφωνήσει να τους πει τι; Άφησε κάτω το κινητό. Αγκάλιασε το μικρό σακίδιο που είχε μέσα το καπέλο. Ήταν το μόνο που δεν θα τον παράταγε ποτέ και ούτε αυτός θα εγκατέλειπε σε καμία περίπτωση. Σχημάτισε τον αριθμό της Κλαίρης. Τελευταία στιγμή, βλέποντας ότι ακόμη ήταν επτά το πρωί, η κίνησή του να πατήσει το κουμπί της κλήσης έμεινε μετέωρη. Την ακύρωσε. Ξαναθυμήθηκε το όνειρο της προηγούμενης βραδιάς. Πολύ περίεργο. Αξιοσημείωτη η μετατροπή του πουλιού σε καπέλο. Δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι όλα διευκρινίστηκαν, στα χαρακτηριστικά της Μπίας, όταν το πουλί ως καπέλο, έκατσε πάνω της. Τι να λέει όμως όλο αυτό; Αλλά γιατί η γυναίκα του παρουσιαζόταν λεπτή, περισσότερο από το κανονικό και με κόκκινα μαλλιά; Γιατί την κυνηγούσε και δεν την έφθανε ακόμη και όταν το καπέλο- πουλί της έδωσε τη πραγματική της μορφή; Λες να γνώριζε, να έμαθε κάτι για τις σχέσεις του με την Κατερίνα και να απομακρύνεται γι αυτό το λόγο; Μήπως μιλούν οι ενοχές του μέσα από το όνειρο; Είναι ένα προμήνυμα ότι με αυτά που κάνει θα χάσει τη γυναίκα του ή μήπως σημαίνει ότι η Κατερίνα, η κοκκινομάλλα που έβλεπε, έχει δίκιο για τη Μπία, ότι ήδη τον έχει απατήσει;

Ωραία όλα αυτά. Αλλά γιατί να εμφανιστεί το πουλί- καπέλο. Γιατί να ζητά πλήρη αποδοχή για να βοηθήσει;  Μήπως σημαίνει ότι δεν έπρεπε να καθυστερεί τόσο να ξανανοίξει το μαγαζί του; Μήπως αυτή του η αδράνεια είναι επιζήμια στην οικογενειακή του σχέση; Μάλιστα.  Έπρεπε, να ανοίξει αλλού το μαγαζί, έως ότου αποκατασταθεί το παλιό. Κάπου θα έβρισκε, θα διόρθωνε και το καπέλο που πετάει, έτσι για γούρι, και δε μπορεί, θα είχε πελατεία από το να τριγυρνάει σαν ρεμπετ ασκέρι ...

Ούτε κατάλαβε γα πότε η ώρα πέρασε και πήγε δέκα το πρωί. Ίσως και να έκλεισε για λίγο τα μάτια για να συγκεντρωθεί καλύτερα, αλλά μάλλον ξαναβυθίστηκε σε μια αναμέτρηση της υπάρξεως με την ανυπαρξία. Πετάχτηκε, λες και είχε δεχτεί κάποιο χαστούκι, παίρνοντας συγχρόνως μια βαθιά ανάσα, για να πιστοποιήσει ότι ζει. Άρπαξε και πάλι το κινητό και σχημάτισε αποφασιστικά αυτή τη φορά τον αριθμό της Κλαίρης. Πάτησε κλήση. Μια, δυο, τρεις κλήσεις και μια γυναικεία φωνή, σχετικά άγνωστη να απαντάει «παρακαλώ λέγετε». Ο Ζαχαρίας στην αρχή αιφνιδιάστηκε. Γνώριζε καλά τη φωνή της κοπέλας που καλούσε. Με τίποτα δεν μπορούσε να είναι αυτή ... Και αν ήταν η μητέρα της; Μια θεία της ίσως.  Λες να έπαθε κάτι η μικρή; Θεός φυλάξει ... Αποφάσισε να μιλήσει «παρακαλώ, τη Κλαίρη μου δίνετε;» είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, αν και η ταραχή του ξεχείλιζε και δεν ήταν δυνατόν να κρυφτεί.

Χωρίς τη παραμικρή χρονοτριβή, από την άλλη άκρη της γραμμής εισέπραξε μια απάντηση που τον έκανε να μείνει άγαλμα «ελέγξτε τον αριθμό που τηλεφωνήσατε, σε αυτό το νούμερο δεν υπάρχει καμία Κλαίρη!» ... Ο Ζάχος ψέλλισε ένα ξέπνοο ευχαριστώ και έκλεισε. Δεν πείστηκε όμως. Ξαναπήρε. Η ίδια φωνή. «Παρακαλώ;» Σιωπή από τη πλευρά του καπελά. «Παρακαλώ λέγετε;» Μονάχα η βαριά του ανάσα διαπερνούσε τη γραμμή του τηλεφώνου, καθιστώντας τη προσπάθειά του απόλυτα εκνευριστική. Η τελευταία πράξη του τηλεφωνήματος, είχε ως κορωνίδα μια έμπλεη ειρωνείας τοποθέτηση, εκείνης που το δέχτηκε «προφανώς γνωρίζετε ότι η νοηματική δεν έχει κανένα αποτέλεσμα μέσω των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Καλή σας ημέρα!» και έκλεισε το τηλέφωνο.

 

Ο Ζάχος σαστισμένος και συννεφιασμένος άφησε στο τραπέζι της κουζίνας το κινητό. Είχε γίνει κατακίτρινος. Αυτή η εξέλιξη τον είχε εξουθενώσει. Έπεσε στον καναπέ και έπιασε το κεφάλι του συντετριμμένος.  Αυτό ήταν. Η μικρή ούτε που ήθελε να τον ξαναδεί! Μα τι στο καλό; Τόσο άσχημα της φάνηκαν τα λόγια που της είπε; Μήπως τον είδε με την Κατερίνα; Μήπως έμαθε κάτι άσχημο γι αυτόν; Δεν θα έπρεπε να του εξηγήσει; Συνήθως οι άνθρωποι το κάνουν. Εξηγούν για να δείξουν την ανωτερότητά τους. Δεν εξαφανίζονται. Τους αρέσει, να χώνουν βαθιά, ακόμη βαθύτερα το καρφί στον άλλο. «Φταις» του λένε «γι αυτό σε τιμωρώ με αυτό τον τρόπο». Και στρίβουν το μαχαίρι στην  πληγή ...

«Βρε άντε μου στο διάολο» φώναξε σε μια στιγμή ο Ζάχος, τόσο δυνατά που φοβήθηκε ότι τον άκουσαν οι γείτονες και θα νόμισαν ότι τρελάθηκε. «Ώρες είναι να μου στρίβει στην πραγματικότητα» σκέφτηκε και γέλασε. Αλλά το γέλιο του βγήκε πικρό.

«Καλά, ίσως να έχω γράψει λάθος το κινητό, αλλά στο μαγαζί; Όμως ποιο είναι το τηλέφωνό τους;» Ο Ζάχος αφού συνεχάρη τον εαυτό του για την ωραία ιδέα, σχημάτισε τον αριθμό αναζήτησης τηλεφώνων του ΟΤΕ και ...  «Παρακαλώ μπορώ να έχω το τηλέφωνο της επιχείρησης ...» Σε λίγο θα ήξερε τα πάντα. Η αγωνία του είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Χτυπούσε ήδη κόκκινο και ο μεσήλικας άνδρας με το ζόρι μπορούσε να κρατήσει το κινητό. Τα χέρια του έτρεμαν σαν να είχε Πάρκινσον. «Καλημέρα, παρακαλώ θα μπορούσα να μιλήσω στη δεσποινίδα Κλαίρη;» Δεν γλύτωσε ούτε αυτή τη φορά τη γροθιά στο στομάχι και το εγκεφαλικό φαινόταν να πλησιάζει. «Πια Κλαίρη κύριε; Δεν έχουμε καμία Κλαίρη εδώ!» «Συγγνώμη, αυτή τη στιγμή ίσως να μην εργάζεται, να μην είναι η ώρα της, η βάρδια της αλλά πες τε μου συνολικά στις κοπέλες που εργάζονται ως γκαρσόνες σε εσάς δεν έχετε μια κοπέλα με το όνομα Κλαίρη;» η απάντηση ήταν απελπιστικά αποκαρδιωτική «όχι σας λένε! Πρώτη φορά ακούω αυτό το όνομα. Είμαι ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού και να είστε σίγουρος ότι γνωρίζω ποιους ή ποιες πληρώνω κάθε μήνα!» ....

Ο Ζάχος δεν το έβαλε κάτω. Έκανε τη τελευταία προσπάθεια. «Με συγχωρείτε που επιμένω. Ίσως μου έδωσε όνομα ψεύτικο. Η κοπέλα που αναζητώ είναι έτσι, έτσι και έτσι. Σας ρωτώ λοιπόν, αν καθημερινά, από την ώρα που ανοίγετε, έως και εκείνη που κλείνετε, έρχομαι ως πελάτης ξοδεύοντας ένα κάρο χρήματα, δεν θα πετύχω τη συγκεκριμένη κοπέλα ως υπάλληλό σας; Δεν υπήρξε καν ποτέ υπάλληλός σας;»

Η απάντηση ήταν συντριπτική. «Ελάτε όποτε θέλετε και για όσο θέλετε. Εφόσον μάλιστα λέτε ότι έχετε τη διάθεση να ξοδέψετε χρήμα στο μαγαζί μας, είστε και καλοδεχούμενος. Να έλθετε όμως και για διασκέδαση. Γιατί αν  ο σκοπός σας είναι να βρείτε τη κοπέλα που αναζητάτε, θα δυστυχήσετε διότι ποτέ δεν θα μπορέσετε να την εντοπίσετε ως υπάλληλο του μαγαζιού μας. Επειδή δε σας ακούω σαν ένα άνθρωπο, ένα άνδρα παθιασμένο, άνδρας είμαι και εγώ καταλαβαίνω, θα κάνω κάτι εξαιρετικό για εσάς που δύσκολα θα το έκανα για τον ίδιο μου τον αδερφό. Ορίστε, θα σας επιτρέψω να ελέγξετε τις καταστάσεις υπαλλήλων που διατηρεί ή διατηρούσε το μαγαζί μας, τους τελευταίους τρεις μήνες. Ικανοποιημένος;»

Δυστυχισμένος, ήθελε να πει ο Ζάχος, αντί αυτού απάντησε «σας ευχαριστώ πολύ» και έκλεισε το τηλέφωνο.  Τι στο καλό συνέβαινε; Αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο. Λες και είχαν συμφωνήσει κάποιοι εχθροί του, να του στήσουν ένα παιχνίδι,  με σκοπό να τον τρελάνουν.

 

Αντικειμενικός λοιπόν στόχος το μυαλό του Ζαχαρία. Μα βέβαια, έτσι εξηγείται. Είπαμε, καλά κρατιόταν ο Ζάχος για την ηλικία του, αλλά δεν ήταν και ο Άδωνις ... Από πού και ως που λοιπόν μια νεαρή γκαρσόνα, σαν τα κρύα τα νερά, να υποκύψει σε αυτόν και τον έρωτά του. Αλλά πώς βρέθηκε εκεί η γκαρσόνα επί το έργον; Αν είχε διαλέξει να πάρει αλλού τη βόλτα του ο Ζαχαρίας; «Με παρακολουθούσαν!» αποφάσισε ... «Με παρακολουθούσαν και έπιασε δοκιμαστικά δουλειά στη καφετέρια, χωρίς καταχώρηση, για μια και μόνη μέρα! Ίσα για να μου την «πέσει» ...» Άστραψε στη συνέχεια το μυαλό του καπελά. Ξέρασε φωτιές ... «Ορίστε, και η Κατερίνα! Εντελώς τυχαία, την ίδια μέρα, στην ίδια καφετέρια! Αν είναι σύμπτωση, μόνο ο Διάολος μπορεί να συνταιριάξει τέτοιες συμπτώσεις. Επειδή λοιπόν με όλα αυτά που κάνω τώρα τελευταία, δεν φαίνεται να πιστεύω και πολύ στο Θεό, πώς να πιστεύω στο διάολο; Αυτά τα δυο πάνε μαζί. Άρα δεν πρόκειται για σύμπτωση ή διαολική παρεμβολή, αλλά για οργανωμένο ανθρώπινο σχέδιο. Η κυρά Κατερίνα, να την ψάχνω πάνω από ένα χρόνο και να τη βρίσκω και μάλιστα όταν τα ψήνω με τη μικρούλα γκαρσόνα. Μωρέ θα σας δείξω εγώ!»

 

Ο Ζάχος το είχε πάρει απόφαση. Επρόκειτο για καλοστημένο σχέδιο. Επιτέλους είχε ξυπνήσει. Το μυαλό του άργησε, αλλά στρόφαρε. Κάλλιο αργά παρά ποτέ Ζάχο μου. Επειδή όμως δυο γυναίκες μόνες δεν μπορούν να στήσουν τέτοια πλεκτάνη, όχι ότι δεν τις είχε ικανές, έπρεπε να βρει ο καπελάς και τους ηθικούς αυτουργούς, εκείνους που σχεδίασαν όλο τούτο. Όμως ποιος ή ποιοι βρίσκονταν πίσω από αυτό και για ποιον ακριβώς λόγο; Το τελικό σχέδιο που απέβλεπε; Χρειαζόταν βοήθεια για να μάθει, και χωμένος μέσα στο σπίτι  αυτό ήταν σίγουρα αδύνατο. Εκεί,  γνώριζε ότι  θα μπορούσε να μιλά  μονάχα με τα φαντάσματα που θα γεννούσε το μυαλό του. Να μην παίρνει πληροφορίες, αλλά να δημιουργεί δικές του ψεύτικες, εικονικές πραγματικότητες. Έπρεπε να βγει στο δρόμο. Να τριγυρίσει και πάλι στα γνωστά του κατατόπια. Στο Μοναστηράκι ...

Πεταμένα ολόγυρα, στο συρτάρι της κουζίνας, σε δεύτερο πανταλόνι, πάνω στο τραπέζι του σαλονιού, βρήκε και κατόρθωσε να συγκεντρώσει τρία τριάμισι ευρώ. Δεν έφταναν για καφέ και τσιγάρα. Κάτι από τα δύο θα αγόραζε με πίστωση, δεν γινόταν αλλιώς. Αποφάσισε πως δεν έπρεπε να μείνει βερεσέ στον Τάσο, φίλος ναι, αλλά είχε την περηφάνια του. Αναγκαστικά θα φέσωνε τον περιπτερά ... Άλλωστε, τα χρήματα έφταναν για καφέ όχι όμως για τσιγάρα. Αν είχε να επιλέξει σύμφωνα με τη τιμή καθενός εκ των δύο, πάλι εξ ανάγκης στο φέσωμα του περιπτερά θα κατέληγε ...

Έχωσε τα ψιλά βαθιά στη τσέπη του τσαλακωμένου πανταλονιού του, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του να συνέλθει, πέταξε μέσα στη μπανιέρα με περιφρόνηση και αγανάκτηση το ξυραφάκι, χαϊδεύοντας με απόλαυση τη γενειάδα που κάλυπτε πια ολοσχερώς το πρόσωπό του . Είναι αλήθεια ότι παραξενεύτηκε. Πότε πρόλαβαν και μεγάλωσαν τόσο τα γένια του; Άντε να ήταν αξύριστος δυο τρεις μέρες ... Δεν νοιάστηκε παραπάνω. Οι φωτιές που είχαν ανάψει και πυρπολούσαν την ψυχή  και το μυαλό του, δεν τον άφηναν να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο.

Απλά βγήκε από το σπίτι. Ο ήλιος τον τύφλωσε και κοντοστάθηκε. Ένιωσε να κόβονται τα πόδια του. Κάθισε για λίγο στα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Πήρε μια ανάσα, ξεφύσησε δυνατά  και σηκώθηκε. Μια νέα ζωή θα άρχιζε γι αυτόν. Ο Ζάχος είχε σκοπό να φέρει τα πάνω κάτω. Όχι εκατό η αλεπού εκατόν ένα τα αλεπουδάκια! Όχι μόνο θα ανακάλυπτε τους αλητήριους που εξύφαναν αυτό το βρώμικο σχέδιο σε βάρος του, αλλά θα τους τιμωρούσε κι όλα. Δεν τον ήξεραν καλά. Γινόταν θυσία, αρκεί να μη καταλάβαινε ότι κάποιος παίζει με το μυαλό του.

 

                                   

                                                                                                          ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Στη ζωή είναι μερικές φορές που δεν γνωρίζεις τι πραγματικά θέλεις. Ορίστε, κοίτα έναν άντρα που υποπτεύεται ότι τον απατά η γυναίκα του. Της κάνει καθημερινές ζήλειες. Την πιέζει να του πει αν πάει με άλλον άντρα ή όχι. Μα είναι τόσο εύκολα στις μέρες μας να μάθει ... Αλήθεια, θέλει να μάθει ή όχι; Αν διαπιστώσει ότι υποψιάζεται χωρίς αιτία την σύζυγο, φοβάται μήπως χάσει  ένα λόγο που είχε δημιουργήσει για να ζει μαζί της. Φοβάται μήπως χαθεί, εξαφανιστεί  το συναίσθημα της ζήλιας που είχε από πολλού καιρού αντικαταστήσει τον έρωτα.

Από την άλλη αν διαπιστώσει ότι πραγματικά τον απατά η σύζυγος; Τότε τι πρόβλημα έχει; Έτσι κι αλλιώς μέχρι εκείνη τη στιγμή, στις εξάρσεις ζήλιας του, το θεωρεί ως δεδομένο ... Γιατί λοιπόν δεν θέλει να μάθει την αλήθεια; Μα να μάθει αποδεδειγμένα και με τη βούλα που λένε, ότι είναι κερατάς;! Όχι, αυτό πάει πολύ! Μια γυναίκα που υποψιάζεται αλλά είναι αθώα είναι ακόμη δική του γυναίκα, αλλά μια γυναίκα που αποδεικνύει ότι έχει κάθε λόγο να την υποψιάζεται, ανήκει πια σε άλλον!

Είναι λοιπόν, το αιώνιο δίλημμα  εκείνου που ξεκινά μια έρευνα μέσα σε θολά νερά. Εκείνου που νιώθει σίγουρος ότι τον έχουν εκμεταλλευτεί αλλά δεν έχει αποδείξεις.  Θέλει όντως αποδείξεις, θέλει πραγματικά να μάθει αλήθειες ή είναι καλύτερα να ζει μέσα στα πλασματικά συμπεράσματα που διαρκώς παράγει το μυαλό του;

Ο Ζαχαρίας είχε πάρει την απόφαση. Τρεις γυναίκες, με πρώτη και καλύτερη τη γυναίκα του, είχαν εξαφανιστεί σε κάτι περισσότερο από ένα χρόνο από τη ζωή του. Οι δύο μάλιστα από αυτές, ήλθαν, έπαιξαν το ρολάκι τους, και εξαφανίστηκαν λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Όποιος και αν ήταν ο κίνδυνος, έπρεπε να μάθει τα πάντα. Τελεία και παύλα. Το πώς, ήταν άλλο θέμα ...

Με τις σκέψεις αυτές, ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασε στο μοναστηράκι. Ο σταθμός του Metro ήταν όπως πάντα γεμάτος κόσμο. Τραπεζάκια που πουλούσαν νομίσματα, άλλα που πούλαγε διάφορα  στολίδια λαιμού και χεριών χειροποίητα, άλλα με παλαιούς δίσκους βινυλίου. Μια χορευτική παράσταση, από νεαρά άτομα, είχε στηθεί μπροστά από την είσοδο του σταθμού. Ένας τεράστιος κύκλος θεατών, έδειχνε να απολαμβάνει το θέαμα. Χάζεψε για λίγο ο Ζάχος και προχώρησε προς το σημείο που κάποτε βρισκόταν το μαγαζάκι του. Ήξερε τι θα έβρισκε, αλλά να που εκεί έπρεπε να αναζητήσει πληροφορίες ... Όσο για καφέ; «Έχετε πιει στου Τάσου; Ο καλύτερος, και όχι επειδή είναι φίλος» σκέφτηκε και χαμογέλασε με αγάπη για το φίλο του και με κάποια περίεργη ευγνωμοσύνη για την άθλια  συμπεριφορά του προς την Κατερίνα! Μα φυσικά, αν ο Τάσος δεν είχε μιλήσει γι αυτόν στις διακοπές του, και δεν είχε συμπεριφερθεί τόσο άθλια στη νέα κοπέλα, άραγε πόσες πιθανότητες θα είχε ο ίδιος να κάνει έρωτα μαζί της; Χαμογέλασε και το χαμόγελο αυτό τον συντρόφεψε μέχρι  εκεί, που κάποτε βρισκόταν το παλιό του μαγαζί.

 

Με τον κόσμο που είχε συρρεύσει στα μαγαζιά, κανείς από τους πρώην του γείτονες δεν έδειξε να τον αντιλήφθηκε. Προχώρησε σαν αόρατος ανάμεσα στα υπόλοιπα μαγαζιά και από μακριά προσπαθούσε να εντοπίσει τα αποκαΐδια του δικού του. Ίσως πια να τα είχαν μαζέψει και στη θέση τους να υπήρχε το οικόπεδο που θα ξαναχτιζόταν το μαγαζί. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν μπορούσε να διακρίνει. Μάταια κοιτούσε. Έφτασε, η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε να το καθυστερήσει όσο ήταν δυνατόν, στο σημείο που κάποτε ήταν το μαγαζί με τα καπέλα. Μαύρα φίδια είχαν αρχίσει να τον ζώνουν. Όσο όμως και να καθυστερούσε  ήταν αδύνατον να μη φτάσει. Κόντεψε να παλαβώσει με ότι αντίκρισε. Στη θέση του καμένου καπελάδικου, ένα άλλο μαγαζί, με ωραία βιτρίνα και αντικείμενο την εμπορία και διόρθωση εκκλησιαστικών ειδών και ρουχισμού για τους ιερείς. Όχι μονάχα καλυμμαύκια. Όλα, μα όλα τα είδη!

Προς στιγμή σκέφτηκε μήπως κάνει λάθος. Μήπως μπλέχτηκε σε άλλη οδό. Μα όχι! Να το μαγαζί του Τάσου απέναντι όπως πάντα, έτοιμο να εξυπηρετήσει ταΐζοντας και δροσίζοντας τους πελάτες του.  Τι στο διάολο συμβαίνει. Η οργή τον έκανε να συνέλθει και να γλυτώσει από την τρέλα. Τον έκανε να κατανοήσει ότι η πραγματικότητα ορθωνόταν ακέραια εμπρός του.

Μπήκε βίαια στο καφενείο του Τάσου φωνάζοντας «Τάσο, που είσαι ρε;» Από το βάθος του καφενέ ένα «έφτασε» ακούστηκε ενώ δυο τρεις πρωινοί πελάτες που κοίταξαν προς το μέρος του για μια στιγμή, συνέχισαν το τάβλι τους. Ο Ζαχαρίας έσυρε μια καρέκλα και θρονιάστηκε. Τέντωσε τα πόδια αποκαμωμένος, αποκαρδιωμένος περισσότερο θα έλεγε κανείς, απ ότι αντίκρισε. Δεν ήταν και μικρό πράγμα. Στη θέση του δικού του μαγαζιού να έχει φυτρώσει και να δουλεύει άλλο ... Τράβηξε δεύτερη καρέκλα, ανέβασε το ένα πόδι και ακούμπησε το αριστερό χέρι, προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Που είσαι μωρέ Τάσο; Ειδική πρόσκληση θέλεις;»

Αντί για τον  Τάσο όμως, πίσω από τον πάγκο, σκουπίζοντας τα χέρια του στη ποδιά του, εμφανίστηκε  ο Ντίμης!... Προχωρούσε προς αυτόν με κατεβασμένο το κεφάλι, ως δείγμα ότι είχε πολλούς μπελάδες και τον ενοχλούσαν οι επίμονες φωνές «κύριε, ο κος Τάσος δεν είναι πια εδώ. Εγώ είμαι στη θέση του ...» Όταν όμως σήκωσε το κεφάλι άλλαξε ύφος. Ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, άνοιξε τα χέρια του σε μια αγκαλιά που θα μπορούσε να χωρέσει δέκα μεγαλόσωμους άνδρες και είπε «κύριε Ζάχο μου! Μα γιατί χαθήκατε; Που εξαφανιστήκατε; Δεν είπαμε θα περνάτε από το μαγαζί μου γιατί ανέλαβα υποχρέωση απέναντί σας; Ω, μη μου το κάνετε αυτό και ψάχνω να σας βρω ... Τι να σας κεράσω;»

Ο Ζαχαρίας όσο τον άκουγε πάθαινε το ένα εγκεφαλικό πίσω από το άλλο! Τι έλεγε τούτο το μόμολο;  Το μαγαζί του; Υποχρέωση απέναντί του; Σκέφτηκε να αρχίσει από τη προσφορά. Από το κέρασμα. Ας του έμεναν τα ευρώ στη τσέπη ... Μετά, με τον καφέ και το τσιγάρο θα τα κουβέντιαζαν ένα χεράκι με τον μπαγασάκο. «Ένα βαρύ γλυκό» είπε «και θα σε παρακαλούσα να με συντροφέψεις και εσύ για λίγο». «Ευχαρίστως κύριε Ζάχο μου, ευχαρίστως.» δέχτηκε ο Ντίμης για να δώσει αμέσως μετά την εντολή «Μίνα, αγάπη μου, φτιάξε σε παρακαλώ δυο βαρείς γλυκούς. Βγάλε και παγωμένα νεράκια και γλυκό βύσσινο από αυτό της μανούλας σου».

Ικανοποιημένος ο Ντίμης καθάρισε το τραπέζι, ζήτησε συγγνώμη από τον Ζάχο και βγήκε από το μαγαζί. «Θα πάω δυο λεπτά μέχρι τη Τράπεζα» είπε «μέχρι να σερβιριστούν οι καφέδες θα έχω επιστρέψει» και βγήκε πετώντας τη ποδιά του προς το μέρος μιας καρέκλας, ενώ ταυτόχρονα ξέσπαγε σε  γέλια, που εκείνη έπεσε στο πάτωμα.

 

Όπως τα είχε πει ο Ντίμης, έτσι είχαν γίνει τα πράγματα. Οι καφέδες ακόμη δεν είχαν βγει από τη φωτιά, είναι αλήθεια ότι παραδοσιακά το μαγαζάκι αυτό τους έφτιαχνε στη χόβολη, και εκείνος είχε επιστρέψει με ακόμη μεγαλύτερη διάθεση απ όταν έφυγε. Πάνω στην ώρα και οι Μίνα, όπως τη προσφώνησε ο νεαρός άνδρας, με τους καφέδες. Αλλά τι είναι τούτο; Ο Ζαχαρίας δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. Σίγουρα με δουλεύουν, με δουλεύουν όλοι! Τινάχτηκε επάνω και άρπαξε τον νεαρό από τα πέτα, του πουκαμίσου του. Προσπάθησε να τον ταρακουνήσει αλλά μάταια. Ο μικρός ήταν γερός σκαρί. Παρ όλα αυτά τρόμαξε. «Τρελάθηκε ο κυρ Ζάχος» ήταν η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του. Έμεινε ακίνητος. Δεν ήθελε να χτυπήσει μεγάλο άνθρωπο. Ήταν σεβαστικό παιδί.

Του έπιασε μαλακά τα χέρια μιλώντας του ήρεμα «γιατί κάνετε έτσι κύριε Ζάχο; Τι σας έπιασε;» ... «Πώς απεκάλεσες αυτή τη κοπέλα; Που την ξέρεις; Τι σου είναι;» Δικαιολογημένη η έκρηξη του καπελά αφού στο πρόσωπο της νεαρής γυναίκας, που ο Ντίμης αποκαλούσε Μίνα, εκείνος αναγνώριζε την Κλαίρη!

Ο Ντίμης γούρλωσε τα μάτια έκπληκτος αλλά συνήλθε γρήγορα «μα τι λέτε κύριε Ζάχο; Δεν είναι πρώτη  φορά που βλέπετε τη Μίνα. Τόσες φορές έχετε έλθει στη μαγαζί και σας έχω συστήσει τη γυναίκα μου. Είχατε πρόβλημα τον  καιρό που έγινε ο γάμος μας και δεν μπορέσατε να έλθετε, αλλά την γνωρίζετε ...» Ο Ζαχαρίας άκουγε και δεν μπορούσε να πιστέψει τι ήταν όλα αυτά που άκουγε. «Γυναίκα σου; Μίνα; Πόσο καιρό;» «Ουουου, έκανε ο Ντίμης, τουλάχιστον τέσσερις  μήνες» ...

«Και το μαγαζί; Γιατί λες ότι είναι δικό σου; Που είναι ο Τάσος;» Ο Ντίμης σιώπησε για λίγο και σοβάρεψε. «Ακούστε κύριε Ζάχο» είπε στον άνδρα όταν αποφάσισε να μιλήσει. «Αυτά είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Για το ένα μπορώ να σας δώσω απάντηση, για το άλλο μη με πιέζετε. Ίσως πω πράγματα που να είναι λανθασμένα. Λοιπόν, όπως ξέρετε ο κύριος Τάσος για πολλά χρόνια με είχε υπάλληλό του. Όταν αποφάσισε να δώσει το μαγαζί τον παρακάλεσα να το δώσει σε μένα. Είχα κάποιες οικονομίες, δεν είχε εκείνος πολλές απαιτήσεις, και έτσι έγινε συμφωνήσαμε και μου το μεταβίβασε.»

«Μα τι λες;» ξέσπασε ο Ζάχος, «τι διάολο λες; Αφού ήσουν δικός μου υπάλληλος. Τι υπάλληλος του Τάσου μου τσαμπουνάς;» Ένα λυπημένο χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο του νεαρού. Ήταν φανερό ότι ο καπελάς βρισκόταν στα πρόθυρα της τρέλας.

«Μα σε θυμάμαι» ούρλιαξε ο Ζάχος. «Εσύ δεν ήσουν που όποιον έλεγε κακό για το καπέλο πουλί τον κυνηγούσες  με ένα ρόπαλο του μπέιζ μπολ;» «Κύριε Ζαχαρία μου μη κάνεις έτσι. Η αλήθεια είναι ότι υπήρξα υπάλληλός σου για ένα μήνα μόνο. Όμως σου φάνηκα ακριβός, και με έπαψες. Ξαφνικά κατάλαβες ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πληρώνεις εξτρά χρήματα, απλά και μόνο για να απολαμβάνεις λίγο ελεύθερο χρόνο. Ευτυχώς που τότε βρέθηκε ο Τάσος να με πάρει στη δική του δούλεψη. Αλλιώς θα γύριζα σαν το παλιόσκυλο, ξένος μεταξύ ξένων. Τώρα αυτά που λες για το καπέλο -πουλί δεν γνωρίζω. Πρώτη φορά να σε χαρώ από σένα τα ακούω σήμερις. Δεν ξέρω τι μπορεί να σου έδωσε ο κυρ Τάσος, ώρα του καλή, καπέλο ή σπαρπέλο, αλλά ότι εσύ το είχες για πουλί και εγώ σαν Μέγας Ιππότης των Σταυροφοριών το προστάτευα με όπλο ένα ρόπαλο, πρώτη βολά το ακούω, να σε χαρώ» ... Ο Ζαχαρίας άκουγε, αλλά δεν πίστευε γρι απ όσα του έλεγε αυτός ο κανάγιας. Μα τον θυμόταν, με το ρόπαλο να κυνηγά τους αμφισβητίες του καπέλου. Πόσο κέφι τον έκανε τότε!

 

Τα πράγματα κόντευαν να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο, όταν στο καφενείο εισέβαλε ένας νεαρός άνδρας. Η όψη του φάνηκε πολύ γνώριμη στον Ζαχαρία. «Τι θα γίνει Ντιμάκο; Εμείς θα πιούμε σήμερα καφέ ή θα πάμε απευθείας στα μεσημεριανά ούζα και αν;» Ο Ντίμης πετάχτηκε πρόθυμος, ζητώντας συγγνώμη ταυτόχρονα από τον Ζαχαρία και τον νεοεισελθέντα. «Τι καφεδάκια να στείλω;» «Δύο φραπέ γλυκά για εμένα και τη γυναίκα μου και ένα γλυκύ βραστό για τον μπαμπά» «Έγινεεεε» ... Υποσχέθηκε ο νεαρός, και σηκώθηκε να εξυπηρετήσει τη παραγγελία.

«Καλά, καλά» γέλασε ο νεαρός.  «Θα στείλω σε κανένα δεκάλεπτο τη Σίσσυ να τους πάρει. Ελπίζω να είναι έτοιμοι.» «Μα τι λέτε» διαμαρτυρήθηκε ο καφετζής, «θα τους φέρουμε εμείς, εγώ ...»  Ο νεαρός κούνησε με ένα τέτοιο τρόπο το χέρι δείχνοντας ότι δεν σηκώνει αντίρρηση «όπως είπαμε, θα έλθει ή Σίσσυ. Μπορεί και εγώ ...» και βγήκε από τη πόρτα.

Όταν έφυγε, ρώτησε ο Ζαχαρίας «γνωστή φυσιογνωμία, ποιος είναι;» «Ο γιος του αφεντικού του καταστήματος που άνοιξε απέναντι. Που να δεις τη γυναίκα του, μια κούκλα! Μη με ακούσει η Μίνα θα με φάει με τη ζήλια της» απάντησε με πονηρό γελάκι ο Ντίμης.

«Συνηθίζουν οι απέναντι να παίρνουν μόνοι τις παραγγελίες που φτιάχνεις στο μαγαζί σου; Τι καμώματα είναι αυτά;» Ο Ντίμης έξυσε το κεφάλι του. Όντως ήταν πολύ περίεργο το φέρσιμο του γείτονα. «Μπορεί να τσαντίστηκε που άργησα να πάω όσα παρήγγειλαν» είπε και ήταν το μόνο συμπέρασμα που του φάνηκε λογικό «ξίδι» πρόσθεσε με ψεύτικο θυμό.

Ο Ζαχαρίας καιγόταν να μάθει πώς ξεφύτρωσε αυτό το μαγαζί στη θέση του δικού του. Δεν πίστευε βέβαια  πως ο Ντιμάκος ήξερε τα πάντα άρα ήταν απίθανο να γνωρίζει και γι αυτή την υπόθεση. Η γειτονιά και κουτσομπόλα ήταν και πολυλάλητη, αλλά το να γνωρίζει τον τρόπο που απέκτησε νέο ιδιοκτήτη το δικό του μαγαζί,  αυτό το μειράκιο ο Ντίμης, ελέγχεται ως αδιανόητο.  Μονάχα ίσως μέσες άκριες και αυτές με μπόλικη παραπληροφόρηση. Πάνω δε που έλεγε να ρωτήσει γι αυτό το θέμα και ότι βγάλει, τσουπ, να ο γιος, μα την αλήθεια ο γνωστός γιος, του ιδιοκτήτη του νέου μαγαζιού.

Ας έκανε λίγη υπομονή. Άλλωστε για έρευνα δεν βγήκε; Ποιος είπε ότι οι έρευνες είναι ταχείες και φέρνουν άμεσα αποτελέσματα; Πήρε στα χέρια του μια εφημερίδα, την άνοιξε στα αθλητικά, κάτι ελαφρύ θα διάβαζε. Δεν σκόπευε να αφήσει τίποτα περισσότερο το μυαλό. Άναψε τσιγάρο, ξάπλωσε αναπαυτικά στη καρέκλα του καφενείου και ήπιε με την αηδία να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του, μια γουλιά από τον κρύο πλέον καφέ. Ο Ελληνικός πίνεται με μια, δυο, άντε τρεις ρουφηξιές. Καυτός και χωρίς καμία επίπλαστη ευγένεια. Το ρούφηγμα πρέπει να ακούγεται τόσο δυνατά, ώστε να νιώθει την ευχαρίστησή σου, εκείνος που τον έφτιαξε. Να ευφραίνεται η δική σου η ψυχή, να τρέφεται και η δική του η ματαιοδοξία.

Στριφογύρισε το τσιγάρο στα χέρια και μάζεψε ρολό την εφημερίδα. Την ακούμπησε στο τραπεζάκι. Ασυναίσθητα κοίταξε προς τη πόρτα. Μια φιγούρα, γυναικεία φιγούρα, είχε ξεκολλήσει από το απέναντι μαγαζί με τα εκκλησιαστικά είδη και κατευθυνόταν προς το καφενείο. Κάτι στη περπατησιά της έκανε τις αισθήσεις του να ανταριάσουν. Ανασηκώθηκε στη καρέκλα του. Αν τον παρατηρούσε κάποιος προσεκτικά, έμοιαζε με σαρκοβόρο έτοιμο να χιμήξει στο θύμα του. Η γυναίκα πλησίασε και μπήκε στο καφενείο αλλά πριν ανοίξει το στόμα της, μίλησε ο Ζάχος «Κατερίνα!» είπε, και η φωνή του ακούστηκε έκπληκτη, βίαια, αλλά και θρυμματισμένη ταυτόχρονα.

Η κοπέλα ξέχασε σε μια στιγμή το λόγο για τον οποίο είχε πάει στο μαγαζί και στρεφόμενη στον Ζάχο, τινάζοντας με χάρη το υπέροχο κεφάλι της με επιτήδευση, τον ρώτησε «σε μένα μιλήσατε κύριε;»

Ο Ζαχαρίας σηκώθηκε από εκεί που καθόταν με τα χίλια ζόρια. Ένιωθε να μη τον βαστούν τα πόδια του. «Τι κύριε και κουραφέξαλα; Εγώ είμαι, ο Ζαχαρίας. Ο Ζάχος σου ... Πες μου ότι δεν με θυμάσαι! Βρε Κατερινάκι γιατί εξαφανίστηκες πάλι;»

Τα λόγια της κοπέλας μόνο που δεν τον αποτελείωσαν. «Βρε Ντίμη, πότε περιμένεις να εξηγήσεις σε αυτόν τον κύριο τη κατάστασή του; Τι περιμένεις; Ακούστε κύριε. Λέγομαι Σίσσυ και μάλιστα είμαι παντρεμένη δύο χρόνια τώρα, με τον νεαρό που ήλθε προηγουμένως. Τον κύριο Μενελάου Δημήτρη. Δεν γνωρίζω γιατί με αποκαλείτε Κατερίνα, αλλά ίσως υπάρχει εξήγηση σε όσα θα μάθετε από τον κο Ντίμη. Αν μπορέσετε να τη δεχτείτε ...» Η κοπέλα με μια απότομη κίνηση, πήρε το δίσκο με τις παραγγελίες, που είχε ετοιμάσει ο καφετζής, και έφυγε βαδίζοντας  τόσο αποφασιστικά,  σαν να δήλωνε με αυτή της την αποχώρηση «μη με ξαναενοχλήσετε με ανοησίες. Αν καταλάβετε πρόβλημά σας» ...

Ο Ζάχος έμεινε να παρακολουθεί χωρίς να μπορεί να αντιδράσει.  Τελικά γονάτισε. Ήταν η δεύτερη φορά  που γονάτιζε στη ζωή του, και πάλι είχε να κάνει με την ίδια  κοπέλα ... Ο Ντίμης έτρεξε κοντά του. «Ελάτε, ελάτε» είπε και τον σήκωσε. «Τι πάθατε; Μη δίνετε σημασία στα λόγια της. Έχετε τόσα πράγματα να απολαύσετε στη ζωή, από το να δίνετε σημασία στα λόγια του ενός και του άλλου». Ο μεσήλικας καπελάς αφέθηκε στις περιποιήσεις του νεαρού άνδρα. Η Μίνα του έφερε ένα ποτήρι δροσερό νερό. Το ήπιε μονορούφι. Ένιωσε να συνέρχεται, αλλά τελικά λύγισε. Έβαλε τα κλάματα. Ούτε που τον ένοιαζε αν τον κοιτούν με περιέργεια οι υπόλοιποι πελάτες. Χούφτωσε με τις δυο του παλάμες το πρόσωπό του, και αναλύθηκε σε λυγμούς.  Ο καφετζής τον κοιτούσε κατάπληκτος και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ήξερε ότι μια τέτοια κατάσταση, δεν ήταν ότι καλύτερο για το μαγαζί.  «Κύριε Ζάχο» πρότεινε, «δίπλα έχω ένα μικρό δωματιάκι για να ξεκουράζομαι που και που. Θέλετε να ξαπλώσετε λίγο; Που να πάτε σπίτι σε τέτοια χάλια; Να, θα πω στη Μίνα, να μας φτιάξει και ένα καλό μεζέ και θα μας τον φέρει να τα πούμε λιγάκι»

Ο Ζάχος κοίταξε το παλικάρι βαθιά στα μάτια. Έβλεπε σε αυτόν ένα ζιζάνιο αλλά με ευγενικά αισθήματα. Σηκώθηκε αργά και τον άφησε να τον οδηγήσει στο μικρό δωμάτιο. Έπεσε σαν τούβλο στο κρεβάτι και κοιμήθηκε αμέσως. Παλιά μου τέχνη κόσκινο. «Άφησέ τον» είπε ο Ντίμης στη γυναίκα του «είναι εξουθενωμένος ψυχικά και σωματικά. Βάλε να φτιάξεις κανένα καλό φαγητό και όταν με το καλό ξυπνήσει, φέρτο  μας μέσα. Θα έχουμε πολύ δουλειά.  Α, να σου πω, φτιάξε και κανά γερό μεζέ. Μέχρι τότε μη σε νοιάζει το μαγαζί, θα το αναλάβω εγώ. Μετά όμως ματάρες μου, εσύ θα κάνεις κουμάντο ...»


Συνεχίζεται...  ( Τελειώνει στο επόμενο).


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 10o

                                                                                                      

                                                                      ΣΤΗΝ ΚΥΨΕΛΗ

 

Αξημέρωτα ακόμη ο Ζαχαρίας έκλεινε πίσω του με προσοχή την εξώπορτα της πολυκατοικίας της οδού Αχαΐας. Βγήκε στο δρόμο και άναψε τσιγάρο πλημμυρισμένος με ανάμεικτα συναισθήματα. Πληρότητας αλλά και αγωνίας. Πληρότητας, για όσα έζησε στο μικρό δωματιάκι που φιλοξενούσε την Κλαίρη.  Δύο τουλάχιστον φορές ένιωσε να αδειάζουν οι μπαταρίες του και να ξαναγεμίζουν από τη δυναμική δροσιά της κοπέλας. Την τελευταία φορά, ήταν τόση η ένταση, τέτοια η απόλαυση, ώστε νόμισε για μια στιγμή ότι η ψυχή του είχε βγει από το σώμα του και από ψηλά, παρακολουθούσε τα δυο γυμνά σώματα να χορεύουν έναν ερωτικό χορό, κάτι ανάμεσα μεταξύ ζωής και θανάτου. Μπλεγμένα μεταξύ τους, σε ένα αδιάκοπο ταγκό ανταλλαγής χυμών, ρουφούσε το ένα τις επιθυμίες του άλλου, λες και το καθένα θα επιζούσε μονάχα σε βάρος του άλλου ...

Μονάχα όταν ακούστηκε ένας διπλός αλαλαγμός «νίκης», και επιβεβαίωσης από το στόμα των δύο «χορευτών», ο Ζαχαρίας ένιωσε και πάλι την ιπτάμενη ψυχή του να γυρίζει στη θέση όπου κανονικά έπρεπε να βρίσκεται.

Μόνο τότε μπόρεσε να διακρίνει το χαμόγελο στο γλυκό προσωπάκι της Κλαίρης. Αδύναμα, κατόρθωσε να χαμογελάσει και ο ίδιος. Λίγο έλειψε ...

Από τον δρόμο έριξε μια τελευταία ματιά προς το μπαλκόνι της κοπέλας. Ήταν εκεί. Γυμνή ακόμη! Χαμογέλασε. Φυσικά, παιδούλα, τι να ντραπεί; Γράφει όλο τον κόσμο ... Και η αγωνία; Μα το σπίτι. Η Μπία! Τι θα έλεγε; Ναι, οι φίλοι ... Αλλά η Μπία δεν ήταν χαζή.

Μπήκε στο σπίτι του όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Δεν ήταν πια οι μέρες της απόλυτης φτώχιας που κανένας δεν του έδινε σημασία. Πραγματικά, το μαγαζί του ήταν καμένο, αλλά κρατιόταν. Κοιμήθηκε με τα ρούχα στον καναπέ στο σαλόνι. Όχι δεν θα ενοχλούσε βραδιάτικα τη γυναίκα του.

Βρήκε τον καφέ έτοιμο, μαζί δίπλα και δυο κομμάτια κέικ. Φρυγανιές, μαρμελάδα, βούτυρο και δυο βραστά αυγά. Η Μπία όμως έλειπε ... Ένα σημείωμα ανήγγειλε «σε λυπήθηκα όπως κοιμόσουν και δεν σε ξύπνησα. Φάε καλά. Αν πρόκειται να αργήσεις ξανά, απλά τηλεφώνησε να μην ανησυχώ. Με Αγάπη Μπία»

Ο Ζαχαρίας έτριψε τα μάτια του και ξαναδιάβασε το σημείωμα. Τέτοια καλοτυχία πια; Ούτε ανάκριση, ούτε στραβομουτσούνιασμα ... Ούτε μια ελάχιστη υπόνοια, έτσι για τα μάτια του κόσμου; Βρε αδερφέ αυτό ίσως καταντούσε ενοχλητικό. Αν επρόκειτο για καμιά χαζή εντάξει. Αποδεκτό ... Αλλά από τη Μπία;

Ο Ζάχος από τη μια ικανοποιήθηκε, δεν είχε όρεξη πρωί, πρωί για φασαρία, αλλά από την άλλη ... Αυτή η άλλη πλευρά συσκότιζε πολύ τα πράγματα. Του χάλαγε τη διάθεση. Ας πούμε σου αρέσει να κλέβεις. Πολύ καλά. Κλέβεις. Μετά μαθαίνεις ότι σε άφησαν να κλέψεις! Χάνεται η γλύκα της πράξης! Μένει η πράξη μονάχη ως κακοήθης. Και το ερώτημα. Γιατί  σε άφησαν να κλέψεις ...

Εδώ ή το παίρνεις απόφαση ότι έχεις γίνει πλέον επιρρεπής στην κλοπή και την απολαμβάνεις όπως και αν προκύψει ή την παρατάς μια και καλή;

«Ας φάω πρώτα» αποφάσισε  ο Ζαχαρίας καταλαβαίνοντας ότι με άδειο στομάχι δεν μπορούσε να πάρει καμία σοβαρή απόφαση.

Τελείωσε και σκέφτηκε ότι ένα μπάνιο ήταν ότι έπρεπε. Θα χαλάρωνε σώμα και μυαλό. Βγήκε από το λουτρό όντως ανανεωμένος, άλλος άνθρωπος.

Διάλεξε ρούχα, χαμογελώντας τα συνδύασε, από καιρό του άρεσε πια να ντύνεται σαν άνθρωπος και όχι σαν επαίτης, και ξεκίνησε να μεταφέρει από το άπλυτο παντελόνι τα απαραίτητα στο καθαρό. Λεφτά, τα κλειδιά του σπιτιού, ένα λογαριασμό ΔΕΗ, και τι είναι αυτό; Ένα σκισμένο χαρτάκι, κόντευε να διαλυθεί,  με ένα τηλέφωνο επάνω. «Τι διάολο είναι αυτό στη τσέπη μου» αναρωτήθηκε. Το κοίταξε κάμποσο και δεν μπορούσε να θυμηθεί.

Όλα όσα συνέβησαν την προηγούμενη μέρα έγιναν στη πραγματικότητα με τόση ταχύτητα, που πολλά από αυτά δεν μπόρεσε να τα συγκρατήσει ο εγκέφαλός του. Δεν κατόρθωσε να τα βάλει σε ορθή τάξη. Πρώτη του κίνηση ήταν να το σκίσει και να το πετάξει λέγοντας «μπελάδες». Όμως σαν κάτι μέσα του να τον συγκράτησε. «Δεν χάνω τίποτα αν καλέσω τον αριθμό». Αυτή η δεύτερη σκέψη, τον έστειλε στο τηλέφωνο. Άναψε τσιγάρο, και κάλεσε. Μία, δύο, τρεις κλήσεις, την ώρα που σχεδόν είχε αποφασίσει να κατεβάσει το ακουστικό, μια γυναικεία φωνή απάντησε «παρακαλώ;» .

Δίστασε, τι να πει; Ότι δεν ήξερε ποιον καλεί; Πώς να το πει άλλωστε; «Ποια είσαι εσύ;» ωραίο κι αυτό! Δεν ήξερε σε ποια τηλεφωνούσε!; Δεν ήξερε ποιος ήταν  ο κάτοχος του αριθμού που κάλεσε; Γελοίο!

Αποφάσισε με τα χίλια ζόρια να πει πιο ευγενικά τώρα «με ποια έχω τη τιμή να ομιλώ;» για να λάβει την σχεδόν απότομη απάντηση «αν δεν ξέρεις που πήρες περιμένεις να σου πω εγώ ποια είμαι;»

«Πραγματικά δεν γνωρίζω σε ποια τηλεφωνώ, απλά βρέθηκε ένα χαρτάκι με ένα τηλέφωνο στη τσέπη μου, και όταν τηλεφώνησα βγήκατε εσείς». Σε τούτη την ανακοίνωση για την εύρεση του χαρτιού επεκράτησε μια μικρή, αβέβαιη σιωπή από την άλλη πλευρά του σήματος. Στη συνέχεια ακούστηκε περισσότερο ήπια η φωνή της γυναίκας « εσείς ως άντρας, δεν θα ήταν προτιμότερο, να μου πείτε το όνομά σας, μήπως βγάλουμε άκρη;» «Ευχαρίστως» απάντησε ο Ζάχος χωρίς δισταγμό «κανένα πρόβλημα, με λένε Ζαχαρία»

Ξαφνικά η γυναικεία φωνή ακούστηκε απόλυτα ενθουσιώδης, ναζιάρικια και οικεία «έλα βρε Ζαχαρία μου, η Κατερίνα είμαι! Τόσο γρήγορα με ξέχασες; Πες μου ότι δεν θυμάσαι ότι εγώ σου έδωσα το χαρτάκι με το τηλέφωνό μου για να βρεθούμε! Με πλήγωσες τώρα!»

Να άνοιγε η γη να τον καταπιεί τον Ζαχαρία. Προσπάθησε να μπαλώσει τα πράγματα. «Όχι κούκλα μου, γεμάτη χαρτάκια είναι η τσέπη μου με διάφορα τηλέφωνα. Απλά αυτό ξεχώριζε επειδή είχε σκιστεί αρκετά. Το θεώρησα παλιό. Ποτέ δεν θα πίστευα ότι σε τόσο λίγες μέρες, ένα χαρτί μπορεί να πάθει τόση ζημιά. Που να καταλάβω ότι ήταν το δικό σου;».

Έριξε λίγο βάλσαμο στη πληγή που πήγε να ανοίξει ο καπελάς και χωρίς να περάσει πολύ ώρα η κοπέλα του έδωσε τη διεύθυνση κατοικίας της, Μεγίστης.. «Τι ώρα;» ρώτησε ο μαγαζάτορας.  «Ότι ώρα σου κάνει κέφι, όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο. Να έχουμε τη μέρα μπροστά μας χωρίς πίεση». «Έρχομαι!» δήλωσε ο Ζαχαρίας, και η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν να ήταν μαθητούδι στο πρώτο πραγματικό του ραντεβού.

Ντύθηκε, καλλωπίστηκε, φώναξε ταξί και ξεκίνησε για την Κυψέλη. Στον δρόμο χτύπησε το κινητό. Ήταν η Κλαίρη.

Του έλεγε ότι μέχρι το απόγευμα που θα πήγαινε στην εργασία της είχε αρκετό χρόνο, πόσο της έχει λείψει, έτσι είναι οι νέοι έρωτες, και αν ένιωθε και αυτός το ίδιο, γιατί δεν πεταγόταν να ...τσιμπήσουν κάτι μαζί, να δουν λίγη τηλεόραση όπου ήθελε. Από τον καναπέ, ήταν ευρύχωρος, ή ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Περισσότερο σαφή υπονοούμενα των διαθέσεων της νεαρής, δεν μπορούσαν να υπάρξουν.

Ο Ζάχος  και μόνο φέρνοντας κάποιες από τις εικόνες που περιέγραφε  η μικρή στο μυαλό του, ένιωθε να ζωντανεύει τοπικά.  Έδινε μεγάλη μάχη με τον εαυτό του ώστε να μη διατάξει τον ταξιτζή «που είπα ότι πάμε; Κυψέλη; Στοπ, πάμε για την οδό Αχαΐας στα Πετράλωνα!» Οι δικαιολογίες που σκαρφιζόταν τον κάνανε, να ακούγεται σαν ηλίθιος. Τελικά είπε. «Γλυκιά μου, είμαι με τη γυναίκα μου. Πάμε βόλτα, τι να κάνω; Τώρα που μπορώ και στα λέω κατέβηκε για τσιγάρα. Μη με πιέζεις. Φιλάκια!» Ο Ταξιτζής χαμογέλασε διακριτικά και συγκαταβατικά όταν απευθυνόμενος σε αυτόν, ακούστηκε  ο Ζάχος να λέει «γυναίκες, όλο ζητάνε!» ...

Στην οδό Μεγίστης έμεινε λίγο αβέβαιος να παρατηρεί τη στενόχωρη πολυκατοικία. Στο ψιλικατζίδικο  της γωνίας, μια ασιάτισσα φερόταν ως ιδιοκτήτρια, αναζήτησε ένα οικογενειακό παγωτό. Πρώτη φορά πήγαινε επίσκεψη στο σπίτι της κοπέλας που έπαιξε τόσο καταλυτικό ρόλο στη ζωή του, και θα πήγαινε με άδεια χέρια; Ποτέ, αυτό δεν θα το επέτρεπε  στον εαυτό του. Κάτι, έστω και ένα λουλούδι. Μάλιστα αν αυτό το κάτι τρωγόταν ευχάριστα, ακόμη καλύτερα.

Χτύπησε το κουδούνι αποφασιστικά. Δυσκολεύτηκε να το βρει. Αν δεν τον είχε καθοδηγήσει από το τηλέφωνο που ακριβώς ήταν το διαμέρισμα, από το κουδούνι δύσκολα θα έβγαζε άκρη. Πουθενά  το όνομα Κατερίνα. Ένα μεγάλο κουδούνι, με κόκκινο πλαίσιο στο εσωτερικό του και ένα όνομα να λαμπυρίζει ΚΑΝΤΥ. Ολόγυρα καρδούλες κάθε χρώματος, που έκαναν δυσδιάκριτο  το όνομα. Περισσότερο γνώριζε ο επισκέπτης που πήγαινε, παρά έβρισκε το διαμέρισμα από το κουδούνι.

Σήκωσε τους ώμους ο Ζαχαρίας. Χτύπησε διακριτικά, και ένα απαλό κουδούνισμα ακούστηκε. Καμία απάντηση από το εσωτερικό. Προσπάθησε ξανά, ενώ  φώναξε μισογελώντας «έλα άνοιξε,  θα λιώσει το παγωτό» ... Η Κατερίνα  διστακτικά στην αρχή,  άφησε να φανεί μια χαραγματιά στη πόρτα, αλλά στη συνέχεια την τέντωσε διάπλατα. Η  κοκκινομάλλα θεά, άρπαξε με δύναμη από το χέρι τον Ζάχο, και σχεδόν με τη βία τον τράβηξε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Έκλεισε τη πόρτα στα μούτρα, όποιου ματάκια, είχε προλάβει να πάρει χαμπάρι κάτι από τη σκηνή. «Αν ο καθένας κοιτούσε τη δουλειά του, θα ζούσαμε σε καλύτερο κόσμο» είπε στον Ζαχαρία, την ώρα που με μια απαλή και διάφανη ροζ ρόμπα, προσπαθούσε να καλύψει όσο το δυνατόν περισσότερα, από την ομολογουμένως αποκαλυπτική της εμφάνιση.  Μάταια όμως. Όσο προσπαθούσε να καλύψει κάτι από τα γυμνά σημεία του καλοσχηματισμένου της κορμιού, τόσο πιο προκλητική γινόταν η παρουσία της.

Ο Ζαχαρίας αφέθηκε αμήχανα να συρθεί μέχρι το μικρό σαλονάκι. Έμεινε με κομμένη την ανάσα να κοιτάζει  τη γυναίκα να στροβιλίζεται μέσα στο σαλόνι, ανακυκλώνοντας τη θερμοκρασία του. Από κάθε σημείο που περνούσε λες και εκείνο θερμαινόταν, ενώ όταν απομακρυνόταν, ξαναγύριζε, όπως λένε και οι μετεωρολόγοι, στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα.

«Δεν θα καθίσεις;» πρότεινε η Κατερίνα και του έδειξε το μεγάλο καναπέ. Με ένα αναστεναγμό, σαν να περίμενε ώρες ολόκληρες αυτή τη πρόταση, ο καπελάς ξεκίνησε προς το κάθισμα λέγοντας συγχρόνως «ναι, όμως κάτσε και εσύ! Με τρέλανες έτσι όπως γυρίζεις! Δεν ζαλίζεσαι;»

Ο καναπές τον δέχτηκε αναπαυτικά στην αγκαλιά του.

Η Κατερίνα χαμογελώντας πήρε το παγωτό και πρότεινε ουίσκυ. Έγινε αποδεκτή η πρόταση με ενθουσιασμό. Καλό το παγωτό, αλλά στη  μεταξύ τους  επικοινωνία δεν φαινόταν  να  έχει πολύ μέλλον.

Ο  άνδρας, είχε αρχίσει ήδη να στέλνει μικρές αναποφάσιστες ανάσες ζωής έως ότου αποφάσισε η κοπέλα να καθίσει δίπλα του. Έπεσε ξαφνικά σιωπή. Έσκυψαν μαζί στο τραπέζι να πάρουν τσιγάρο. Αυτή η βλαβερή συνήθεια, με τον τρόπο που έγινε λειτούργησε αγχολυτικά.  Γέλασαν. Η Κατερίνα, δίπλωσε τα πόδια πάνω στον καναπέ, αφήνοντας επίτηδες παράθυρα διόδου, στην ανοικτή της ρόμπα.

Ο Ζαχαρίας, αν και επιθυμούσε να τηρήσει τα προσχήματα, προσπαθούσε ταυτόχρονα να μη καρφώνεται συνεχώς στην επιτηδευμένη πρόκληση. Όχι και να τον περάσει  για λιγούρη. Δεν μπορούσε όμως να συγκρατήσει κάποιες κλεφτές ματιές, που αναπαύονταν πότε, πότε, αδέξια στο αγαλμάτινο σώμα της κοκκινομάλλας.

Έσπασε πρώτος την αμήχανη σιγή «πάνω από ένα χρόνο σε αναζητώ. Εκείνη τη βραδιά με κομμάτιασες, με κατασπάραξες. Έγινα εντελώς άλλος άνθρωπος. Το ανθρωπάκι που βρήκες φοβισμένο να κρύβεται σχεδόν στο πάγκο του, ένα αποσαθρωμένο πάγκο μόλις εμφανίσθηκες, σήμερα πια δεν υπάρχει. Σε βλέπω στα όνειρά μου. Πότε για καλό, πότε να φέρνεις τη καταστροφή. Ένας αληθινός Δαίμονας!»

Η Κατερίνα χαμογέλασε και το χαμόγελό της είχε μια απέραντη γλυκύτητα. Σηκώθηκε στα γόνατα και πλησίασε  τον άνδρα. Ήθελε να νιώσει όσο γινόταν πιο κοντά της, εκείνον που με τόσο απλά και άμεσα λόγια της άνοιγε τη καρδιά του. «Πες μου κι άλλα» του ψιθύρισε, ξαπλώνοντας το κεφάλι της στο στήθος του.

 

Αναστέναξε ο Ζαχαρίας από πόνο και πάθος. Ένα πάθος ιδιαίτερο. Εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθε  σεξουαλικό πόθο για εκείνη τη κοπέλα. Φυσικά και την ήθελε αλλά οι ορμές του είχαν τιθασευτεί από μια αγάπη πολύ βαθύτερη, πολύ μεγαλύτερη. Ένιωθε μια τεράστια ανάγκη να μιλήσει. Να   εκφράσει συναισθήματα καταπνιγμένα για πολύ καιρό. Αλλά και να μάθει, θέτοντας τα σωστά ερωτήματα ... Της χάιδεψε το κεφάλι και συνέχισε από εκεί που είχε σταματήσει «Να μην έχεις καμία αμφιβολία για τα αισθήματα που γέννησε η παρουσία σου σε μένα. Σαν θύελλα με κατακερμάτισε, με σκόρπισε στους δέκα ανέμους. Και άντε να μαζέψω τα ερείπια, άντε να ορθώσω ξανά ανάστημα. Ανάστημα είπα; Τι ανάστημα; Αυτό που είχα και πριν; Το φοβισμένο, το δουλοπρεπές; Α, όχι ... Χίλιες φορές στην αγκαλιά του Σατανά και ας πέθαινα κάθε μέρα και από λίγο! Έλα όμως που για να χορέψω με το διάολο έπρεπε να τον ξανάβρω. Όσο λοιπόν και αν σε έψαχνα, να σε βρω δεν μπορούσα ... Γιατί μέσα σε όλα έπρεπε να σε ρωτήσω. Γιατί εμένα;! Πώς έτσι ξαφνικά; Τι σε οδήγησε στο μαγαζί μου; Και εντέλει αφού συνέβησαν όλα αυτά μεταξύ μας, γιατί εξαφανίστηκες; Μα να μη φανερωθείς ούτε μια φορά;»

 

Ο Ζαχαρίας σταμάτησε απότομα όπως ξεκίνησε, λες και του κόπηκε η αναπνοή. Δεν φαινόταν να έχει άλλα να πει. Ξάπλωσε αποκαμωμένος, στο μπράτσο του καναπέ. Η Κατερίνα ανησύχησε από τα παγωμένα του χέρια.  Γρήγορα  όμως  κατάλαβε την αλήθεια. Ήταν η φλόγα, που τόσο καιρό έκαιγε τον άνδρα, και που αυτός με μιας, την είχε απελευθερώσει από μέσα του . Αυτό το ξαφνικό άδειασμα ήταν που τον πάγωσε.  Ίσως όμως,  να ήταν η αγωνία της απάντησης που τον είχε παγώσει. Ποιος ξέρει; Του έφερε στα χείλη το ποτό, και βάλθηκε να τον περιποιείται, όπως μονάχα μια γυναίκα γνωρίζει να το κάνει. Ο αποκαμωμένος άνδρας δεν αντιστάθηκε. Έχοντας πει όσα ήθελε, έκρινε ότι για τις απαντήσεις μπορούσε να περιμένει. Αν μη τι άλλο, μπορούσε να περάσει λίγη ώρα ευχάριστη, χωρίς να βιαστεί να εισπράξει δυσάρεστες εκπλήξεις. Όσο για τα ευχάριστα, αυτά ήσαν καλοδεχούμενα όλες τις ώρες της ημέρας.

 

Μια ώρα κύλισε ευχάριστα. Η Κατερίνα είχε ξαναθυμίσει, μέρα μεσημέρι στον μεσήλικα άνδρα, ότι δεν είναι ανάγκη να είναι βράδυ, απόλυτο σκοτάδι, για να δράσει ένας θηλυκός δαίμονας. Εκείνος, σχεδόν από όλα όσα είχε προηγουμένως πει, θυμόταν μόνο τους όρκους έρωτα και αφοσίωσης, αλλά μάλλον είχε ξεχάσει κάθε ερώτημα που αφορούσε σε εκείνο το μυστήριο βράδυ.  Όμως δεν τα είχε ξεχάσει η κοκκινομάλλα κοπέλα.  Με το έρωτά της, του έδινε το μήνυμα ότι ούτε εκείνη άφησε αδιάφορη η βραδιά που έζησαν στο μικρό καπελάδικο. Ξύπνησαν στη κοπέλα συναισθήματα πρωτόγνωρα, τα οποία είχε καταπνίξει προσωρινά, στη θολούρα της ζωής που ήταν αναγκασμένη να ζει.

Γιατί όμως και πώς βρέθηκε στο μαγαζί του Ζαχαρία η Κατερίνα; Γιατί βρέθηκε να κάνουν έρωτα; Τα ερωτήματα επανήλθαν μοιραία. Η Κατερίνα απομακρύνθηκε λίγο από τον άνδρα. Στάθηκε απέναντί του, στην ίδια θέση που βρισκόταν πριν ενωθούν τα κορμιά τους. Πήρε στάση κάθε άλλο παρά αμυντική, και άρχισε να διηγείται.

«Γνωρίζεις κάποιον Τάσο;» άφησε την ερώτηση να φύγει ανέμελα μέσα από τα χείλη της.   «Τάσο;» αναρωτήθηκε ο Ζάχος «Μόνο ένα καφετζή ξέρω στο Μοναστηράκι. Τι μ αυτόν;» Κούνησε το κεφάλι η Κατερίνα και είπε «Κράτησέ το όνομα στο μυαλό σου»

«Λοιπόν καλέ μου Ζάχο, δεν είμαι αυτή που πιθανόν νομίζεις.» ο Ζάχος διέκοψε λέγοντας σχεδόν επιθετικά «να με συγχωρεί η χάρη σου αλλά δεν νομίζω τίποτα! Δεν μου άφησες τα περιθώρια να νομίζω το ελάχιστο ... Απλά γνωρίζω ότι στο σεξ είσαι ... Και ακόμη ότι είσαι πανέμορφη, τίποτα άλλο» «καλά, καλά όπως επιθυμείς» αντιπαρήλθε  τη παρατήρηση η Κατερίνα. «Τρόπος του λέγειν βρε Ζαχαρία μου, πώς αλλιώς να το αρχίσω; Τέλος πάντων. Εδώ και δύο χρόνια κάνω τη πιο επιπόλαια ζωή που μπορεί να δεχτεί πατέρας για τη κόρη του. Φυσικά βγάζω καλά χρήματα αλλά πώς τα βγάζω. Ασκώ το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου. Κυρίως με μεγάλους στην ηλικία»

Ο Ζαχαρίας είχε αρχίσει να μαζεύεται στον καναπέ του, και όσο αυτός έφριττε και μαζευόταν, τόσο η Κατερίνα ανέπτυσσε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο της εργασίας της.

«Έχω μπλέξει και με ένα κωλόπαιδο ,  φυλακόβιο, χρήστη ναρκωτικών, όχι μη φοβάσαι εγώ ούτε που τα αγγίζω, μόνο κανένα μαύρο έτσι για να φτιάχνω κεφάλι, να μη σιχαίνομαι αυτούς με τους οποίους πηγαίνω. Αυτή είμαι, για να το ξεκαθαρίζουμε ... Αν είμαι καθαρή; Όσο το κρυστάλλινο νερό!» «Καλά όλα αυτά,» είπε ο Ζάχος, «αλλά ο Τάσος που χωρά σε όλα τούτα;»

«Χα, ο Τάσος και το κεφάλι μου ήταν η αιτία. Ήλθε στη Ζάκυνθο για διακοπές. Εκεί τον γνώρισα. Μου έκανε τα γλυκά μάτια. Είναι τύπος με πειθώ, αλλά ενώ αυτός ήθελε να περάσει το Καλοκαίρι του, εγώ τσιμπήθηκα μαζί του. Όταν έφυγε για Αθήνα, απαίτησα να φύγω για Αθήνα. Να βρω την αγάπη μου. Ενήλικη ήμουν να μου το αρνηθούν δεν μπορούσαν. Μια και δυο στον Τάσο. Να ήξερες μονάχα, με τι τρόπο μου φέρθηκε ... Λες και ήμουν το τελευταίο τσουλάκι!  Φεύγοντας κλαμένη, πρόσεξα το μαγαζί σου και κατάλαβα ότι ήταν το δικό σου.   Μου είχε μιλήσει πολλές φορές για σένα. Έλεγε, τι ωραία θα ήταν να σε είχε μαζί στις διακοπές του. Μου διηγήθηκε και μια ιστορία με ένα καπέλο, που έκανα ότι την πιστεύω. Θεέ μου! Ενώ ήταν τόσο αληθινή, τότε δεν πίστεψα λέξη ... Τι να πω όμως; Κρεμόμουν από τα χείλη του. Δεχόμουν ότι και αν έλεγε. Τα φύλαγα σαν ιερό φυλαχτό. Και αυτός ο αχρείος να μου συμπεριφερθεί έτσι. Αποφάσισα λοιπόν να τον εκδικηθώ, να τον κάνω να ζηλέψει, με τον τόσο καλό του φίλο. Άδικα όπως αποδείχτηκε, αλλά τότε εγώ  αυτό πίστευα ότι θα κατόρθωνα κάνοντας έρωτα  με σένα! Τρύπωσα μέσα στο μαγαζί, κάποια στιγμή που είχες πολύ πελατεία.

Έτσι συνέβησαν τα πάντα μεταξύ μας. Όση ώρα είμαστε μαζί, δεν είπα κουβέντα μη τυχόν και με πιάσουν τα κλάματα. Σαν τσουλί με αντιμετώπισε; Σαν τσούλα θα συμπεριφερόμουνα! Δεν πίστευα τότε ότι άνοιγα τη πόρτα  για ένα δρόμο που είναι σχεδόν χωρίς επιστροφή.»

 

Ο Ζάχος αναστέναξε βαθιά. Με μια αποφασιστική κίνηση τράβηξε σχεδόν με μανία τη ρόμπα της κοπέλας, που κειτόταν πεσμένη στο πάτωμα, και την σκέπασε με τρυφερότητα. Είχε τόση αντίφαση ο οργισμένος τρόπος, ο θυμός που μάγκωσε το ρούχο και το έσυρε με όλη του τη δύναμη, με την απαλότητα που έγειρε πάνω της και τη σκέπασε .... Έβλεπε σε αυτό το ατίθασο πλάσμα, σε κάθε του σημείο, απ όπου και αν την κοίταγε, να υπάρχει σαν τυπωμένη από πολύ καιρό η ένδειξη «εύθραυστο!». Φοβήθηκε μη την θρυμματίσει. Όχι το κορμί της. Τη ψυχή της.

Η Κατερίνα γέλασε προσποιητά. Τον προκάλεσε ακόμη περισσότερο προσποιητά. Δάκρυσε στη συνέχεια εντελώς αληθινά. Οι λυγμοί που ακολούθησαν, ω αυτοί οι λυγμοί ...

Ένα παιδί που λίγο πάνω από τα είκοσι του χρόνια έχει ζήσει όσα δεν έχουν ζήσει  άλλοι μετά από δεκαετίες, προσπαθούσε να απολυτρωθεί στην κολυμβήθρα των δακρύων.

Και ο Ζάχος; Αυτός που δυο φορές με αυτό το νεαρό κορίτσι είχε βρεθεί ερωτικά; Πλέον καταριόταν τον εαυτό του. Καταριόταν την ώρα και τη στιγμή. «Με τη κόρη σου ρε όρνιο; Με το παιδί σου παλιάνθρωπε;» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του και δεν έβρισκε που να χωρέσει τη ντροπή του.

Ξαφνικά στο μυαλό του καρφώθηκε το άλλο του αμάρτημα. Η Κλαίρη! Ω, μα τελικά είναι αλήθεια. Η Κόλαση τον είχε καταλάβει για τα καλά. Ο Ζάχος είχε γίνει ένας ακόμη από τους μυριάδες δαιμονισμένους που αποδέχονται  την εκμετάλλευση του ανθρώπου προς άνθρωπο, και λογαριασμό δεν δίνουν. Ένας εγωιστής, ανάμεσα  στους πολλούς άλλους, ένας κηφήνας του έρωτα, αφού περιμένει να τον επιλέξουν και δεν ρισκάρει μια επιλογή με κίνδυνο την απόρριψη.

Όπως αρχικά το είπε. Ένας παλιάνθρωπος, ένα δειλός παλιάνθρωπος ...

 

Πέρασε το χέρι διστακτικά πάνω από τους ώμους της Κατερίνας. Την άφησε να ξεσπάσει, φρόντισε όμως να είναι οικείο το άγγιγμά του. Υποστηρικτικό. Ήξερε, έμπειρος πια, πόση ανάγκη θα είχε η μικρή να ξεδώσει, να επανέλθει σε διαφορετικούς ρυθμούς, παρέα με έναν δικό της άνθρωπο, όταν αποτελείωνε το λυτρωτικό κλάμα. Όταν πια στέρευαν τα δάκρυα.

Ο Ζάχος, παρά την άρρωστη επιθυμία που του δημιουργούσε η πρόσκαιρη αδυναμία της κοπέλας, η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε να κρατηθεί μακριά της. Αλλά η Κόλαση είναι πάντα πιο δυνατή. Όταν μάλιστα παρουσιάζεται με την ψευδεπίγραφη μορφή του έρωτα, ενός έρωτα που εκπέμπουν δυο κατακόκκινα χείλη και δυο πανέμορφα μάτια. Τελικά υπέκυψε για ακόμη μια φορά. Ένας τρικυμιώδης Παράδεισος, γεμάτος φώτα, λάμψεις, χρώματα, θεσπέσιες μυρουδιές απογείωσαν τον άνδρα, και μαζί του γαλήνεψαν οριστικά τη νέα γυναίκα.

Αποφασίσθηκε μια κι όξω. Οι τύψεις ενός άνδρα, κάθε είδους τύψεις, κρατάνε όσο διαρκεί το κλάμα της γυναίκας που συνοδεύει.

Μετά αρχίζει μια εντελώς καινούργια μέρα γι αυτόν. Είτε μαζί της, είτε χωρίς αυτήν ... Και η γυναίκα; Είναι παντοτινό έρμαιο των διαθέσεων του αρσενικού; Φυσικά όχι!...

Μονάχα όσο αυτός την καλύπτει συναισθηματικά και της επουλώνει τις πηγές ανασφάλειας.

Για την Κατερίνα  πηγή ανασφάλειας ήταν ο ίδιος της ο εαυτός. Μόνιμη πληγή είχε καταντήσει πια. Και ο Μήτσος; Αυτός ήταν απλά ο άνθρωπος, που έξυνε συνεχώς  τη πληγή, κάνοντάς τη διαρκώς να πυορροεί .        

 

  Όλα τούτα για τον άνδρα ήταν κατανοητά. Καταλάβαινε επίσης, ότι η παρέα του της έκανε καλό. Την έκανε να  νιώθει άλλος άνθρωπος. Έβγαζε από μέσα της μαζί του, το αθώο κορίτσι της Ζακύνθου, όπως το περιέγραφε στις διηγήσεις της. Αλλά ότι την κατανοούσε και την ένιωθε έφθανε; Την αγαπούσε τόσο, ώστε να ζήσουν μαζί  την Ανάσταση της;  Φρίκαρε και μόνο στη θύμιση του περίεργου κουδουνιού της εξώπορτας. Ο Ζάχος μαζί για πάντα με την Κάντυ; Όχι! Ο Ζάχος δεν μπορούσε να αναλάβει τέτοια ευθύνη! Σκέφτηκε πως μπορεί στην αρχή να φαίνονταν όλα ιδανικά. Ότι η μάχη κερδίζεται. Όταν  όμως διάφοροι, ελέω Μήτσου, άντρες  της ηλικίας του αλλά ίσως και μεγαλύτερης  ηλικίας, λες και έχουν σημασία τα χρόνια που κουβαλά ο ... «πελάτης», θα ήθελαν να γευτούν επί πληρωμή τα νιάτα της, τότε τι θα γινόταν; Πώς θα έπρεπε να συμπεριφερθεί; «Ζαχαρία μου, ο πόλεμος αυτός είναι χαμένος από χέρι», ομολόγησε στον εαυτό του. Αυτή η τελευταία  σκέψη , τον έκανε να τιναχτεί από το κάθισμά που καθόταν, αφήνοντας να πέσει με θόρυβο στο πάτωμα το ποτήρι του.

 

«Φεύγω!»  Σχεδόν ούρλιαξε στα μούτρα της μικρής. Δεν δικαιολόγησε καν τη ξαφνική του απόφαση. Εκείνη τον άφησε. Δεν μπόρεσε να καταλάβει από πού πήγαζε το ξαφνικό του ξέσπασμα. Δυστυχώς γι αυτή όμως, είχε μάθει από πολύ νωρίς και μάλιστα πολύ καλά, να χειρίζεται τέτοιες καταστάσεις. «Άστον να ηρεμήσει» σκέφτηκε. Στη πόρτα μόνο τον ρώτησε «θα σε ξαναδώ;» Εκείνος δίστασε, αλλά απάντησε με μια σιγουριά, που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τον τρόπο που ετοιμάστηκε να αποχωρήσει. «Οπωσδήποτε!» δήλωσε, και έκλεισε με δύναμη πίσω του τη πόρτα.

 

                                                        

                                                 

                                                                   ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ                                                                


Ο Ζαχαρίας κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά. Το στομάχι του είχε σφιχτεί κόμπος, όχι όμως σαν τη μοιραία εκείνη βραδιά. Όχι σαν τη πρώτη φορά. Εκείνη η φορά, μέσα στο μαγαζάκι του, με την ίδια κοπέλα, ο κόμπος αυτός, ήταν το ίδιο σφιχτός, αλλά τόσο γλυκός. Σε σημείο να μη θέλει να τον αποχωριστεί ποτέ. Σήμερα όμως. Ένιωθε μια αβάσταχτη οργή, ένα πόνο, μια σιχασιά που τον έκανε να θέλει να ξεράσει τα σωθικά του. Αλήθεια γιατί να νιώθει έτσι; Τι ήταν αυτό που τον έκανε ένα ανθρώπινο ερείπιο; Ότι έμαθε πως πήγε με μια κοπέλα που μπορούσε να είναι κόρη του; Ωραία, αυτό είναι σιχαμένο αλλά δεν είναι η πρώτη φορά, και με τον κατήφορο που είχε πάρει, δεν φαινόταν να είναι η τελευταία του. Ορίστε, η Κλαίρη, είχε προστεθεί στις «ανίερες» κατακτήσεις του «και εδώ που τα λέμε, νιώθω μια χαρά» κάγχασε με κακία!

Μήπως επειδή εντελώς ξαφνικά αποκαλύφθηκε στα μάτια του, ότι ο έρωτας που επί ένα χρόνο αναζητούσε, είχε καταντήσει μια κοινή πόρνη; Όχι ... Όχι, και πάλι όχι! Τον πείραξε όπως πειράζει κάθε άντρα. Είναι φυσικό. Ο καθένας θέλει τη γυναίκα για λογαριασμό του. Κτήση του. Να την βρίσκει στο πλευρό άλλου άντρα είναι θέμα. Αλλά πόρνη; Πάει πολύ! Και όμως όχι. Δεν ήταν αυτό που τον αρρώσταινε. Εξάλλου μικρή ήταν παραστράτησε ... Υπάρχουν  τόσοι επιτήδειοι. Θα μπορούσε να της συγχωρήσει τα παραστρατήματά της. Τότε τι;

Φυσικά όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους αλλά δεν τον έφεραν αυτά σε ετούτη την απελπιστική κατάσταση. Αλλά τότε τι;  Κάτι άλλο τον ενοχλούσε. Σαν αποκάλυψη φούντωνε μέσα του. Μα ναι. Ήταν τότε, λίγο μετά το σμίξιμο της δεύτερης φοράς, όταν τα κορμιά τους αποκαμωμένα το ένα δίπλα στο άλλο, αποσπούσε το καθένα για λογαριασμό του τις τελευταίες σταγόνες ηδονής, εκείνη   σαν κάτι να του ψιθύρισε στο αυτί. Κάτι που δεν άκουσε καλά, που δεν εννόησε, αλλά που ενοχλητικά καρφώθηκε στο υποσυνείδητο του ... Παρ όλα αυτά είχε ρωτήσει «Τι είπες;» Η αναδιατύπωση της ερώτησης φάνηκε να τον ξαφνιάζει «Πόσο μεγάλη εμπιστοσύνη έχεις στον Τάσο;» Απάντησε και δεν ικανοποιήθηκε και ο ίδιος από την απάντηση που έδωσε. Αναρωτήθηκε γιατί, και απάντηση δεν μπορούσε να δώσει σε αυτό το ερώτημα.

 Μονάχα όταν βρέθηκε στο δροσερό απογευματινό αεράκι, οι σκόρπιες λέξεις άρχιζαν να βγάζουν νόημα. Σκόρπιες λέξεις ειπωμένες σε στιγμές απόλυτης έκστασης, όπου οι αισθήσεις λειτουργούν στο έπακρο αλλά είναι εντελώς ανεξέλεγκτες, και πάντως καθόλου δεν είναι σίγουρο ότι ανταποκρίνονται σε όλα εκείνα που κατασκευάστηκαν να εξυπηρετούν.

Ενώ ακόμη αυτός ήταν ζαλισμένος από τα χάδια της, η Κατερίνα του είχε ψιθυρίσει «πόση εμπιστοσύνη έχεις στη γυναίκα σου;» Τότε δεν έδωσε σημασία. Δεν κατάλαβε τίποτα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε κολλημένος σ αυτό το καυτό γυναικείο κορμί; Τα υπόλοιπα περί Τάσου, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια φτηνή δικαιολογία, έναν περισπασμό, στη προσπάθεια της να μην επαναλάβει τα λόγια που άφησε της ξεφύγουν προηγουμένως.

 

 

Η ώρα που το ζευγάρι οδηγήθηκε, ανάμεσα από πολλαπλούς κατακλυσμούς, σε ένα πολύχρωμο και εκστατικό ουράνιο τόξο, ήλθε και πέρασε. Ο ψίθυρος της, γιατί ψίθυρος ήταν, καταχωνιάστηκε  βαθειά στην αποθήκη της μνήμης του. Εκείνη τη στιγμή η ψυχή του ήταν ελεύθερη, για τις ευκολότερες και μεγαλύτερες διεισδύσεις σε αυτή.  Μετατράπηκε ο ψίθυρος στη φαντασία του εραστή, σε γλυκόλογο ερωτικό, σε προτροπή και κάλεσμα για μελλοντικό ξεφάντωμα . Τόσο σίγουρος ήταν. Όμως τώρα, μια ενδόμυχη ενόχληση, ένα καμπάκ από το υποσυνείδητο στο συνειδητό, είχε αρχίσει να του δημιουργεί προβλήματα. Τα πραγματικά λόγια της κοκκινομάλλας καλονής σαν φαντάσματα άρχισαν ένα, ένα να ξεπηδούν, και να καταλαμβάνουν στοιχειώνοντας το μυαλό του. Γιατί να του πει τέτοιο πράγμα; Α, μα αυτές οι γυναίκες είναι όλες τους ίδιες. Κολοβή η μια, κολοβές κατ ανάγκη όλες! Άει σιχτίρ ...

 

Τα ταξί περνούσαν δίπλα του άδεια. Μισοσταματούσαν  για να τα προσέξει, αλλά εκείνος το χαβά του. Είχε αλωνίσει σχεδόν τη μισή Κυψέλη με τα πόδια. Προσπερνώντας ένα μανάβικο δεν άντεξε στον πειρασμό να μη κλωτσήσει με μανία ένα άδειο καφάσι. Το έβαλε στα πόδια, τρέχοντας για λίγο σαν κανένα τσογλάνι. Ένα μπαρ του απηύθυνε πρόσκληση αφού από νωρίς ήταν ανοικτό. «Ένα διπλό ουίσκυ» παρήγγειλε.

Μια κοπέλα, ακούμπησε το ποτό και ένας τεράστιος τύπος, γνωστή η ταυτότης, του σφύριξε σαν φίδι ενώ πήγαινε να πάρει τη θέση του στη πόρτα  «με ησυχία κύριος, δεν θέλουμε φασαρίες». Ο Ζάχος έκανε να απαντήσει αλλά το μετάνιωσε. «Άντε και γαμήσου» σκέφτηκε, αλλά που να το πει φωναχτά στη ντουλάπα; Ολόγυρα, καμιά δεκαριά ξινισμένα μούτρα, άλλα έτοιμα για καυγά, άλλα σκέτα ναυάγια, γύρισαν το κεφάλι προς το μέρος  του. «Δεν γαμείς»  ψιθύρισε τελικά  και τράβηξε μια γενναία γουλιά από το ποτό του. Ζήτησε δεύτερο μονό αυτή τη φορά, πλήρωσε, για να δείξει ότι το πίνει και την κάνει. «Κανένα ξηροκάρπι παίζει; Έτσι για τη λιγούρα ...» Η κοπέλα, σιγά τη κοπέλα, παρηκμασμένη τριανταοχτάρα, του έφερε ένα γυάλινο με φιστίκια, αμφιβόλου υγιεινής. «Ναι ρε Ζάχο» σκέφτηκε, «αυτοί φταίνε ή εσύ που τα ζήτησες;» Αυτός εσωτερικός διάλογος τον έφτιαχνε. Του δημιουργούσε το συναίσθημα ότι τα πάντα ήταν λυμένα. Βάλε μαζί και τη μπόμπα που κατέβαζε για ουίσκυ. Όλα γυαλί ...

  Κρυφά, αφού τα ξεφλούδισε, σάλιωσε τα ακροδάχτυλα και προσπάθησε να καθαρίσει το κατά δύναμιν  τους καρπούς. Έβαλε μπροστά του καμιά δεκαριά καθαρισμένους και άρχισε να το γλεντάει. Καρπός και γουλιά. Άναψε τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια και οι πρώτες δύο λέξεις που πέρασαν από το μυαλό του ήταν « η Μπία αδύνατον! Τελεία και παύλα».

Τη σκέψη του διέκοψε ένα δυνατό καλωσόρισμα «Καλώς τα παιδιά! Που χάθηκες ρε Μητσάρα;» Ούτε που γύρισε ο Ζάχος. Σιγά μη τον ένοιαζε τι εστί Μήτσος ή Κίτσος. Ίδιο σίχαμα θα ήταν ο θαμώνας με τον πορτιέρη. Φαινόταν ξεκάθαρα, ότι γνωρίζονται από παλιά. Δείξε μου τον φίλο σου που λένε ...

«Αλήθεια είναι», ακούστηκε μια φωνή που έκρυβε μόνιμη την απειλή μέσα της, «αλλά το Κατερινάκι μου έκανε κολπάκια. Αλλά το ξέρεις, χωρίς τη Κατερίνα είμαι ...μισός άνθρωπος» και ξέσπασε σε γέλια, που ακούστηκαν πιο βρώμικα και χυδαία και από τα ίδια του τα λόγια.

Στο άκουσμα του ονόματος «Κατερίνα» τα ανακλαστικά του Ζάχου, χτύπησαν κόκκινο. Ελάχιστα έμεινε στο ερώτημα «λες;». Κατευθείαν πέρασε στο «πρέπει να το διαπιστώσεις» και γύρισε το κεφάλι.

 

Ήταν η Κατερίνα ... Η Κατερίνα του! Κοκκίνισε, φούντωσε. Τον είδε και εκείνη. Χλόμιασε, σχεδόν έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της.

«Τι έχεις;» τη ρώτησε ο Μήτσος, που κάτι τέτοια τα έπιανε στον αέρα.

«Σου είπα δεν είμαι ακόμη καλά, αλλά εσύ το χαβά σου» προσπάθησε να δικαιολογηθεί η κοπέλα. Ο Μήτσος, τη κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε φανερώνοντας δυο σειρές βρώμικα δόντια. Με μια αργή αλλά αποφασιστική κίνηση, άρπαξε τη κοπέλα από τους ώμους και βίαια την έσπρωξε να καθίσει σε σκαμπό δίπλα στη πόρτα. «Ήσυχη όσο μιλάω με τα παιδιά» διέταξε και είναι αμφίβολο αν οποιαδήποτε κοπέλα στον τρόπο που μίλησε μπορούσε να αντιγυρίσει το οτιδήποτε.

Ο Ζάχος δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Μάζεψε όλα του τα κουράγια. Γενναίο κανείς δεν μπορεί να τον αποκαλέσει, αλλά σίγουρα το ποτό τον έκανε θρασύ. «Ο μπάρμαν, αυτός πρέπει να είναι στο παιχνίδι» σκέφτηκε και έκανε τη σκέψη πράξη. Τον πλησίασε και η ταγκίλα από τον ξινισμένο ιδρώτα που έσταζε από πάνω του, τον έκανε να μορφάσει. Συγκρατήθηκε και δεν άφησε την αηδία να φανεί στο πρόσωπό του.

Ήταν ένας τύπος μέσα στη λίγδα. Φαλακρός, χωρίς τρίχα στο κεφάλι, και με μπράτσα τεράστια αλλά και ένα καλογυμνασμένο στέρνο, όπως τουλάχιστον διαγραφόταν, όσο ίδρωνε ακόμη περισσότερο, μέσα από το μακό μπλουζάκι. Έδειχνε σαν να μη τον ενδιαφέρει, πέρα από τη δουλειά του, τίποτα απ ότι συνέβαινε στο μαγαζί.  Όμως εντελώς διαφορετική ήταν η πραγματικότητα. Δεν του ξέφευγε η παραμικρή κίνηση. Το πλύσιμο των ποτηριών ή το σερβίρισμα ήταν γι αυτόν κάτι δευτερεύον. Η περισκοπική όμως παρατήρηση του χώρου του μαγαζιού, ήταν αέναη.

«Συγγνώμη, να σε ρωτήσω»  του λέει σκύβοντας κοντά του ο  Ζάχος. Στο ξερό του «λέγε», συνέχισε κομπιάζοντας. «Τα παιδιά που μόλις μπήκαν είναι ζευγάρι ή παίζει κάτι άλλο;». Ο μπάρμαν άφησε τη λερωμένη πετσέτα για τα ποτήρια στον πάγκο, και με μάτια στενεμένα από υποψία ρωτάει τον άνδρα, «γιατί θέλεις να μάθεις;». Χωρίς να κάνει ούτε βήμα πίσω από το αρχικό του σχέδιο  ο Ζάχος,  απάντησε «ωραία κοπέλα, αν παίζει κάτι άλλο, υπ όψιν δεν θέλω να προσβάλω κανέναν, δεν γουστάρω μπελάδες, λέω αν παίζει κάτι άλλο μήπως θα μπορούσα; Λέω αν, κατάλαβες ε; Όχι μπελάδες ...» Ότι δεν θέλει μπελάδες το τόνισε πολλές φορές ώστε να γίνει κατανοητό. Αν και γνώριζε ο ίδιος την ... εργασία της Κατερίνας, ποτέ δεν μπορούσε να ξέρει, πως σκεφτόντουσαν τη κάθε στιγμή,  εκείνα τα κακοκέφαλα και δύστροπα άτομα. Στην απόλυτη ατιμία τους, έθεταν περίεργους, θολούς και πάντα ύποπτους κώδικες τιμής, δικής τους έμπνευσης, που φυσικά εξυπηρετούσαν το αλισβερίσι τους και μόνο.

Ο μπάρμαν τον έκοψε από πάνω έως κάτω. «Ρευστό υπάρχει;» είπε κοφτά. Χαμογέλασε ο Ζάχος σχεδόν με ανακούφιση, «ορίστε» σκέφτηκε «ένας κώδικας τιμής που λέγαμε» αλλά απάντησε  «μα θα έκανα τέτοια συζήτηση αέρα πανιά;». «Να δω φως» επέμεινε ο μπάρμαν. Ο Ζάχος έβγαλε από το πορτοφόλι ένα μάτσο κατοστάρικα, κοντά στο χιλιάρικο. «Για αρχή καλά είναι;»» είπε ακουμπώντας τα στον πάγκο.«Το ύφος του μπάρμαν άλλαξε αμέσως.

«Τριαντάφυλλε!» φώναξε, «έχουμε θεματάκι, μη κρατάς στη πόρτα τα παιδιά, φέρε τα πιο μέσα να τα κεράσουμε ένα ποτό»

Ξαφνικά το μπαρ γέμισε από ανθρώπους με καλή προαίρεση. Μέσα σε λίγα λεπτά κλείστηκε η συμφωνία.  Εκεί στα όρθια.  Δεν ήταν δα τίποτα το περίπλοκο. Αφού υπήρχε χρήμα και διάθεση. Πεντακόσια ευρώ θα έδινε ο Ζάχος για να χαρεί τη συντροφιά της Κατερίνας για μια ολόκληρη μέρα. Και όχι μόνο. Μπορούσε να την έχει και ως συνοδό. Αυτά είπαμε, για μία μέρα. Αν όμως την ήθελε για δύο ή τρεις ημέρες η τιμή φυσικά  ανέβαινε. Πεντακόσια την ημέρα στοίχιζε η γκόμενα.  Παραπάνω; Όχι καλέ.. Δεν ήταν και εκμεταλλευτές ... Ήθελαν  ευχαριστημένους τους πελάτες. Όχι για μιας μέρας πήδημα, να εξαφανιστεί ο πελάτης για ένα χρόνο! Αν ήθελες  πάλι, με εκατό ευρουλάκια, σε βόλευε η κοπέλα για μια ωρίτσα.

Φυσικά, όποιος ήθελε να ξοδέψει χρήματα γι αυτή, δικαίωμά του, αλλά θα ήταν εξτρά και δεν σημαίνει ότι θα την είχε περισσότερες μέρες.

Ο Ζαχαρίας, έβγαλε  δυο χιλιάρικα  και ζήτησε τη κοπέλα για τέσσερις ημέρες. Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, μη μπορώντας να καταλάβουν την καψούρα του άντρα και το υπερβολικό ξόδεμα για μια και μόνο γυναίκα.  Πάσο όμως. Αυτός που πληρώνει και μάλιστα τοις μετρητοίς, διατηρεί κάθε δικαίωμα στο εμπόρευμα. Ένα απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση όσα και αν δώσει ο ενοικιαστής. Να χαλάσει το εμπόρευμα. Να το κακομεταχειριστεί!

Έδωσαν τα χέρια. Κανείς δεν πρόσεξε ότι ο Ζάχος σκούπισε το χέρι με αηδία στο παντελόνι του. Αλλά και κανείς δεν έδωσε σημασία στις αντιρρήσεις της Κατερίνας. Για κάποιο περίεργο λόγο, η μικρή, εκείνη που με τόσους και τόσους είχε πάει, αντιδρούσε σε εκείνον τον άνδρα.

«Άκου μωρή» της λέει ο Μήτσος πιάνοντάς της από το μπράτσο, «δεν θα με κάνεις εσύ να χάσω τόσα λεφτά μαζεμένα από το κορόιδο. Ήδη έχασα αρκετά με την ... «αρρώστια» σου». Ο Ζάχος κατάφερε μονάχα να ακούσει περί αρρώστιας και ξαφνιάστηκε δυσάρεστα. Γιατί δεν του είπε τίποτα η κοπέλα; Δεν άργησε όμως να καταλάβει τι εννοούσε ο χυδαίος νταβαντζής της, όταν τον είδε, μέσα σε τόσο κόσμο, έστω και αυτής της ποιότητας, να κάνει μια κίνηση πλήρους εξευτελισμού της γυναίκας. Με απαράμιλλη χυδαιότητα, άρπαξε με όλη του τη χούφτα, τη νεαρή κοπέλα, από το σημείο εκδήλωσης της ... αρρώστιας της,

δείχνοντας σε όλο τον περίγυρο ποιος έχει το πάνω χέρι. Ξεκαθάρισε μια και καλή ότι, από εκεί  που έχασε χρήμα, από εκεί σκοπεύει να το πάρει πίσω και γρήγορα.

Τον χτύπησε ο Ζάχος στη πλάτη. Γύρισε απότομα «τι θέλεις φιλαράκι;» Με στεγνωμένο στόμα ο άνδρας τόλμησε να ψελλίσει «από αυτή τη στιγμή είναι δική μου, για όσο πλήρωσα. Μη τη κάνεις να χάσει κάθε διάθεση, σε παρακαλώ!» Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή. Αμέσως μετά ο Μήτσος ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Μαζί του γέλασαν ο μπάρμαν και ο Τριαντάφυλλος ο θηριώδης πορτιέρης. Έκανε πως συμμετέχει και ο Ζαχαρίας στην γενική ευθυμία που είχε δημιουργηθεί. Κέρασε μάλιστα ένα γύρω ποτά. Μονάχα η Κατερίνα έσφιγγε όλο και περισσότερο, σχεδόν είχε ματώσει, τα όμορφα χείλη της.

«Φεύγουμε» είπε κάποτε  ο Ζάχος κοιτώντας τη. Ο τόνος της φωνής του ήταν περισσότερο ερωτηματικός και απευθυνόταν προς τους αχρείους του μπαρ της Κυψέλης, παρά είχε τη μορφή απόφασης ειπωμένη προς την κοπέλα που θα συνόδευε. Πιότερο  ζήταγε την άδεια τους να φύγει, παρά δήλωνε αποφασισμένος να το κάνει.

 

Ο Μήτσος γνώριζε ότι δεν είχαν να κάνουν κάτι άλλο. Μίλησαν, πληρώθηκαν, είχαν εγγυήσεις, έγιναν κατανοητές οι δύο πλευρές, τέρμα ... «Εμπρός, ώρα να του δίνετε» απεφάνθη, και έφυγε πρώτος. Το ζευγάρι του πληρωμένου έρωτα, όπως είχε εξελιχθεί, περίμενε να απομακρυνθεί λίγο ο νταβαντζής και αμέσως χαιρέτισαν τους υπολοίπους και τουλάχιστον ο Ζάχος έριξε μαύρη πέτρα. Έτσι πίστεψε ...      Μόλις βγήκαν ο Ζαχαρίας ένιωσε να απελευθερώνεται. Έφυγε από πάνω του όλη η πίεση του καταγώγιου. Η διάθεσή του πήρε να φτιάχνει,  δεν άλλαξε όμως τη διάθεση της Κατερίνας. Του δόθηκε με όλη της τη ψυχή εκείνη την ημέρα με όλη της τη ψυχή και το τέλος της ημέρας βρήκε και αυτόν να τη νοικιάζει όπως όλοι οι άλλοι, για να κάνει το κέφι του με όλη του την ησυχία.

«Ώστε ρε μάγκα το σκέφτηκες πιο ψύχραιμα; Δεν σου άρεσε να συνδέεσαι με σωστό δεσμό, με δεσμό αγάπης έστω με μια πόρνη; Σε ικανοποιεί πιο πολύ  να τη πληρώνεις και να τη πηδάς; Ε δεν θα το φας αυτό! Ο Μήτσος; Να πάει να πηδηχτεί ο Μήτσος ... Αν είσαι πια τόσο αδελφή που του μαρτυρήσεις ότι δεν σου κάθισα ...» περπατούσε δίπλα στον Ζάχο η κοπέλα και συνεχώς συλλογιζόταν όλα τούτα. Της ερχόταν να τον χαστουκίσει, να του φωνάξει εκεί στη μέση του δρόμου «αντί να βασανίζεις εμένα, δεν πας να βρεις τη καριόλα τη γυναίκα σου, που σου έχει περάσει τόσα κέρατα; Αγάπη μου, μόνος σου, χωρίς βοήθεια, σέρνεις το άρμα του Άγιου Βασίλη!» έκλεισε ειρωνικά τη σκέψη της ξεσπώντας σε ειρωνικό καγχασμό, ένα γέλιο που έκανε τον άνδρα να την κοιτάξει παραξενεμένος.

 

Σταμάτησε ο Ζάχος ένα ταξί «Πειραιά» ζήτησε και μπήκαν μέσα. Στο λιμάνι, η Κατερίνα είδε με έκπληξη να κατευθύνονται στη μαρίνα αναχώρησης των φέρυ για Σαρωνικό ... «Δυο εισιτήρια για Αγκίστρι παρακαλώ». Σε μία περίπου ώρα και κάτι είχαν βολευτεί σε ένα όμορφο ξενοδοχείο. «Περίμενε» της είπε. Βγήκε για λίγο και επέστρεψε με ρούχα, εσώρουχα και πολλά άλλα είδη πρώτης χρήσης. Όλα όσα μπορεί να είναι χρήσιμα σε μια γυναίκα. Τα σώριασε στα πόδια της. «Τι διάολο, προσπαθεί να με εντυπωσιάσει σαν Ιθαγενή με χάντρες;» αναλογίστηκε η κοπέλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Αν νομίζει ότι με ήδη λαϊκής αγοράς θα του κάνω χαρούλες. Αφού θέλει να με αγοράσει, πρέπει να ματώσει πολύ ο κερατάς για να με έχει ...

Ο Ζάχος όμως είχε άλλους σκοπούς. Αφού ευχήθηκε καλή νύχτα, της έστειλε ένα φιλί από μακριά, ακούμπησε στη συνέχεια εκατό ευρώ στο κομοδίνο, έτσι για πρόχειρα έξοδα, και έφυγε.Για τη Μπία, δεν έκανε κουβέντα. Να περάσει η βραδιά, να ησυχάσει η μικρή και καιρός υπήρχε για όλα.

 

Η νύχτα, τον βρήκε στο σπίτι του. Ένα σουβλάκι διόρθωσε το έντονο συναίσθημα της ενοχλητικής πείνας που τον ταλαιπωρούσε.Στο ψυγείο του σπιτιού δεν υπήρχε τίποτα φαγώσιμο και όχι μόνο αυτό, σαν το άνοιξε  τον πήρε από τη μύτη μια απαίσια μυρουδιά εγκατάλειψης. Μια μυρουδιά σαπίλας. «Μα δεν είναι δυνατόν» ... σκεφτόταν και δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα «μόλις χτές, είναι που το θυμάμαι ολόγιομο.  Πότε είναι, εχτές ή προχτές που είχα ένα σημείωμα από τη γυναίκα μου που μου άφηνε φαί. Και να ήταν μονάχα αυτό;  Μου είχε φτιάξει ένα εκπληκτικής νοστιμιάς πρωινό. Τι διάολο, όλα αυτά ήταν στη φαντασία μου;»

Ευτυχώς το σουβλάκι φάνηκε υπέρ αρκετό, και μάλιστα ικανότατο   να διώξει τους όποιους προβληματισμούς. Προβληματισμούς, που μαζί με την εικόνα εγκατάλειψης που έδειχνε το σπίτι, άρχισαν να μετατρέπουν το αρχικό «η Μπία αδύνατον!» σε «μη τυχόν  έχει δίκιο η Κατερίνα; Λες;» Τα βαριά του μάτια, παρέσυραν τον άνδρα στο χορό του ύπνου. Σε ένα χορό με ατέλειωτες ρυθμικές εναγώνιες ταλαντεύσεις, στην αγκαλιά του Μορφέα.

 

Το πρωί ξύπνησε αξύριστος, και από τη σκληρότητα των γενιών του καταλάβαινε ότι είχε να ξυριστεί πολλές μέρες. Δεν είχε καιρό να συλλογισθεί τέτοιες λεπτομέρειες.  Αναμαλλιασμένος, κουρασμένος . Έψαξε για τα ρούχα του. Βρήκε ένα πανταλόνι τσαλακωμένο, τρύπιο κοντά στο γόνατο. Το πέταξε και αναζήτησε άλλο. Τίποτα. Το μαύρο του τζην πουκάμισο μύριζε ιδρώτα και ήταν τόσο φθαρμένο που ντράπηκε να το φορέσει. Έψαξε στο υπνοδωμάτιο. Τίποτα εκτός από δυο μακό μπλουζάκια και αυτά σε κακό χάλι.

Πίσω από τον καναπέ που είχε κοιμηθεί, το βούλιαγμα που είχε αποκτήσει αποδείκνυε ότι τελευταία εκεί κοιμόταν. Δύο ακόμη πουκάμισα που βρήκε ήταν σε μεγαλύτερα χάλια.

Η αποφασιστικότητα στα οικιακά  δεν ήταν το χαρακτηριστικότερο από τα γνωρίσματα του άνδρα. Παρ όλα αυτά, άρπαξε το τζην πουκάμισο, και στη συνέχεια με βιαστικές κινήσεις προσπάθησε να το πλύνει, τουλάχιστον στις μασχάλες, με ότι βρήκε μπροστά του. Ένα απορρυπαντικό πιάτων  βοήθησε να το κάνει να μυρίζει υποφερτά. Για καθαριότητα ούτε λόγος.

Με το σίδερο έκανε φιλότιμες προσπάθειες να στεγνώσει την υγρασία από το ρούχο. Θα το φορούσε ο κόσμος να χάλαγε. Έπρεπε να ξαναπάει στο Αγκίστρι .... Είχε αφήσει εκεί την Κατερίνα!

Έκανε όσο γρήγορα μπορούσε. Όταν επιτέλους αισθάνθηκε σχετικά έτοιμος, άρχισε να ντύνεται. Σε ένα σακίδιο έβαλε ξυραφάκια, μια αλλαξιά, εκεί θα τα έπλενε, και έγινε λαγός.

Ο ηλεκτρικός τον έβγαλε τσιφ στο λιμάνι. Το μόνο που είχε να κάνει να σαλτάρει στο πρώτο πλοίο της γραμμής που θα έφευγε για Αγκίστρι.

 

Στο λιμάνι, τον περίμενε νέα μεγάλη δυσάρεστη έκπληξη. Με το ζόρι κατόρθωσε να μαζέψει τα χρήματα για να βγάλει εισιτήριο με επιστροφή.  « Τι διάολο; Έχασα τα χρήματα;» αυτά σκεφτόταν και κρύος ιδρώτας τον έλουσε. «Ελπίζω να μην έχει ξοδέψει όλο το κατοστάρικο η Κατερίνα» ήταν μια σκέψη, που ενώ σε άλλη περίπτωση δεν θα άφηνε τον εαυτό του ποτέ να την κάνει, παρ όλα αυτά η ξαφνική και απροσδόκητη δυσκολία, αυθόρμητα την εγκατέστησαν στα χείλη του και κατάλαβε να την σιγοψιθυρίζει ... Που διάολο είχε αφήσει το πορτοφόλι με τα χρήματα, δεν ήταν η ώρα να δώσει λύση ούτε σε αυτό το πρόβλημα. Μονάχα να μη του είχε πέσει στις μετακινήσεις. Όλα κι όλα. Τον κούραζαν οι επαφές με τα Αστυνομικά Τμήματα, οι επανεκδόσεις εγγράφων. Γιατί δεν το έχωνε ο βλάκας στο μικρό σακίδιο που σαν φυλακτό διαρκώς είχε ζωσμένο επάνω του, και που μέσα είχε ότι είχε απομείνει από το αγαπημένο του καπέλο; Αναθεμάτισε, και σαλτάρισε μέσα στο πλοίο.

 

Λίγη ώρα αργότερα κατάλαβε ότι οι εκπλήξεις της ζωής, όταν αρχίσουν να ξεδιπλώνονται, δύσκολα σταματούν. Ειδικότερα όταν αυτές παίρνουν την κατηφόρα. Πώς να πατήσεις φρένο στον κατήφορο;

«Καλημέρα», «καλημέρα» του αντιγύρισε ο ξενοδόχος «τι επιθυμείτε;!» Ο Ζάχος συγκράτησε τα μάτια του να μη πεταχτούν από το ξάφνιασμα και απάντησε όσο μπορούσε πιο φυσικά «τι εννοείτε τι επιθυμώ. Μόλις εχτές το βράδυ ήλθα με μια κοπέλα, έδωσα πενήντα ευρώ και πήραμε το δωμάτιο είκοσι ένα. Η κοπέλα έμεινε, απλά εγώ έφυγα γιατί είχα δουλειές ...»

Ο ξενοδόχος, κοίταξε με προσοχή τον άνδρα στα μάτια, έξυσε το κεφάλι και είπε «δεν ξέρω, ίσως, κάτι μου θυμίζετε, αφήστε με να κοιτάξω». Μετά από λίγο ζητώντας τη ταυτότητα του Ζαχαρία έριξε μια δεύτερη και τρίτη ματιά σε όσους τους τελευταίους δύο μήνες είχαν κάνει κρατήσεις. Τίποτα. Καμία κράτηση, καμία καταχώρηση πελάτη, καμία διαμονή ή πληρωμή για διανυκτέρευση. «Είστε σίγουρος κύριε ότι ήλθατε στο δικό μας ξενοδοχείο;»

Ο Ζαχαρίας έκανε πίσω ένα δυο βήματα ελέγχοντας καλύτερα το χώρο. Όχι μονάχα ήταν σίγουρος, αλλά προτιμούσε να αυτοκτονήσει, παρά να παραδεχτεί ότι δεν πήγε ποτέ εκεί ...

«Πάντως δεν σας βρίσκω ...» είπε ξέπνοα ο ξενοδόχος. Τι μπορούσε να κάνει ο Ζαχαρίας; «Να ρωτήσω κάτι» είπε, «καλά εγώ, μια κοπέλα έτσι, έτσι και έτσι, μένει στο ξενοδοχείο σας; Το μικρό της όνομα Κατερίνα ή Κάθυ.» Ήλεγξε με μεγαλύτερη προσοχή ο ξενοδόχος, αλλά και πάλι ήταν ολότελα αρνητικός. Ο άνδρας δεν καταλάβαινε τίποτα. Δεν μπορούσε όμως να κάνει και τίποτα.

Σε μία απελπισμένη προσπάθεια όρμησε στο δωμάτιο με τον αριθμό 21 αναζητώντας τη κοκκινομάλλα κοπέλα. Ο ξενοδόχος από πίσω να τρέχει και να φωνάζει, σχεδόν να ωρύεται «μα τι κάνετε κύριε, θα καλέσω την Αστυνομία». Όμως τον Ζαχαρία δεν τον χώριζαν από το δωμάτιο παρά λίγα βήματα. Η απελπισία τον είχε κάνει να μην υπολογίζει τίποτα. Με μια κίνηση ανοίγει τη πόρτα και το μετανιώνει αμέσως ... Σε στάση πολύπλοκη και επίπονη, λόγω προχωρημένης ηλικίας, ένα ζεύγος προσπαθούσε να γνωρίσει τις χαρές της ζωής.

Φυσικά η νεαρή κοπέλα δεν βρισκόταν σε αυτό το δωμάτιο. Τσάμπα ο κόπος. Τσάμπα χάλασε τον οίστρο των ηλικιωμένων. «Λυπάμαι»  πέταξε, μέσα από τα δόντια του, αληθινά συντετριμμένος  στον ξενοδόχο. «Σας καταλαβαίνω, σας καταλαβαίνω» είπε εκείνος χτυπώντας τον φιλικά στη πλάτη. Τι άλλο να κάνει; Να καλέσει Αστυνομία; Σκάνδαλο. Προσπαθώντας να κλείσει φιλικά την υπόθεση πρότεινε στον καταρρακωμένο άνδρα «Μήπως όμως θα έπρεπε να πηγαίνετε;»

«Αλλά πέραν της κοπέλας γιατί το ξενοδοχείο σας μου είναι τόσο φιλικά γνωστό;» αναρωτήθηκε ο Ζάχος.

«Θέλετε να ελέγξω στον υπολογιστή μου για παρελθόντα έτη μη τυχόν βγει συμπέρασμα;» πρότεινε ο υπάλληλος. «Θα μου κάνατε μεγάλη χάρη» αντέτεινε ο καημένος ο καπελάς. Για να ξεμπερδέψει μια και καλή ο ξενοδόχος, άρχισε την αναζήτηση με τα στοιχεία του Ζάχου και δεν άργησε να ανακαλύψει κάτι το ενδιαφέρον.

Όχι μία, αλλά δύο φορές στο απώτατο παρελθόν, προφανώς όταν ο Ζάχος ήταν ακόμη νιόπαντρος με τη Μπία, είχαν επισκεφτεί για διακοπές το συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Αλλά να μία ακόμη, πριν δύο χρόνια περίπου! Όμως τότε, δεν είχε δηλώσει ο κος Ζάχος όπως πάντα το όνομά του, αλλά η κα Μπία ...

Καμία διαφορά, έτσι κι αλλιώς, κάθε ξενοδοχείο, μια ταυτότητα χρειαζόταν!

 

Ο Ζάχος ένιωσε πολλαπλό κλονισμό. Άρα το ξενοδοχείο το ήξερε από παλιά. Επίσης μάλλον δεν πήγε ποτέ εκεί με την Κατερίνα. Τότε τι την έκανε την Κατερίνα; Την Κατερίνα του; Πώς θα δικαιολογήσει την εξαφάνισή της στο Μήτσο; Αλλά το τελευταίο ... Ότι πριν δύο χρόνια περίπου πήγαν ξανά με την Μπία στο Αγκίστρι!... Τότε, δεν είχαν χρήματα ούτε για να πάνε εκδρομή για πεϊνιρλί  στη Δροσιά, όχι στο Αγκίστρι. Άρα με ποιον πήγε η Μπία;

Και που είναι τώρα η Μπία του; Οι σκέψεις άρχισαν να του κτυπούν αλύπητα τη πόρτα του μυαλού. Εκείνες, που καθημερινά ερχόντουσαν, τον παρενοχλούσαν, αλλά τις απόδιωχνε, μια με τη βοήθεια του μελαχρινού κορμιού της Κλαίρης και μια με το κάτασπρο κορμί και τα κατακόκκινα μαλλιά της Κατερίνας. Τώρα, ήταν αδύνατο χωρίς κάποιο από αυτά τα δύο μπαστούνια στο πλευρό του, να τις αντιμετωπίσει.

Γιατί λοιπόν ήταν τόσο αφρόντιστο το σπίτι; Γιατί το ψυγείο ήταν άδειο; Γιατί τα ρούχα άπλυτα; Το μυαλό του άρχισε να στριφογυρίζει. Άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Κατάλαβε να πνίγεται. Ένας κόμπος άρχισε να ανεβαίνει και να τον σφίγγει ψηλά στον λαιμό. Ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Ήπιε, ευχαρίστησε και έφυγε. Στην Αθήνα ήλπιζε να βρει όλες τις απαντήσεις.

 

 Συνεχίζεται...


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 9ο

                                                                                               ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Ο σταθμός του Θησείου απαράλλαχτος όπως τα τελευταία χρόνια. Πλατεία  μεγάλη, ένα περίπτερο ακριβώς δίπλα να εξυπηρετεί τους πιστούς της πρόχειρης κατανάλωσης. Τα δέντρα αδικοπαθημένα λες και διαμαρτύρονται για τη κακομεταχείριση που υφίστανται και τη δίψα που δεν μπορούν να ανεχτούν το κατακαλόκαιρο. Τα δεκάδες τραπεζάκια των πλανόδιων μικροπωλητών, να προσπαθούν να σαγηνεύσουν τον αγοραστή, εκθέτοντας  πολύχρωμα μπιχλιμπίδια, χαϊμαλιά, ζωγραφιστά, και ότι θα μπορούσε ο καθένας να φανταστεί.

Ακριβώς απέναντι, η απόλυτη πεζότητα που σπάει μύτες. Σουβλατζίδικα! Μέσα σε όλο αυτό το παζλ ιδιαιτεροτήτων , όπου αν αφαιρούσες ένα του κομμάτι, έμοιαζε σαν να ακρωτηρίαζες ολόκληρη τη περιοχή, είχε στηθεί από τη μικρή γκαρσόνα το ραντεβού.

Σαν ελαφίνα σχεδόν είχε εξαφανιστεί από το οπτικό  πεδίο του Ζαχαρία. Σαν άνεμος είχε χαθεί, και τη βρήκε γεμάτη έξαψη να τον περιμένει καθισμένη σε ένα παγκάκι, κάτω από μια λεύκα. Θέαμα τέλειο.

Από το κατάλευκο φόρεμά της, αναδεικνύονταν, με τρόπο σκανδαλιστικό αλλά ταυτόχρονα υπέροχα αθώο, τα ακάλυπτα σημεία του μελαμψού της κορμιού. Ο άντρας πλησίασε με την ανάσα συγκρατημένη, σχεδόν κομμένη. Έμεινε στη θέση του, σαν στήλη άλατος, άγαλμα σκέτο, όταν σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Τι μάτια Θεέ μου! Τώρα που μπορούσε να τα προσέξει καλύτερα, χωρίς την ενοχή του «μη με ενοχλείτε», που συνυπάρχει πίσω από κάθε πιθανή πρόκληση στα εργαζόμενα κορίτσια, εκστασιάσθηκε. Αποκάλυψη!

Κατάλαβε πως είναι ζωντανός μονάχα επειδή η καρδιά του άρχισε να χτυπά σε πολύ έντονους ρυθμούς. Σχεδόν πόνεσε!... Η κοπέλα χαμογέλασε και ο άνδρας ξεπάγωσε ... Πήρε θάρρος, προχώρησε. «Καλησπέρα, δηλαδή και πάλι» είπε μπερδεύοντας τα λόγια του.

Η μικρή γκαρσόνα, γέλασε με γέλιο γάργαρο και πήρε τη κατάσταση στα χέρια της. Έπρεπε, γιατί δεν θα γινόταν διαφορετικά. Έβλεπε τη δισταχτικότητα στον άνδρα και αντιλαμβανόταν τον σεβασμό στο νεαρό της ηλικίας της. Όχι, και έτσι όμως. Η Κλαίρη απαιτούσε σεβασμό αλλά απαιτούσε και τον άντρα!

Έσκυψε επάνω του αγγίζοντας τον με το υπέροχο κορμί της. Έλιωσε ο Ζάχος. Με μια κίνηση, άρπαξε τη μικρή και τη φίλησε με τόσο πάθος, που ρίγησε ακόμη και το παγκάκι! Ακόμη και η λεύκα ένιωσε μια ντροπή από το τόσο πάθος, «μα πηγαίνετε λίγο πιο πέρα» και κουνήθηκε σύγκορμη. Η Κλαίρη, κούρνιαξε στη μεγάλη αγκαλιά του καπελά, σαν μικρό σπουργίτι. Σηκώθηκαν και χεράκι- χεράκι , σαν μαθητούδια, άρχισαν να περιδιαβαίνουν  ανάμεσα από τα τραπεζάκια των μικροπωλητών. Με μια ξαφνική παρόρμηση ο Ζαχαρίας τη ρώτησε «δουλεύεις αύριο;» Η κοπέλα έκπληκτη με το είδος της ερώτησης, απάντησε με καταφατικό νεύμα και θα είχε δώσει τα παπούτσια στο χέρι στον ανόητο, άκου ερώτηση, αν εκείνος δεν προσέθετε βιαστικά ότι «άλλο θέλω να πω, τι βάρδια δουλεύεις;» Ουφ, αναστέναξε με ανακούφιση η μικρή.

«Είμαι απογευματινή, πρέπει να είμαι στη δουλειά στις έξι το απόγευμα. Όμως καμιά φορά, μας ειδοποιούν να πάμε από τις πέντε. Γιατί όμως ρωτάς;» «Θα δεις ...» και με αποφασιστικότητα ο Ζαχαρίας αρπάζει από το χέρι τη Κλαίρη και κατευθύνθηκαν μαζί στην οδό Ερμού. Στο ταξί που βρέθηκε πρώτο μπροστά τους, άφησε τη Κλαίρη να γλιστρήσει πρώτη στο πίσω κάθισμα και εκείνος ακολούθησε. Κλείνοντας τη πόρτα διέταξε  Πειραϊκή παρακαλώ ... Στα καλύτερα! «Ότι πείτε κύριε» απάντησε ο ταξιτζής και έφυγε μαρσάροντας.

 

Στην Αθήνα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα φώτα άναβαν σιγά, σιγά δίνοντας μια απόχρωση θλίψης και μιζέριας σε μια  πόλη ήδη εξαθλιωμένη. Ο λευκός φωτισμός, έξω από λίγα κτίρια, αναμειγνυόταν με τον κίτρινο, που κυριαρχούσε στους περισσότερους χώρους , έτσι ώστε να δημιουργείται μια τεχνητή ομίχλη, μέσα στην οποία οι άνθρωποι που ακόμη κυκλοφορούσαν,  έμοιαζαν άυλοι. Σαν ψυχές σε αναμονή στο Καθαρτήριο του Δάντη.  Κάποια κτίρια παλιά, ετοιμόρροπα  ,  δόξες ενός Αναγεννησιακού παρελθόντος, έμοιαζαν αυτά κόντρα σε κάθε λογική, να στηρίζουν  τα νεότευκτα. Σαν νεαρά παιδιά που χρειάζονται από την αρχή μπαστούνι.

Στη στέγη όλων αυτών η Ακρόπολη των Αθηνών, να αναλογίζεται μέρα με την ημέρα, αν έληξε η προς την ανθρωπότητα αποστολή της. Μήπως έφτασε επιτέλους η ώρα να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, και να κοιμηθεί μακάρια  μια για πάντα, αφήνοντας μονάχες τις φαντασιώσεις  καθενός αγαπητικού της, από εκείνους τους φανατικούς,  να στήνει με τον νου, νέους δικούς του Παρθενώνες.

Η συνεχής παρουσία της στα τεκταινόμενα φαίνεται να την κούρασε. Της δημιούργησε αίσθημα συνενοχής.

 

Ανάμεσα από τέτοιες εικόνες, σκιές, σκέψεις, το ταξί έφθασε επιτέλους στη Πειραϊκή. Ο άνδρας πλήρωσε και κατέβηκαν. Ένα δροσερό θαλασσινό αεράκι τους υποδέχθηκε, αεράκι που έκανε την κοπέλα να σφιχτεί με μιας επάνω του. Άλλο που δεν ήθελε ο μεσόκοπος. Η αναζωογόνηση που έπαιρνε από την επαφή με την εικοσιδιάχρονη  γκαρσόνα τον έκανε άλλο άνθρωπο.

Πλέον και οι δύο βρισκόντουσαν αρκετά μακριά από την αδιάκριτη Αθήνα. Μακριά από τις ενοχές του σπιτιού του και της οικογενείας του ο Ζάχος, μακριά από πιθανούς ελέγχους και δυστροπίες του αφεντικού η Κλαίρη, αφέθηκαν ο ένας στις περιποιήσεις του άλλου.

Μπήκαν στο πρώτο μαγαζί με ψαρικά που βρήκαν. Απ έξω φαινόταν γουστόζικο και καθαρό. Δεν έκαναν λάθος. Μέσα σε λίγη ώρα, οι γαρίδες το μεγάλο μέγεθος(άλλες τηγανητές και άλλες σαγανάκι με μια σάλτσα ποίημα και τυρί φέτα), τα χτένια, τα μύδια, δυο πατάτες, μια καβουροσαλάτα, και μια καλαμαράκια παρέα με το απαραίτητο καραφάκι, «ένα για αρχή, δεν ξέρω πόσο πίνει η δεσποινίς», είχαν καταστήσει το τραπέζι τους μια διαφήμιση του «να τι εστί Ελλάδα» ...

 

Στην αρχή με το μαλακό. Δεν ήταν φρόνιμο να δείξουν ο ένας στον άλλο κοιλιόδουλοι. Όμως  στη συνέχεια, μετά από ένα δυο ποτηράκια ούζο, και όταν παραμερίστηκαν οι ντροπές, τα πιρούνια άρχισαν να δουλεύουν μανιωδώς. Μαζί και τα σαγόνια. Από κοντά νέα καραφάκια ... Τσούγκρισμα και καλή καρδιά! Περνούσε η ώρα, το γλέντι στο μαγαζί άναψε. Είχε ανάψει και ο άντρας αλλά όφειλε να συγκρατείται στην ηλικία του. Δεν ήταν κανένα παιδαρέλι. Άναψε και η Κλαίρη, και το άναμμα ήταν ιδιαίτερα ευδιάκριτο σε εκείνα τα σημεία, που το φόρεμα την αγκάλιαζε σφιχτά, και ο ιδρώτας το έκανε να γίνεται ένα με το άγουρο κορμί της.

Πλησίαζε δύο μετά τα μεσάνυχτα. Με δισταχτικότητα ο Ζαχαρίας έπιασε τη κοπέλα από το χέρι λέγοντας «είναι αργά, πρέπει να πηγαίνουμε. Θα σου πω άλλη φορά.» Ξαφνιάστηκε η μικρή. Ήταν στα μεγάλα της κέφια και λες και της έβαλε κάποιος τρικλοποδιά, την ώρα που χόρευε, και ενώ βρισκόταν στην πιο δύσκολη φιγούρα του χορού! Σηκώθηκε όμως χωρίς να εκφράσει όσα σκεπτόταν. Έτσι έπρεπε. Το είχε μάθει από γονείς και δασκάλους και το έμαθε καλά. Όταν πέφτεις, να σηκώνεσαι. Ένιωσε να πέφτει στη φιγούρα, αλλά έπρεπε να συνεχίσει. Χοροί θα υπήρχαν και άλλοι, θα σκέφτηκε, και μάλιστα καλύτεροι.

Ο Ζάχος πλήρωσε, ευχαρίστησε και υποσχέθηκε ότι θα επισκέπτονταν και πάλι σύντομα το κεντράκι, στο οποίο πέρασαν τόσο όμορφα. «Ναι σιγά,» έλεγε την ίδια ώρα από μέσα του «θα σας πιάσω πόρτα για το Χειμώνα, σάματι δεν υπάρχουν άλλες ταβέρνες να πάμε » .

 

Λίγο πιο κάτω η παραλία ανοιγόταν προκλητική και τους καλούσε. Είναι αλήθεια, διαπιστωμένο πέρα ως πέρα, ότι τα ρομαντικά μέρη, προσελκύουν τα νέα ζευγάρια και μάλιστα τα παράνομα ζευγάρια ... Η Ακρόπολη, του Φιλοπάππου, όλη η παραλία, πέρα από τον ρομαντισμό παρέχουν, ειδικά το βράδυ, κάλυψη. Μοιάζει σαν να κρύβουν τη πράξη τους οι παράνομοι, περισσότερο από τον ίδιο τους τον εαυτό, παρά από τα αδιάκριτα βλέμματα.  Ότι γίνεται μέσα στη νύχτα, και ακόμη περισσότερο σε κρυψώνες που ούτε η νύχτα δεν μπορεί να ανακαλύψει, είναι σαν να μην συνέβη ποτέ την ημέρα.

Υπάρχει, μονάχα ότι γίνεται αντιληπτό από το φως του ήλιου. Ότι δεν γίνεται αντιληπτό δεν υπάρχει. Ως εκ τούτου κάθε τι άλλο, απενοχοποιείται  ούτως ή άλλως.

Κατέβηκαν στη θάλασσα. Ο ψίθυρος της σκοτεινής γόησσας έμοιαζε τρομακτικός μέσα στη μέθη τους. Κάτι σαν «να ξέρατε πόσους σαν και εσάς έχω ξεβράσει εγώ» ή «κακόμοιροι, είστε φθαρτοί και είμαι άφθαρτη» Πήραν πέτρες στα χέρια και πέταξαν γελώντας. Το ρεπερτόριο της Παντοτινής φάνηκε να αλλάζει. Σαν να ψιθύριζε στον καθένα τους, η Απέραντη ένα διαφορετικό μυστικό, μια διαφορετική συμβουλή- προτροπή.

Μονάχα που για τον κάθε έναν τους τώρα ακούστηκε ως διαφορετική εκδοχή. Ένα κύμα  ανέβηκε ξαφνικά και έβρεξε τα παπούτσια του κοριτσιού και εκείνη άκουσε  τη θάλασσα να της ψιθυρίζει  «κάνε δικό σου ότι επιθυμείς χωρίς να υπολογίζεις συνέπειες». Λίγο αργότερα, μέσα από ένα μεγαλύτερο  παφλασμό, που έκανε  το κορίτσι να φύγει προς τα πίσω γελώντας τρελά, ο άνδρας άκουσε «μην αφήσεις για αύριο, κάτι που μπορείς να κάνεις σήμερα. Μπορεί να το χάσεις».

Έφυγαν. Κανείς δεν ομολόγησε στον άλλο, ούτε καν την ώρα που αγκαλιασμένοι στην άμμο αντάλλασαν φιλιά, τα προσωπικά τους ακούσματα. Ήξερε ο καθένας τους ότι δεν ήταν η θάλασσα που τους ορμήνευε, γνωρίζοντας τάχα καλύτερα από αυτούς, τα συναισθήματα τους. Ήξεραν και οι δύο ότι ήταν ο ίδιος τους ο εαυτός που την έβαζε να  μιλήσει. Γνώριζαν πολύ καλά, πως ο καθένας τους άκουγε μονάχα τη φωνή της ψυχής τους. Τη φωνή κάθε κρυφής τους επιθυμίας.

 Όμως έπρεπε να φύγει ο Ζάχος. Λυπόταν πολύ που δεν μπορούσε να μείνει μέχρι το πρωί, να τους βρει αγκαλιασμένους εκεί το ξημέρωμα, αλλά ... Η κοπέλα είχε προ πολλού καταλάβει. Δεν θα τον πίεζε. Θα της έλεγε αυτός πότε θα ήταν έτοιμος.  Της έφτανε, που εκείνος είχε κάνει την επιλογή του στο πρόσωπό της. Μια επιλογή που αφού δεν προχωρούσε μαζί της σίγουρα δεν την είχε για μια ξεπέτα. Την ήθελε, αυτό φαινόταν! Αλλά έπρεπε και εκείνη να σεβαστεί τις αναστολές του.

Το ταξί αυτή τη φορά πήρε το δρόμο της επιστροφής. «Που να σε αφήσω;» ρώτησε ο άνδρας. Στην οδό Αχαΐας, Πετράλωνα. Στην επιστροφή ήταν εντελώς σιωπηλοί. Ο καθένας αναλογιζόταν τις χαμένες ευκαιρίες, τις πιθανότητες που θα είχαν, ώστε το αύριο να  τους ήθελε ενωμένους. Συγκεχυμένες σκέψεις. Οδός Αχαΐας. Ο Ζάχος κατέβηκε για να διευκολύνει την Κλαίρη. «Θα ανέβεις για ένα καφέ;» πρότεινε εκείνη ρίχνοντας μια τελευταία ζαριά. «Μη τυχόν ενοχληθούν όμως οι δικοί σου» απάντησε ο άνδρας προσπαθώντας να αποφύγει με τον τρόπο αυτό μια απευθείας ρήξη. «Μα όχι» εισέπραξε και ένιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας, «μόνη μένω» ... Φαινόταν τόσο υπέροχη, να προβάλει μέσα στη νύχτα  από το άσπρο της φόρεμα.

 

Ο Ζαχαρίας ένιωσε την αδήριτη ανάγκη να κλείσει με δύναμη συντριπτική τη πόρτα του ταξί και να γδύσει το μπουμπούκι αυτό στη μέση του δρόμου! Αν αυτού είπε «μια άλλη φορά» και μπήκε στο ταξί. Η κοπέλα αργά αλλά σταθερά μπήκε στη πολυκατοικία που έμενε. Ο ταξιτζής σίγουρα σκέφτηκε «τι μαλάκας θεέ μου» και ο Ζάχος διέταξε «Μοναστηράκι»! Έτσι, του ήλθε να δει για ακόμη μια φορά το μαγαζί του. Τα αποκαΐδια δηλαδή. Σε μια κάβα που διανυκτέρευε σταμάτησε και αγόρασε ένα μπουκάλι ουίσκυ. Όταν έφτασε στο μαγαζί πλήρωσε λέγοντας στον ταξιτζή «το βλέπεις αυτό; Λοιπόν δεν είμαι σε καμία φόρμα για τίποτα. Είναι το μαγαζί μου κάηκε εχτές ...» Ο οδηγός κούνησε τους ώμους. «Έστω,» απάντησε «αλλά μόνο ένα γιατρικό γνωρίζω για τέτοια στραπάτσα και σίγουρα δεν είναι αυτό που κρατάς στο χέρι»

Ο Ζάχος ακούμπησε με τον αγκώνα του στον ουρανό του αυτοκινήτου και ρώτησε υποψιασμένος «και δεν μου λες ρε καλόπαιδο το γιατρικό;» «το άφησες πίσω πριν από κανένα δεκάλεπτο μίστερ» απάντησε ορθά κοφτά ο ταξιτζής ...

Έκανε να φύγει ο άνδρας, ο οδηγός του ταξί έβαλε μπροστά αλλά ο Ζάχος του φώναξε «ναι ρε μεγάλε, αλλά έχω γυναίκα και την αγαπάω». «Και; Γλένταγες με κάτι φίλους έως αργά. Έτσι για να ξεδώσεις από το ξαφνικό κακό. Δεν θα το πιστέψει ...  Αλλά να σου! Έχει αποδείξεις; Δεν είπαμε να κοιμηθείς στο σπίτι της νεαρής ... Μπήκες, έμεινες λίγο, έφυγες. Όλα καλά ... Ούτε να διασκεδάσεις με φίλους δεν μπορείς; Όλα πρέπει να τα κάνεις αφού δώσεις αναφορά;»

«Σα να μου φαίνεται ότι έχεις δίκιο, πήγαινέ με πίσω!...» Ο ταξιτζής έσκασε ένα χαμόγελο ικανοποίησης «επιτέλους, η κούρσα κερασμένη!»

                                                   

                                                                    ΤΑΣΟΣ ΕΠΙ ΛΑΓΑΝΑ

Πώς να το κάνουμε; Το Καλοκαίρι προσφέρεται τόσο για βόλτες όσο και για διακοπές έστω και περιορισμένης διάρκειας. Επιχειρήσεις κλείνουν, μαγαζιά αναστέλλουν δραστηριότητες, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι ξεχνούν προσωρινά τις μικρές ή μεγάλες διαφορές που τους χωρίζουν, και ερωτεύονται τις παραλίες ή ερωτεύονται μεταξύ τους σε αυτές .

Ποιον άλλο μπορεί να  περιλάμβανε η πολυπληθής συνομοταξία, όσων  τελικά κατόρθωναν  και απολάμβαναν τη ραστώνη των θερινών διακοπών; Μα ποιον άλλο; Τον Τάσο, το γνωστό καφετζή.

Ο Τάσος. Μόνος, αφού η Μπία αποφάσισε να παραμείνει οριστικά και αμετάκλητα με τον άντρα της,  αλλά σίγουρος για τον εαυτό του, επέλεξε ως τόπο Καλοκαιρινής εφόδου, γιατί εφόδους έκανε ο Τάσος και όχι διακοπές όπως ο άλλος κόσμος, την Ζάκυνθο. Το νησί αυτό και ειδικότερα ο Λαγανάς, ήταν πάντοτε το όνειρό του. Έως εκείνη τη στιγμή, λόγοι ανεξάρτητοι της θέλησής του,  είχαν εμποδίσει τον άνδρα να επισκεφτεί αυτό το μέρος της Ελλάδας.

Τάσος Ντελικελής λοιπόν, όπως ήταν το πλήρες όνομα του καφετζή. Καταγόμενος από την Μικρά Ασία, όπως και οι πρόγονοι του Ζαχαρία, αποτελούσε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Όπως η καθημερινότητά του, έτσι και οι διακοπές του,  ξεχώριζαν από τον τρόπο που τις βίωναν και τις χαίρονταν οι περισσότεροι κοινοί άνθρωποι. Η ηλικία του, ποτέ δεν τον εμπόδισε στο να εκδηλώσει κάθε του ιδιαιτερότητα.

Το καλοκαίρι, αρχές Αυγούστου, τον βρήκε στον Λαγανά. Άφησε πίσω του μια νεκρή πόλη, την Αθήνα, και τη βρήκε εμπρός του! Τι Αθήνα και κουραφέξαλα! Εδώ να δεις ... Κατ αρχάς νεολαία που έσφυζε από ζωή. Η κίνηση δεν σταματούσε ποτέ. Τα μπαρ, οι καφετέριες και τα ορθάδικα για γρήγορο φαγητό και ποτό, πάντα γεμάτα. Μια περιοχή που νόμιζες ότι στροβιλιζόταν γύρω από τη Γη, πιο γρήγορα απ όσο εκείνη μπορούσε να γυρίσει γύρω από τον Ήλιο! Λες και δεν έφθαναν οι είκοσι τέσσερις ώρες , για να συμπληρωθεί μια ολόκληρη μέρα Λαγανά!

Άλλαζαν όμως όλα σε κάποιες παραλίες. Ειδικά σε εκείνη τη παραλία που γεννούσαν οι Καρέτα- Καρέτα επικρατούσε σεβασμός και σιγή αντάξια Ναού. Φυσικά σε άλλα σημεία η μεταφερόμενη τρέλα σε έκανε να μη μπορείς μερικές φορές να ξεχωρίσεις τι είναι πιο επικίνδυνο. Το κύμα της θάλασσας, όταν υπήρχε, ή των ανθρώπων το ατέλειωτο χορευτικό πήγαινε - έλα σε ρυθμούς σάμπα και μάμπο.

Λαγανάς ... Μεταξύ των άλλων η χαρά του καρδιοκατακτητή, του κοινώς λεγόμενου, στην παλαιά διάλεκτο «καμακιού» ... Ο Τάσος, αραχτός στη παραλία. Πετσετούλα, ρακέτες, λαδάκι για μαύρισμα ματαιοδοξίας και ένα βιβλίο σύγχρονης κουλτούρας, αφημένο ανοικτό κατά γης σε στυλ «ναι διαβάζουμε αλλά κουραστήκαμε», είχε αφήσει τα ραντάρ να δουλεύουν. Τα μάτια μετέφεραν πληροφορίες, οι οποίες  διυλίζονταν και επεξεργαζόντουσαν στον εγκέφαλό του. Η δεσποινίς εκείνη είναι «ανοικτή» σε νέες γνωριμίες; Εκείνη η κυρία που επιδεικνύεται τα θέλει όντως ή απλά πρόκειται για την κλασσική γυναικεία αυταρέσκεια; Αυτός ο τύπος δίπλα από τη νόστιμη κοπέλα είναι το αγόρι της ή απλά φίλος; Εκείνη στο βάθος μάλλον δείχνει ότι πρόσφατα χώρισε. Το δείχνει η έντονη βαριεστιμάρα που εκπέμπει, προσποιητή λιγάκι. Όμως, θέλει νέα σχέση; Έστω για το καλοκαίρι, ας είναι μόνο για μια βραδιά ... Κοίτα τα μάτια της. Πόσο επιδέξια προσποιείται ότι τάχα δεν γουστάρει όσα συμβαίνει ολόγυρα. Ότι απαξιώνει τα πάντα! Και τι ήλθες να κάνεις εδώ πουλάκι μου;

Όμοιο λουλούδι εσύ, ανάμεσα στις μέλισσες που θέλουν να τρυγήσουν από το μέλι σου, και συ προσποιείσαι τη μαραμένη κολοκύθα! Μα όχι. Ο Τάσος σε αυτό το απαξιωτικό βλέμμα διακρίνει το φιλήδονο μάτι ελέγχου. Ο καημένος ο πρώτος .... Αλίμονο σε εκείνον που πρώτος θα την πλησιάσει να της ζητήσει να κάνουν παρέα. Το πιθανότερο να εισπράξει όλο της το μίσος για τον προηγούμενο. Εκείνον που είναι ο αίτιος της σημερινής της μοναξιάς. Και ας κλάψει μετά μονάχη που απέκλεισε μια τόσο καλή προσφορά.

Αυτές οι  ιδιότυπες «κατασκοπίες» μοιάζουν εν πολλοίς με τις αληθινές. Είναι επίπονες και κουραστικές. Θέλουν τεράστια υπομονή και δεν πρέπει σε καμία στιγμή να αφήσει ο «κυνηγός» να διαλανθάνουν της προσοχής του τα υποψήφια θύματά του.

Μεσημέριασε. Ο μεγάλος εραστής ένιωσε να υπερνικείται από μία αίσθηση, που κατά καιρούς έχει γονατίσει και τους μεγαλύτερους πολεμιστές. Πόσο μάλλον τους Εραστές, οι οποίοι τυγχάνουν περισσότερο ευαίσθητοι και ευκατάβλητοι. Τον νίκησε το αίσθημα της πείνας.  Διακεκομμένες, επιμήκεις  σουβλιές, που ξεκινούσαν από το μαλακό του υπογάστριο και επεκτείνονταν έως κάτω από το ύψος της καρδιάς, στο στομάχι, του υπενθύμισαν ότι ο άνθρωπος δεν ζει μονάχα με τον Έρωτα.

Μάζεψε τα συμπράγκαλα του με γρήγορες κινήσεις και ακολούθησε τα ένστικτά του. Φαί! Ήταν και αύριο μέρα, αν και η σημερινή δεν είχε καν τελειώσει.

Στην πρώτη ταβέρνα που βρήκε μπροστά του, μπήκε μέσα. Οι μυρουδιές του έσπασαν τη μύτη. «Εδώ είμαστε» σκέφτηκε. Σε λίγο τον επισκέφτηκε το γκαρσόνι φέρνοντας του τον κατάλογο «θέλετε να σας πω τι έχουμε;» ρώτησε. Ο Τάσος είπε απλά «ψαρονέφρι υπάρχει;» «υπάρχει» «τότε φέρε και μαζί μια μερίδα πατάτες, μια σαλάτα ντομάτα, μια φέτα, και ένα τζατζίκι αλλά, για να τσιμπήσω κάτι πριν, έχω ξελιγωθεί, φέρε μια κολοκυθάκια τηγανητά, μια μελιτζάνες τηγανητές,» Το γκαρσόνι άκουγε με γουρλωμένα τα μάτια. «Περιμένετε παρέα;» δεν άντεξε και ρώτησε «όχι» απάντησε ο Τάσος στεγνά. Σήκωσε τους ώμους το γκαρσόνι και ρώτησε «τι θα πιείτε;» «μα δεν τελείωσα με τη παραγγελία» είπε ο Τάσος και ο υπάλληλος με δυσκολία συγκράτησε το σαγόνι του από το να πέσει έως το πάτωμα.  «Δε μου λες, μη τυχόν έχετε μελιτζάνες φούρνου;» «ναι έχουμε» απάντησε το γκαρσόνι. Το είχε πάρει απόφαση πια, αυτός ο άνθρωπος είχε σκοπό να απολαύσει τα καλύτερα και δεν τον ένοιαζε η ποσότητα ούτε η τιμή. «Τότε βάλε και μία μερίδα από αυτές γιατί δεν κρατιέμαι, πεινάω σα λύκος, α φέρε και μια μπύρα, κρύα ότι νάναι» έκλεισε τη παραγγελία ο Τάσος.

Το γκαρσόνι δίστασε να αποχωρήσει. Που να είσαι σίγουρος με τέτοιο πελάτη, αλλά τελικά χαμογέλασε, έκλεισε το μπλοκάκι του και έκανε να φύγει. Αλλά την ώρα που έστρεφε τη πλάτη του, ακούει πίσω του μια φωνή να του λέει «για στάσου!» ... «Δεν τάλεγα εγώ;» μονολόγησε από μέσα του.  Στάθηκε ο υπάλληλος. Τι να κάνει; «Παρακαλώ;» «σε ξέρω από κάπου;» ακούει τον πελάτη να του λέει. Έσμιξε σκεπτικός τα φρύδια ο υπάλληλος . «Να πω την αλήθεια, και εγώ όταν σας πρωτοείδα είχα την εντύπωση ότι από κάπου σας γνώριζα. Αλλά από πού; Μάλλον η ιδέα μας είναι ...» «Ίσως» ψιθύρισε σκεπτικός ο Τάσος, που όταν του έμπαινε κάτι στο μυαλό ήταν δύσκολο να του το βγάλεις.

Ο υπάλληλος απομακρύνθηκε και ο Τάσος άναψε τσιγάρο. Θα έσπαγε το κεφάλι του αλλά θα θυμόταν από πού γνώριζε αυτόν τον άνθρωπο. Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στο μνημονικό του. Φωτογραφικό το χαρακτήριζαν όσοι τον γνώριζαν.

Ένα σπινθήρα χρειαζόταν για να θυμηθεί. Αυτός ήλθε μαζί με τα ορντέβρ. Καθώς ο σερβιτόρος τα άφηνε στο τραπέζι, έκανε μια ελάχιστη κίνηση, μα τόσο διαφορετική. Σαν να υποκλίθηκε όταν τελείωσε το σερβίρισμα. «Αυτό είναι!» πετάχτηκε ο Τάσος με τόση δύναμη που έκανε τον άλλο να ξαφνιαστεί, σχεδόν να τρομάξει. «Είσαι εκείνος ο περιπλανώμενος ηθοποιός, ο παλιάτσος, που κάποτε, ένα βράδυ, μου έδωσες ένα καπέλο ως πληρωμή για το φαγητό που σου προσέφερα!»

Ο σερβιτόρος αναπήδησε ... Άρπαξε μια καρέκλα και χωρίς να ζητήσει άδεια κάθισε στο τραπέζι του πελάτη. «Ω ψυχή μου, εσύ είσαι; Εσύ είσαι χρυσάφι των χρυσαφιών, διαμάντι από τα διαμάντια. Εσύ είσαι  σωτήρα μου!» Πέταξε πίσω τη καρέκλα και όρμησε πάνω του, κάτω από τα κατάπληκτα μάτια των αφεντικών, του αδελφού και του ξαδέλφου του, και αγκάλιασε τον Τάσο.

«Ότι φας και ότι πιεις κερασμένα από μένα. Ότι επιθυμήσεις εδώ, στις προσταγές σου τζιέρι μου!» και σκοτώθηκε να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο που κάποτε τον λυπήθηκε και του έσωσε τη ζωή.

Ο πρώην παλιάτσος, κατά κόσμο Γεράσιμος, πώς αλλιώς, ήθελε να πει πολλά με τον σωτήρα του, αλλά η πολλή δουλειά δεν τον άφηνε. Κάποια στιγμή που περνούσε από δίπλα του  πέταξε «αύριο θα έχω ρεπό και ελπίζω να τα πούμε πιο καλά».

Φαγωμένος πια ο Τάσος, χωρίς να πληρώσει δεκαράκι, «όλα δικά μου» είχε πει ο Γεράσιμος , αποχώρησε σιγά, σιγά από τη ταβέρνα δίνοντας με αυτόν ραντεβού για την επομένη στη πλατεία. Δεν ήξερε αν ήθελε να κουβαλά τόσο την ευγνωμοσύνη του αλλά και την απλότητά του. Αυτός είχε ταξιδέψει για άλλους σκοπούς, λίαν πονηρούς. Από την άλλη σκεπτόταν ότι κάποιες φορές οι γυναίκες δεν εμπιστεύονται τους μοναχικούς άνδρες. Αποπνέουν κάτι το επικίνδυνο, μοιάζουν, έτσι μόνοι που είναι, περισσότερο με αρπαχτικά. Αντίθετα, όταν βρίσκεται κοντά τους ένας φίλος ... Μάλιστα όταν αυτός δείχνει καλόγνωμος και αθώος. Μα την αλήθεια τη προοπτική αυτή δεν την είχε σκεφτεί καθόλου εξ αρχής. Γιατί αν την είχε σκεφτεί, θα πρότεινε στον Ζαχαρία, φυσικά όταν γύριζε από τις διακοπές με τη γυναικούλα του, μα τι του βρίσκει πια, να ερχόντουσαν για μια βδομάδα μαζί στον Λαγανά ... Ε, αν μπορούσε ας ξέσκαγε και εκείνος λιγάκι από τη καθημερινή λατρεία της ...θεάς Μπίας. Κάθε μέρα φασολάδα και μάλιστα φαγωμένη και από άλλα κουτάλια. Τον Τάσο τον έπιασε υστερικό γέλιο. Άκου να τον αφήσει μπουκάλα η κυρά Μπία, μόλις ο αντρούλης της έβαλε δυο ευρώ στο σώβρακο!...

Τέλος πάντων, έχει ο καιρός γυρίσματα και κάποιες φορές τον βοηθάμε σε αυτά.

Ο Θεός, θέλοντας και μη εδώ που τα λέμε, ξημέρωσε την επόμενη μέρα. Άργησε ο Τάσος να ξυπνήσει, γιατί έτσι γούσταρε να κάνει στις διακοπές του, και έτσι κατά τις δέκα στην πλατεία βρέθηκε αραχτός να παραγγέλνει ένα περιποιημένο καπουτσίνο.

«Νάτος»  ακούει πίσω από τη πλάτη του. Αφηρημένος, με την Αθλητική στα χέρια, δεν κατάλαβε, δεν πίστεψε ότι η κραυγή ενθουσιασμού «νάτος»  μπορούσε να αφορά σε αυτόν. Να τον δείχνει ποιος σε ποιον; Ο Γεράσιμος; Μα ο Γεράσιμος το πολύ, πολύ να ερχόταν μόνος, και να καθόταν στο ίδιο τραπέζι που αυτός είχε σχεδόν ξαπλώσει εδώ και αρκετή ώρα. Να τον δείξει όμως; Σε ποιον;

Χαρούμενα βήματα άρχισαν να πλησιάζουν και από κοντά δεύτερα διστακτικά και περισσότερο ανάλαφρα. Κοίταξε ολόγυρα. Πρωί ακόμη. Πολλοί τεμπέληδες βέβαια, αλλά στη πλατεία ακόμη βρίσκονταν λίγοι. Ήταν εύκολο να καταλάβει ότι τα βήματα κατευθύνονταν προς αυτόν ...

Έκανε να γυρίσει αλλά δεν πρόλαβε. Πρόκαμε ο Γεράσιμος «Χρυσέ μου άνθρωπε, ευεργέτη μου» φώναξε πηλαλώντας προς αυτόν ασυγκράτητα πια. Γέλασε ο Τάσος. «Σιγά βρε Μάκη, θα νομίσουν ότι είμαι κανένας λεφτάς. Ότι σε γέμισα παράδες». «Κάτι περισσότερο» επέμενε όμως ο Γεράσιμος και γυρίζοντας προς το μέρος απ όπου ερχόταν είπε «ορίστε Κατερινάκι μου, αυτός είναι ο Άνθρωπος με το Άλφα  κεφαλαίο που κάποτε με έσωσε. Έλα να δώσεις γνωριμία κοντεσίνα μου».

Ο Τάσος που δεν είχε πάρει χαμπάρι την ύπαρξη του κοριτσιού, γύρισε απότομα το κεφάλι προς το μέρος της και κοκάλωσε. Έμεινε άγαλμα, λες και δεν μπόρεσε να απαντήσει στο ερώτημα «αν ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος» όταν η γοργόνα ζήτησε να μάθει. Γιατί ότι είχε μια Ζακυνθινή Γοργόνα εμπρός του, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

Πετάχτηκε επάνω, όταν συνήλθε, ελπίζοντας να μη προκάλεσε δυσαρέσκεια η παγωμάρα του αν αυτή έγινε αντιληπτή, και φίλησε με σεβασμό διακριτικά το χέρι της κοπέλας. «Μη τον ακούτε χαριτωμένη δεσποινίς. Ο φίλος μου είναι, ως παλιός ηθοποιός, πάντα υπερβολικός τόσο στις εκδηλώσεις του, όσο και στις αναφορές του».

Με μια ελαφριά και κομψή κίνηση ο Καφετζής πρόσφερε κάθισμα στην Ζακυνθινή γοργόνα και εκείνη κάθισε με χάρη. Ο Γεράσιμος, περήφανος για την ανιψιά και για το φίλο, καμάρωνε στη καρέκλα του σαν γύφτικο σκεπάρνι.

Από κει και πέρα όλα ακολούθησαν τον δρόμο τους, με μαθηματική ακρίβεια. Κανείς δεν σχεδίασε τίποτα, και όλα όμως φάνηκαν σαν η μοίρα, από πολύ πριν να τα είχε σχεδιασμένα . Κάτω από το περήφανο αλλά τυφλό βλέμμα του θείου, η νεαρά ανιψιά εντυπωσιάστηκε από το αρρενωπό παραστατικό της νέας της γνωριμίας. Έπειτα ήταν οι εμπειρίες του. Μια ζωή μέσα από τη φωτιά  της επιχειρηματικότητας, των ταξιδιών, της έντονης ζωής, των λαθών, τα οποία δεν φοβόταν να αναγνωρίσει. Όλα όμως με μέτρο και χιούμορ. Δεν γινόταν σε καμία περίπτωση τρομακτικός. Όχι, δεν εξέπεμπε άνθρωπο που καταπιέζει τα συναισθήματα του άλλου, δεν απέπνεε άνθρωπο που εκμεταλλεύεται ή καταχράται εμπιστοσύνης.

Άκουγε κιόλας! Η Κατερίνα, υπό το βλέμμα του θείου της, η αλήθεια είναι ότι κοίταζε χωρίς να  βλέπει, διηγείτο τα κατορθώματα, κυρίως παλιά με την οργάνωση για την επιβίωση της Καρέτα - Καρέτα. Ο άγνωστος, έδειχνε εντυπωσιασμένος και κάποτε σφύριζε με θαυμασμό ενώ του ξέφευγε κατά καιρούς ένα μικρό γούρλωμα έκπληξης  στα μάτια!

Γιατί μπορεί να ήταν ο μπάρμπας της ο Γεράσιμος κάποτε ηθοποιός, έστω σε τσίρκο γελωτοποιός, παλιάτσος, και ο Τάσος τίποτα περισσότερο από ένας απλός ιδιοκτήτης καφενείου, αλλά όταν επρόκειτο για ερωτικά θέματα, ο καφετζής ήταν ασυναγώνιστος.

Ο Τάσος γινόταν μαιτρ της ηθοποιίας. Κατακτούσε Όσκαρ και Χρυσό Φοίνικα με μιας.  Πρόσεχε τι έλεγε, άκουγε και εκδηλωνόταν σε όσα του έλεγαν ανάλογα.

Γι αυτό, με περισσή άνεση ήξερε πως να  κανακέψει τη ματαιοδοξία της μικρής γοργόνας. Αλλά και εκείνη δεν πήγαινε πίσω. Αντιγύρισε τον εντυπωσιασμό. Για τις γυναίκες, το σίγουρο είναι ότι το ερωτικό παιχνίδι και ο τρόπος που καλούνται να το παίξουν είναι έμφυτα, σε όποια ηλικία και αν βρίσκονται. Αν πρόκειται για ερωτικό κάλεσμα, κάθε γυναίκα μικρή ή μεγάλη αντιγυρίζει τον εντυπωσιασμό μονάχα όταν νιώθει τσιμπημένη με έναν άντρα. Βεβαίως και υπάρχουν γυναίκες που αντιγυρίζουν τον εντυπωσιασμό για να υπερισχύσουν σε εξυπνάδα, να επιβληθούν σε δύναμη ή ακόμη χάριν καπρίτσιου. Ποιος λέει όμως ότι ακόμη και τότε όλα αυτά δεν αποτελούν μέρος ενός ιδιότυπου ερωτικού παιχνιδιού; Η Κατερίνα όμως δεν ανήκει στις τελευταίες. Όντως είχε τσιμπηθεί με τον Τάσο.

 

Μα άρχισε να καίει ο ήλιος. Η αντηλιά, είχε αρχίσει να τους δημιουργεί έντονη την επιθυμία, να ορμήσουν  έτσι ακριβώς όπως ήταν με τα ρούχα, και να παραδοθούν στην αγκαλιά της θάλασσας, η οποία σαν στοργική μητέρα αγκάλιαζε  ολόκληρο το νησί. Μια το αγαπούσε, μια το μάλωνε. Το τάιζε, αλλά και το δασκάλευε μαθαίνοντάς του χιλιάδες μικρά και μεγάλα μυστικά.

«Τι λέτε, πάμε για μπάνιο;» πρότεινε η Κατερίνα. Ο Τάσος ήθελε από ώρα να κάνει μια παρόμοια πρόταση, αλλά δεν τολμούσε μη τυχόν και φανεί ότι τον δυσαρεστούσε η παρέα της. Όσο για τον Μάκη, ούτε που τον ένοιαζε πως θα το έπαιρνε. Δέχτηκε με ευχαρίστηση τη πρόταση, την ανακούφιση του την έκρυψε με μεγάλη επιμέλεια. «Πηγαίνω να βάλω ένα μαγιό και θα τα πούμε στη παραλία. Αλήθεια, που συχνάζετε;» Η Κατερίνα, ορθή πλέον, με μια κίνηση όλο χάρη, υπέδειξε το σημείο «να προς τα εκεί» και για να καταλάβει καλύτερα ήλθε και κόλλησε δίπλα του. Τον τρέλανε το άρωμά της. Πόσο ιδιαίτερο άρωμα. Αλλά και αυτό το ανεπαίσθητο άγγιγμα μεταξύ τους, ξετίναξε τις αισθήσεις στα ύψη. Ο Τάσος ζούσε πλέον σε άλλες διαστάσεις. Διαστάσεις που δεν ήταν αντιληπτές από τις ανθρώπινες αισθήσεις.

Τον ξύπνησε ο Μάκης. «Λοιπόν φιλαράκι τα λέμε στην παραλία» Συνερχόμενος ψέλλισε ένα ασθενικό «ναι» και έφυγε για το Ξενοδοχείο του.

Αυτή ήταν η αρχή. Η πρώτη φορά που ο Τάσος είδε τη Κατερίνα και εκείνη τον μεσόκοπο άνδρα.  Κάτω από τις ευλογίες του μπαμπά, ο θείος εγγυήθηκε για το ποιόν του ανδρός, το ζευγάρι έμελλε να ζήσει ένα έντονο Καλοκαίρι. Διακοπές γεμάτες διασκέδαση, γλέντια και έρωτα.

Όμως, όπως  συμβαίνει σχεδόν πάντοτε, όλα τα ωραία τελειώνουν  κάποτε. Έτσι τελείωσε και τούτη η όμορφη περιπέτεια. Γιατί για τον Τάσο δεν ήταν άλλο, από μια όμορφη και απολαυστική περιπέτεια. Για την Κατερίνα πάλι όχι. Είχε ερωτευτεί μέχρι τα βάθη της καρδιάς της τον  άνδρα. Έτσι όταν έφυγε, ζήτησε από τον πατέρα της να πάει και εκείνη στην Αθήνα. Στην αρχή ο γέρο Άννινος αρνήθηκε πεισματικά. Όμως δεν μπόρεσε να αντέξει πολύ σε δύο κλαμένα μάτια. Μοναχοκόρη και μοσχαναθρεμμένη. Πώς να της χαλάσει χατίρι; «Πρόσεχε» ήταν η μοναδική κουβέντα που της είπε καθώς την αποχαιρετούσε στο λιμάνι.

Από το θείο της η Κατερίνα είχε πάρει κάθε πληροφορία που και πώς θα έβρισκε τον Τάσο. Αυτό της έφτανε, τα υπόλοιπα ήταν δική της υπόθεση.

                                      

Συνεχίζεται...


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 8ο

                                                                                     ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟΣ

Η βρωμιά του υπογείου, που πολλές φορές έχουν την φαεινή ιδέα να στήσουν  τουαλέτες οι ιδιοκτήτες μιας καφετέριας, δημιουργούσε από μόνη της μια ατμόσφαιρα αποπνικτική. Ήταν και καλοκαίρι, δεν υπήρχε εκεί κάτω στο μπουντρούμι κλιματιστικό, από κοντά  και η έντονη μυρωδιά από τις ανθρώπινες ανάγκες που ανακατευόταν αηδιαστικά με τη μούχλα, γενικά ένα  περιβάλλον αποπνιχτικό, που λίγο απέλειπε για να χαρακτηριστεί τρομακτικό. Το καλό για τον επισκέπτη ήταν ότι συνήθιζε για τους λόγους αυτούς, να  μπαίνει και να βγαίνει γρήγορα.  Άλλωστε, δεν είχε και πολλά να κάνει εκεί μέσα. Μα λίγα, μα πολλά, τα απολύτως απαραίτητα και όσα εκ της φύσης προκύπτουν.

 Συνήθως, γιατί ο Ζαχαρίας μπήκε και φάνηκε σαν να ξέχασε να βγει. Λες και βρήκε στη χαβούζα αυτή, ένα χαμένο Παράδεισο. Κανείς δε φαινόταν να έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στην ιδιαίτερα εντυπωσιακή ανατροπή του τραπεζιού, και ίσως κανείς να μην αγωνιούσε στο παραμικρό, αν ακριβώς πίσω από τον Ζαχαρία, με ελάχιστα λεπτά διαφορά, δεν ακολουθούσε μια κατακόκκινη θεά.   Μια κίνηση που κτύπησε συναγερμό τόσο στη μελαχρινή γκαρσόνα, ας είναι καλά η φίλη, όσο και στους ακολούθους της ίδιας της θεάς.  Οι τελευταίοι υποψιάστηκαν μονάχα  την δεύτερη. Η πρώτη ανησύχησε και για τους δύο ... Όλοι σκέφτηκαν πάρα πολύ ορθά.

Ο Ζαχαρίας, από τότε που χώρισε με τη κοκκινομάλλα διαρκώς φανταζόταν αυτή τη στιγμή. Την είχε πλάσει στο μυαλό του με χίλιους τρόπους. Πάντα όμως, κάθε φαντασιακή του διαδρομή, κατέληγε σε μια  οργιαστική επανάληψη όσων είχε ζήσει εκείνο το καταπληκτικό αλλά και μοιραίο κατά κάποιο τρόπο βράδυ. Αλλά αυτή τη φορά εν πλήρη γνώση του. Αυτή θα ήταν η ειδοποιός διαφορά! Θα ήξερε, πως τη λένε, που και πώς ζει, έστω μια εκδοχή που καθόλου δεν θα χρησίμευε στο σεξ μαζί της, αλλά θα ήταν χρήσιμα για τα όνειρα που θα ακολουθούσαν. «Για σκέψου» έλεγε καμιά φορά στον εαυτό του. «Έχε χάρη που δεν θέλω να μιλήσω σε κανέναν γι αυτή μου τη περιπέτεια. Αν ήθελα όμως; Τι θα έλεγα; Ότι ένα βράδυ με μια κοπέλα έκανα τα πάντα όλα αλλά δεν ξέρω ούτε πώς την λένε; Ότι ήλθε μόνη της σε μένα, αλλά δεν μου είπε το όνομά της; Δικαίως να με χαρακτήριζε όποιος το άκουγε για μυθομανή!» Σε κάθε τρόπο που επέλεγε να τη πλησιάσει υπήρχε η αβρότητα. Η φυσική αισθαντικότητα ενός ανθρώπου που έτσι έζησε μια ολόκληρη ζωή. Που έκοβε και έραβε ένα καπέλο και έμοιαζε σαν να χαϊδεύει τα φύλλα ενός τριαντάφυλλου. Έτσι, απαλά και αισταντικά θα της έπιανε τα χέρια, θα πλησίαζε το πρόσωπο του στο δικό της, μη τυχόν και χάσει ούτε μια πνοή από το άρωμά της, και με λόγια απαλότερα από αυτά που ο Ζέφυρος διηγείται τα μυστικά του κόσμου στα Ηλύσια Πεδία, εκείνος θα της μολογούσε τα αισθήματά που τρέφει γι αυτή. Ας γέλαγε. Αυτός θα επέμενε. Στην ηλικία του τα περίμενε όλα πια. Ήταν έτοιμος για όλα. Στο τέλος εκείνος θα νίκαγε. Έστω για μια φορά. Μια φορά ακόμη ...

Όμως δεν εξελίχτηκαν καθόλου έτσι τα γεγονότα. Περίμενε πέντε έξι λεπτά. Πίστεψε ότι δεν θα έλθει και άρχισε να απογοητεύεται, οπότε όταν ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής άκουσε ελαφίσια αλλά αποφασιστικά γυναικεία βήματα στις σκάλες. Μέσα σε αυτή τη χυδαιότητα οσμών, κατόρθωσε να ξεχωρίσει το άρωμά της. Δεν θα το λησμονούσε ποτέ. Ερχόταν! Δείλιασε και έσπευσε να κρυφτεί στις αντρικιές τουαλέτες . Εκείνη, σαν αέρας  πέρασε από μπροστά του, έριξε μια φευγαλέα ματιά, και μπήκε στις γυναικείες. Σύρθηκε ο Ζαχαρίας με κόπο προς αυτές. Δεν είχε κανένα σκοπό να μπει μέσα. Για να το κάνει χρειαζόταν θράσος και θάρρος. Και τα δύο τα είχε εξαντλήσει με μιας. Το μεν πρώτο στη βροντώδη προσπάθειά του για να τον προσέξει, και το δεύτερο του χρειάστηκε κατά τη μικρή διαδρομή έως τις τουαλέτες, όταν δεν ήξερε τι να περιμένει, και μάλιστα μπροστά από τα εξεταστικά μάτια της Κλαίρης. Θα περίμενε λοιπόν. Μπόρεσε να  την δει με την άκρη του ματιού του. Στημένη με χάρη μπροστά στους καθρέπτες τόνιζε τις χάρες του προσώπου της ... Στη συνέχεια, έβγαλε ένα χαρτί και στυλό. «Μα τι κάνει;» σκέφθηκε ο Ζαχαρίας.

Τη σκέψη αυτή, δεν πρόλαβε να την ακολουθήσει δεύτερη. Η κοκκινομάλλα, γύρισε ξαφνικά προς το μέρος του, και βγαίνοντας έπεσε επάνω του. Κανένας δεν ζήτησε συγγνώμη. Γιατί άλλωστε; Τον κοίταξε βαθιά, σχεδόν προκλητικά, στα μάτια  . Ο Ζαχαρίας κατέβασε το κεφάλι για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, όσο χρειάστηκε να αποφύγει τα μάγια. Την επόμενη στιγμή την βρέθηκε να την έχει αρπάξει από τα χέρια, ψηλά στους ώμους. Όλα τα σχέδια που είχε κάνει για τη συνάντηση αυτή είχαν πάει κατά διαόλου. Την έσπρωξε λίγο πίσω, και μετά, κατεβάζοντας τα χέρια του στους καρπούς της σαν χειροπέδες τη ρώτησε «που χάθηκες;» και συνέχισε χωρίς να την αφήσει να πάρει ανάσα «ήλθες από το πουθενά, έκανες ότι έκανες, χωρίς όνομα, χωρίς να πεις μια κουβέντα και μετά άντε γεια. Απλά γιατί;» Την κόλλησε στο τοίχο. Υπήρξε μια στιγμή σιωπής. Η ένταση κοβόταν με το μαχαίρι.

Η κοπέλα δυσφόρησε αλλά προσπάθησε να μη το δείξει . «Σόρυ, αλλά είχα δουλειές που με ανάγκασαν να φύγω μακριά» Ο Ζαχαρίας κούνησε το κεφάλι δεξιά αριστερά και μόρφασε. Όταν μίλησε τόνισε τις λέξεις «Τι δουλειές;» αλλά η κοπέλα δεν φάνηκε πρόθυμη να απαντήσει. «Άκου, αν δεν είμαι επάνω σε ένα λεπτό θα έχω φασαρίες. Αυτό θέλεις; Πάρε αυτό. Είναι τηλέφωνο, πάρε με. Θα συναντηθούμε να τα πούμε.» και έδωσε στον καπελά ένα σημείωμα. Εκείνος το πήρε μηχανικά αφήνοντας τη κοπέλα να φύγει. Φυσικά και δεν ήθελε να της δημιουργήσει προβλήματα. Την ώρα που άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες της φώναξε «πώς σε λένε;», «Κατερίνα» του πέταξε στον αέρα η κοπέλα και εξαφανίστηκε τρέχοντας.

Η Κλαίρη δεν είχε να φοβάται τίποτα. Αυτή η φίλη της πάντα υπερβολική. Η κοπέλα σχεδόν μπήκε βγήκε. Όσο δαίμονας και αν έδειχνε αυτό το θηλυκό τι να προλάβαιναν να κάνουν σε δύο λεπτά; Αν πάλι πρόλαβαν ... Τι να πει, τότε χάρισμά της το πετεινάρι! Τον είδε να βγαίνει ελαφρά ζαλισμένος και νερά να στάζουν από το μέτωπό του «είστε καλά;» ρώτησε όπως μια καλή υπάλληλος θα ρώταγε τον καθένα «μια χαρά ευχαριστώ» απάντησε εκείνος κλείνοντάς της αδιόρατα το μάτι και βάζοντας διακριτικά το χέρι του επάνω στη κοιλιά του. Σκίρτησε η καρδιά της μικρής. Σιγά ρε Αμέλια. Ο άνθρωπος είναι πιο λευκός από τον κρίνο ... Ώρα είναι να ενοχοποιήσουμε και το κόψιμο!

Η μικρή γκαρσόνα αφού πια ήταν σίγουρη γι αυτόν, ένιωθε καλά και με τον εαυτό της. Σχόλαγε σε δέκα λεπτά και δεν θα πήγαινε σπίτι αλλά και η βόλτα της δεν θα ήταν βόλτα μπακουριού.  Ούτε θα είχε καμία σχέση με τα ενοχλητικά κολλήματα των αδέξιων, αφερέγγυων και υπερβολικά «ακατοίκητων» νεαρών. Θα είχε ποιότητα, ουσία και την εγγύηση της πείρας.

Από την άλλη, η κόκκινη επιδρομέας της ζωής του Ζαχαρία, ζούσε μια εντελώς διαφορετική, δικής της επιλογής, πραγματικότητα. Τη πραγματικότητα όπου η εύκολη ζωή και το εύκολο κέρδος είναι συνυφασμένα με την ανηθικότητα, και κάποτε, συνήθως πάντα, με τη παρανομία.  Σήμερα που είδε τον Ζαχαρία η κοκκινομάλλα, Κατερίνα δεν είπαμε; ένιωσε κάτι να την τραβάει σα μαγνήτης κοντά του. Τι να ήταν άραγε; Έρωτας; Να είναι άραγε  ερωτευμένη μια θεά στην εμφάνιση, με ένα κοινό θνητό; Να καταστέλλει  τους δαίμονες που την κυριαρχούν μια δαιμόνισα για το χατίρι ενός  καπελά; Κανείς δεν ξέρει, αλλά θεωρείται αδύνατο. Να την μαγνήτισε μήπως το παρελθόν; Ο Ζάχος, ήταν ο μόνος άνθρωπος που δεν προσπάθησε κατ οιονδήποτε τρόπο να την εκμεταλλευτεί. Ένας αθώος άνθρωπος ... Ίσως αυτή η αθωότητα για κάποιους, για όσους κινούνται μακριά της, να αποτελεί ισχυρό αφροδισιακό ... Έπρεπε να τον δει, να του μιλήσει, να του εξηγήσει. Όχι ότι είχε πολλά να του πει. Αλλά  έστω για μια στερνή φορά ήθελε να ξαναδεί εκείνα τα αθώα μάτια.

Και ο Ζάχος; Μπερδεμένος όσο ποτέ άλλοτε. Ξύπνησε το πρωί με τον εφιάλτη μιας πολύ γνωστής σε αυτόν άγνωστης. Μετά η ενημέρωση ... Κάηκες και η Μπία να τον συνεφέρνει «υπάρχει η ασφάλεια». Να τον εμπρός στα αποκαΐδια.  Φωτιά, καταστροφή και η μισή αλήθεια. Μπροστά του το καπέλο! Όπως στον εφιάλτη το πέταξε κλωτσώντας το στο δρόμο. Το νόμισμα. Θησείο ή Ακρόπολη; Θησείο, Θησείο. Ε βουαλά.  Μικρή γκαρσόνα, ετών είκοσι δύο, δροσερή σαν τη πρώτη σταγόνα του πρωινού, μελαχρινή, μαλλάκι κοντό, μάτια γαλανά! Και να αφιερώνεται αυτή η μικρή ζωγραφιά σε αυτόν! Να του κλείνει ραντεβού ... Και ενώ όλα κανονίζονται, σπάει ο διάολος το πόδι και ορίστε. Εκείνη! Ο Δαίμονας, ο εφιάλτης, η φωτιά η ίδια! «Πώς σε λένε;» «Κατερίνα!» ...

Κλαίρη η γκαρσόνα, Κατερίνα το βάσανο ολόκληρης χρονιάς. Η πρώτη το ολόφρεσκο και πολλά υποσχόμενο ραντεβού, η δεύτερη οι εξηγήσεις που ποτέ δεν πήρε, το μυαλό που έχασε, και η ζωή που στην αναζήτησή της πήγε στράφι. Ένιωσε να θερμαίνεται και ήταν σίγουρος ότι δεν είχε πυρετό. Τα συναισθήματα και η λογική έπαιζαν παιχνίδια προτεραιοτήτων. Και ποιον έβαζαν λέτε διαιτητή; Την επιθυμία! Ο άνδρας από το μοιραίο εκείνο βράδυ ένιωθε τις αισθήσεις του να μη μπορεί να τις χαλιναγωγήσει πια. Τι και αν δεν είχε ενδώσει ακόμη μια φορά. Απολύτως τυχαίο. Η ευκαιρία που δεν του είχε δοθεί, η σχεδόν μανιώδης αναζήτηση της μιας και μοναδικής φλογερής ύπαρξης, του είχαν αποστερήσει το δικαίωμα στην επανάληψη. Το πάθος όμως υπέβοσκε, η επιθυμία ήταν πάντα εκεί.

Είχε δει τη μικρή γκαρσόνα να βγαίνει και να του κάνει νόημα να την ακολουθήσει. «Ας πάει και το παλιάμπελο» σκέφτηκε. Ο κύβος είχε ριφθεί.  Ο Ρουβίκωνας, με τη μορφή της Κλαίρης, περίμενε το Ζάχο να τον διαβεί ... «Αλλά γιατί Ρουβίκωνας;» αναλογίστηκε ο άνδρας πηγαίνοντας προς το μέρος της, μονάχα αν η ...Σύγκλητος το πάρει χαμπάρι ,και χαμογέλασε πλατιά σαν του ήλθε στο μυαλό η εικόνα της Μπίας, με ρούχα Ρωμαίου Συγκλητικού. Ως τότε θα ήταν η μικρή μια απλή περιπέτεια, σαν αυτές που ο κάθε άντρας έχει το δικαίωμα να προσθέτει στη συλλογή του, για να χαρακτηρίζεται «έμπειρος». Την ακολούθησε σιωπηλά. Θα προτιμούσε να βαδίζουν μαζί. Να αναπνέει το δικό της σχεδόν κοριτσίστικο άρωμα. Να ξανανιώνει βήμα με το βήμα κοντά της. Να γεμίζει από τις εκφράσεις της, να μη χάνει στιγμή από το σούρωμα του στόματός της. Όμως εκείνη ήθελε ραντεβού, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των τακτικών θαμώνων και του αφεντικού. Ορίστηκε η συνάντηση των δύο  στο metro του Θησείου. Ας της γινόταν η χάρη ...

 

                                                                          ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Η Κατερίνα μπήκε στο μικρό δωμάτιο της οδού Μεγίστης, όπου κατοικούσε, χτυπώντας με δύναμη πίσω της τη πόρτα. Επιτέλους, ο Μήτσος της παραείχε γίνει κολλιτσίδα. Ποιος νόμιζε πώς ήταν; Όλο ποντίκια και ιδέα. Στις φλέβες του αντί για αίμα έρρεαν ναρκωτικά. Πρεζάκιας του κερατά, και να τη σπρώχνει όπου κυκλοφορούσε το πολύ χρήμα. Η Κατερίνα δεν είχε ηθικούς δισταγμούς. Τα λαλάκια  να έπεφταν και  δεν κόλλαγε σε λεπτομέρειες.  Είχε ενηλικιωθεί αρκετά χρόνια τώρα, δεν την λόγιζες πια μικρή, με τη ζωή που έκανε, αλλά ούτε μεγάλη. Ένιωθε θαυμάσια όταν κατάφερνε να γεμίζει με σεξουαλικές φαντασιώσεις, έως του σημείου πώρωσης, εκείνον που θα συνευρισκόταν μαζί της στο κρεβάτι. Κανένα πρόβλημα δεν είχε δε με τον αριθμό τους. Δύο οι απαιτήσεις. Υγιείς και να πέφτει γενναία το παραδάκι! Αλλά ήθελε και ελεύθερο χρόνο βρε αδερφέ. Όπως σήμερα. Το φαλακρό γεράκο, έστω μεσήλικα, πες τον όπως θέλεις  δεν θα τα χαλάσεις με τη Κατερίνα σε αυτά, δεν μπορούσε να τον εξυπηρετήσει σήμερα. Τελεία και παύλα. Ήταν άρρωστη! «Ασθενούμε καμιά φορά οι γυναίκες πιο πριν από συνήθως ... Θες να ελέγξεις μήπως;» ρίσκαρε να πει ψέματα γνωρίζοντας καλά την αηδία του Μήτσου για τέτοια γυναικεία ζητήματα. Πέτυχε διάνα. «Και πότε θα είσαι έτοιμη;» τι ρώτησε σχεδόν με αποστροφή.

Η Κατερίνα κατέβασε τα μάτια. Όχι, δεν έπρεπε να δει τις πρώτες της στιγμές θριάμβου μέσα σε αυτά. Σήκωσε αργά το πρόσωπο και είπε δύσθυμα, λες και βαρυγκωμούσε και η ίδια για αυτό που της ... έτυχε. «Φαντάζομαι σε τρεις τέσσερεις μέρες θα είμαι εντάξει. Εκτός αν μου διακοπούν από κρύωμα και «ξανακυλήσω». Τότε να περιμένεις περίπου μια βδομάδα από σήμερα.» Τα είχε όλα προγραμματισμένα. Είχε σταθερό κύκλο. Ήξερε πότε θα «ασθενούσε». Ακόμη θα περίμενε ο Μήτσος. Μετά, μετά βλέπουμε ... Πάντως τώρα έπρεπε να συναντήσει τον τύπο που «αποπλάνησε» πριν ένα χρόνο. Να σκεφτεί τι θα του πει. Πάνω απ όλα να σκεφτεί πώς θα τα πει. Έπρεπε να συλλογιστεί. Να τα ζυγιάσει μέσα της. Να μιλήσει ειλικρινά; Να τα πει όλα; Να φανερώσει ποια είναι σήμερα και τι κάνει; Για όλα αυτά όμως, δεν είχε χρόνο και χώρο για Μήτσους και πελάτες.

Παρ όλα αυτά είδε και έπαθε να τον πείσει. Ο Μήτσος δεν είναι από τα παιδάκια που δέχονται εύκολα τις διάφορες γυναικείες δικαιολογίες. Πόσο μάλλον όταν αυτές τον κάνουν να χάνει χρήμα. Αναγκάστηκε να τα αποδεχτεί. Αλλά το πόσο δύσκολα, γίνεται αντιληπτό από τον τρόπο που η Κατερίνα έκλεισε τη πόρτα της κάμαρης της.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι η Κατερίνα. Τουλάχιστον όχι όταν ζούσε στο νησί της. Γεννήθηκε  στο Λαγανά της Ζακύνθου. Εκεί έπαιξε, πήγε σχολείο και διαπαιδαγωγήθηκε με τον καλύτερο τρόπο αγωνιζόμενη μαζί με φίλους υπέρ της διάσωσης της Καρέτα- Καρέτα. Ομάδες που έρχονταν από Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και άλλες χώρες ή την υπόλοιπη Ελλάδα, πάντα έβρισκαν μια καλά οργανωμένη κοινωνία, τη «Κοινωνία Φίλων για τη Διάσωση της Καρέτα- Καρέτα» από τη Ζάκυνθο. Στα εφηβικά της χρόνια, ήταν από τα περισσότερο ενεργά μέλη της. Τότε, εκείνα τα χρόνια, η αψεγάδιαστη ομορφιά της, αποτελούσε το  μαγνήτη έλξεως για πολλά άτομα, του αντίθετου φύλλου.

Ο πατέρας της Κατερίνας, μαζί με έναν ξάδελφο από το χωριό Τσιλιβί ή Πλάνος όπως το λένε διαφορετικά, είχαν τον καιρό εκείνο ένα μικρό εστιατόριο, ψαροταβέρνα, με πολύ καλά έσοδα. Στην παρέα τους, την ίδια χρονιά, έμελλε να προστεθεί ακόμη ένα άτομο.

Αλλά για να γνωρίσουμε εκείνον που προστέθηκε στη παρέα θα χρειαστεί να ρίξουμε μια ματιά στο παρελθόν. Θα θυμάστε εκείνον τον περιφερόμενο παλιάτσο που έδωσε το περιβόητο πια τυχερό καπέλο που σφύριζε στον Καφετζή τον Τάσο; Ναι ακριβώς, το καπέλο που με τη σειρά του εκείνο το φίδι ο Τάσος, για λόγους που σίγουρα δεν είχαν να κάνουν με τη φιλία, ίσως από τότε να είχε βάλει τη Μπία στο μάτι ,το  χάρισε στον Ζαχαρία. Ε  λοιπόν, τούτος ακριβώς ο άνθρωπος έτυχε να είναι θείος της μικρής κοκκινομάλλας Κατερίνας. Δουλειά δεν έβρισκε πουθενά. Τα μπουλούκια όλο και έφθιναν, τα τσίρκο ζητούσαν νεότερους κασκαντέρ και γελωτοποιούς με σύγχρονα ευρήματα που να βγάζουν αβίαστο γέλιο. Τι να κάνει λοιπόν, πήρε την απόφαση και    επέστρεψε στο Φιόρο του Λεβάντε, πα να πει στη Ζάκυνθο. Έφθασε όπως όταν έφυγε. Πανί με πανί. Δεν είχε καν ένα δωμάτιο για να κοιμηθεί.  Αλλά ήταν και φιλότιμος μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο. Ούτε που ενόχλησε τον αδερφό του και πατέρα της Κατερίνας. Προσπάθησε μονάχος να πολεμήσει και να επιζήσει.

Έβλεπαν τα παιδιά  καθημερινά  στην ακτή έναν τύπο, που περισσότερο οι κακουχίες παρά η ηλικία τον είχαν μαραζώσει, να προσπαθεί με μια πετονιά και λίγο δανικό ψωμοτύρι, να βγάλει τον άρτον τον επιούσιον. Δεν τον έμελλε να πιάσει κάτι μεγάλο. Του αρκούσε  ένας χάνος, ένας σπάρος. Δεν θα έλεγε όχι ακόμη και στα σαφρίδια . Λαχταριστός μεζές όλα τους. Ίδιο χαβιάρι ...

Όλοι τον έβλεπαν αλλά μονάχα η Κατερίνα τον πλησίασε. Λίγο το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, λίγο η έμφυτη περιέργεια, περισσότερο και από τα δύο το νεαρό της ηλικίας, η συζήτηση με τον πρώην παλιάτσο άρχισε.

Και ποιος ξέρει ποιο από όλα τα χαρακτηριστικά της κοπέλας ήταν αυτό που οδήγησε εκείνον να μαρτυρήσει τα πάντα. Ίσως τα μάτια της ...  Τα μεγάλα σαν μαγνήτης μάτια της, που σε έπειθαν να ανοίξεις τη καρδιά σου, όπως κάνεις μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς. Είπε και τι δεν είπε. Πως τον έλεγαν, πως έζησε, που είχε πάει, σε ποιες πόλεις και χωριά, σε ποια θέατρα και πλατείες είχε παίξει, πόσα χειροκροτήματα κέρδισε και πόσα με πόσα γιούχα τον κυνήγησαν .  Αυτά τα δεύτερα, που ήσαν και τα περισσότερα, συνόδευαν για πάντα τη ζωή του. Και από λεφτά; Τη τελευταία φορά, λίγους μήνες πριν, ας ήταν καλά ένας καλός καφετζής, που του έδωσε να φάει και να πιει, αλλιώς θα πέθαινε. Τον ξεπλήρωσε με το τελευταίο του περιουσιακό στοιχείο. Ένα καπέλο! Αν είχε βγάλει χρήματα στη καριέρα του; Όχι πολλά, αλλά έβγαλε! Όμως τα σκόρπισε στους πέντε ανέμους. Έτσι είναι, διαολομαζέματα- ανεμοσκορπίσματα,  που λέει και ο λαός. Η Κατερίνα τον ρώτησε γιατί επέλεξε τη Ζάκυνθο να ηρεμίσει τα πάθη της πολυτάραχης ζωής του, και να περάσει όσα χρόνια ο Θεός του οφείλει  ως υπόλοιπο.  Καταγόταν από εκεί; Είχε συγγενείς; Υπάρχουν τόσα ωραία νησιά, γιατί εδώ;

Ο ταλαίπωρος άνθρωπος τη κοίταξε βαθειά στα μάτια. Δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει ή να σταματήσει. Ήδη, είχε πει πολλά σε ένα εντελώς άγνωστο κορίτσι. Ξαναπέταξε τη πετονιά του χωρίς καμιά ελπίδα στο νερό. Χωρίς καμιά λογική, συνέχισε να μιλάει «Από εδώ είμαι καλό μου παιδί από το Λαγανά και ναι έχω, απ΄ όσο γνωρίζω συγγενείς. Τουλάχιστον υπάρχει ένας αδερφός. Όμως δεν θέλω να του γίνω βάρος.» είπε και σταμάτησε απότομα ενώ το ίδιο απότομα τράβηξε τη πετονιά. Ένας σπάρος χόρευε στην άκρη της, μια να ξεφύγει από το αγκίστρι και να μείνει και πάλι χωρίς φαγητό ο φτωχός πρώην παλιάτσος, και μια πλησίαζε προς το μέρος του, δίνοντας καινούργιο έναυσμα, στη μαγειρική δημιουργική του φαντασία.

Με την άκρη των αισθήσεών του είχε συλλάβει το ερώτημα της Κατερίνας. «Πες μου σε παρακαλώ, πώς το λένε τον αδερφό σου;» Όχι,  δεν ήθελε να το αποκαλύψει. Η ερώτηση όμως έγινε ταυτόχρονα τη στιγμή που αγωνιζόταν για την επιβίωσή του. Όλες του οι αισθήσεις ήταν στραμμένες στο ψάρι. Μη ξεφύγεις διάολε. Όλες οι κλειδαριές που φύλαγαν το φιλότιμο, τον εγωισμό για λίγο είχαν παραβιαστεί. Ήταν ανοιχτές. «Άννινο Προβελλέγγιο» δηλώνει ασυναίσθητα και αμέσως μετανιώνει. Μετανιώνει όταν βλέπει το φυσικό χλωμό στο πρόσωπο της μικρής, να έχει γίνει ακόμη πιο άσπρο. Σχεδόν σαν πανί. Πετάει γρήγορά το ψάρι σε ένα τενεκέ και αρχίζει να της τρίβει τα χέρια. «Τι έπαθες παιδί μου; Εσύ χλόμιασες!» Εκείνη  τραβάει τότε τα χέρια με δύναμη λέγοντας. «Δεν έχω τίποτα, Θείε!» ...Τόμπολα ο παλιάτσος!

Άρχισε να κοιτάει ολόγυρα σαν να μη καταλάβαινε. Τι συνέβη; Τι είπε η μικρή; Εκείνη επανέλαβε «μη με κοιτάς σα φάντασμα. Άλλος Άννινος Προβελλέγγιος από τον πατέρα μου δεν υπάρχει σε ολόκληρο το νησί. Και μάλιστα από το Λαγανά, κανείς άλλος ... Μου λες τόση ώρα, ότι είσαι θείος μου;»

Η εξέλιξη ήταν απολύτως φυσιολογική. Ο μαγαζάτορας καλοδέχτηκε τον αδερφό του, και σε συμφωνία με το συνεργάτη του, έδωσαν σε αυτόν την ευκαιρία να βγάλει τίμια το ψωμί του. Ως γκαρσόνι αυτή τη φορά. Έτσι κι αλλιώς, ήταν έξυπνος και τίμιος.  Όλα πια κυλούσαν καλά, όμορφα και ξέγνοιαστα στη μικρή  κοινωνία του Λαγανά.

 

 

 Συνεχίζεται...


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 7ο

                                                                           ΝΕΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ

 Όνειρα. Πόσοι τελικά τα πιστεύουν; Ποιος δέχεται τα προμηνύματα που του δίνουν; Θα πείτε οι περισσότεροι άνθρωποι ακόμη και αν δεν πιστεύουν, όταν δουν κάτι κακό δεν μπορεί, ανησυχούν. Το διηγούνται στο φίλο, στη φίλη στη γυναίκα και τα παιδιά έτσι να πάρουν μια τρίτη άποψη. Λες και διηγούνται το ιατρικό τους πρόβλημα στον οικογενειακό γιατρό.

Όπως δε είπαμε, αν τα καλά όνειρα δημιουργούν μια ευεξία και μια προσμονή, η οποία συνήθως δεν πραγματοποιείται, για τα κακά όνειρα τους εφιάλτες συνήθως συμβαίνει το ανάποδο. Βγαίνουν, πραγματοποιούνται αν και ευχόμαστε ο λόγος που τα είδαμε να ήταν επειδή απλά κοιμηθήκαμε με βαρύ στομάχι ή ξεσκέπαστοι ... Ουσιαστικά γνωρίζουμε από πριν τον κίνδυνο, γνωρίζουμε το θέμα και το όνειρο κλέβει σαν μαθητής σε εξετάσεις. Λίγο από εδώ λίγο από εκεί προσπαθώντας να μας δώσει να κατανοήσουμε ότι γνωρίζει ήδη, όσα εμείς έχουμε αποκλείσει στις αποθήκες του υποσυνείδητου. Είναι τόσα πολλά τα αποθηκευμένα που μπερδεύεται το κακόμοιρο και δίνει ανάμικτα σημάδια.

Ο Ζάχος παραδοσιακά, λόγω καταγωγής, έδινε μια σημασία και στα όνειρα όπως και στο κακό μάτι! Ήταν από τα ελάχιστα βράδια που κατάφερε να κοιμηθεί νωρίς, ακόμη και από τότε που έληξε ο συναγερμός της διαρκούς μιζέριας και δυστυχίας, και άρχισε να επιστρέφει κανονικά στο σπίτι, χωρίς να περιμένει πρώτα να χαθούν όλοι, και κυρίως η γυναίκα του, μέσα στο βαθύτερο ύπνο τους. Αφού γευμάτισε πρόχειρα ένα τοστ για βραδινό δηλώνοντας  « δεν έχω πολύ όρεξη», έπεσε για ύπνο. Ήταν δεν ήταν δέκα η ώρα. Δεν πρόλαβε να ακουμπήσει το στρώμα και κατευθείαν βυθίστηκε το μυαλό του, το κορμί του, ολόκληρο το είναι του σε ένα βαθύ ύπνο, που μονάχα μερικές διακεκομένες  σκόρπιες ανάσες, τον ξεχώριζαν από τον θάνατο.

Ο Ζαχαρίας χωνόταν και χανόταν,  σε ένα τέλμα χρωμάτων και απεριόριστων δυνατοτήτων. Άλλες μπορούσε να τις διαχειριστεί, και οι υπόλοιπες ακόμη τον προκαλούσαν «καμαν μπόι, καμαν» ...

Πέρα, μακρύτερα από γωνιές σκοτεινές ξεπηδούσαν σαν από κόσμους Matrix οι αντίπαλοι. Αντίπαλοι που άλλους έπρεπε να εξουδετερώσει και άλλους να προσπεράσει. Να τους αφήσει να χαθούν στον ψεύτικο κόσμο τους.

Το παιχνίδι του μυαλού αν και περίπλοκο, είχε γίνει τελικά ευχάριστο. Ανακάλυπτε ότι μπόραγε να πηδήξει τέσσερα και πέντε σκαλοπάτια μαζί, σε ένα ανελέητο κυνηγητό. Μπορούσε να πετάξει, όχι μακριά, όχι απεριόριστα, αλλά όσο χρειαζόταν για να αποφύγει τις δυσάρεστες καταστάσεις. Θέλησε να δοκιμάσει τη δύναμή του. Προσπάθησε να πετάξει ως σφαιροβόλος ένα αγκωνάρι, ζήλευε πάντα αυτούς τους ανθρώπους για τη δύναμή τους,  και παρά τρίχα δεν έσπασε τα ποδάρια του. Κατάλαβε ότι το μόνο που δεν θα μπορούσε, ούτε και στο όνειρο ακόμη, ήταν να γίνει Θεός! Κάτι κέρδιζε, κάτι όχι. Τι άλλο έχανε δεν ήξερε, και δεν ήθελε καθόλου να  μάθει.

Ξαφνικά, όπως συμβαίνει συνήθως με εκείνες τις καταστάσεις που ο νους δημιουργεί, η δράση μεταφέρθηκε σε άλλο χώρο. Ο Ζαχαρίας κοίταξε ένα γύρω βιαστικά. Σάματι κάτι του θύμιζε. Τον γνώριζε τον χώρο . Έτσι του φάνηκε. Γεμάτος πίνακες, χρώματα που κυριαρχούσε το χρυσό και το ασημί, βαριές κουρτίνες βελούδινες σε χρώμα μπορντό. Κάθε άλλος θα άρχιζε να ερευνά το χώρο. Θα προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν. Όχι όμως ο Ζάχος ... Παρά τις διαφορές που ήταν εμφανείς, είχε με μιας καταλάβει ότι ο χώρος δεν ήταν άλλος από το μαγαζάκι του. Γέλασε αλλά σιγανά. Σχεδόν από μέσα του. Δεν ήθελε να του βγει μια κραυγαλέα και πομπώδης αυταρέσκεια για την ανακάλυψη, και να δημιουργήσουν αναταραχές και δίνες σε εκείνους τους μηχανισμούς του μυαλού, οι οποίοι μέσα από δαιδαλώδεις ατραπούς, τον οδήγησαν εκεί.

Άρχισε να κάνει σαν να μη γνώριζε το χώρο. Κινείτο ολόγυρα, ως τρομαγμένο και παγιδευμένο αγρίμι σε παγίδα που ήταν αδύνατο να ξεφύγει, και εξέταζε το "νέο" του περιβάλλον. Για δες. Οι καλόγεροι με τα καπέλα είχαν αντικατασταθεί από ένα κομψότατο σαλόνι υποδοχής για φιλότεχνους. Ολόγυρα, τα ξύλινα ράφια με τις καπελοθήκες είχαν αντικατασταθεί από άλλα κομψά μεταλλικά, τα οποία ήσαν γεμάτα με πίνακες. Πολλούς πίνακες. Τράβηξε έναν από αυτούς και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μια θεσπέσια αγιογραφία. El Greco!  Πήρε στα χέρια έναν  άλλον και αυτός με παρόμοιο θέμα. Αγιογραφία. Καραβάτζιο! Να και ένα Μιχαήλ Άγγελος ... Ανατρίχιασε από δέος ...

Κοίταξε ολόγυρα με περισσότερη προσοχή, τους πίνακες τους οποίους είχε πρωτοδεί μπαίνοντας στο δωμάτιο. Όλοι αγιογραφίες! Πήρε τα μάτια του από τους τοίχους. Τα έστρεψε εκεί που κανονικά έπρεπε να βρίσκεται ο παλιός πάγκος. Δεν τον είδε. Στη θέση του αντίθετα είδε να υπάρχει ένα καταπληκτικό κρυστάλλινο γραφείο- τραπέζι.   Ακριβώς πίσω του δέσποζε σε περίοπτη θέση ο Μυστικός Δείπνος του Λεονάρντο Ντα Βίντσι.

 Πλησίασε, επάνω το νέο γραφείο είχε τα πάντα. Ότι επιθυμούσε η καρδιά ενός σημερινού σύγχρονου ανθρώπου, για να αισθάνεται πλήρης. Είχε ακροβολισμένο έναν υπολογιστή, ένα πρες παπιέ, φυσικά ντοσιέ δερμάτινο, ημερολόγιο και φως ηλεκτρονικό, που άναβε με τους χτύπους των παλαμών του. Πίσω δε από το τραπέζι μια υπέροχη δερμάτινη πολυθρόνα, υποσχόταν εργασία χωρίς κούραση και βέβαια μασάζ! Όλα ήταν ένα όνειρο! Ένα πραγματικό όνειρο...

Δεν είχε ο Ζαχαρίας από το να απολαύσει τη μοναδική στιγμή. Με ένα τεράστιο άλμα, πήδηξε πάνω από το γραφείο, αφού  μπορούσε να κάνει ότι ήθελε με το σώμα του, και  βρέθηκε να αναπαύεται στο άνετο κάθισμα. Χάιδεψε ένα , ένα όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν επάνω στο τραπέζι και μουρμούρισε «πόσο πλεονέκτης πρέπει να είναι ένας άνθρωπος για να χρειάζεται όλα τούτα ...».

Παρ όλα ταύτα ένιωσε απόλυτα ευτυχισμένος.

Ξαφνικά όμως η καρδιά του σφίχτηκε. Σιγά μην τον άφηναν οι δαίμονες του μυαλού, να ζήσει και να χαρεί με όλες του τις  αισθήσεις, το νέο του Παράδεισο.  Οι βαριές κουρτίνες απέναντι, αυτή η καλαίσθητη άποψη ντεκόρ, κουνήθηκαν αδιόρατα. Ο Ζάχος έτριψε τα μάτια του. «Μπα,» σκέφθηκε, «παραίσθηση είναι» αλλά αυτές κουνήθηκαν πιο έντονα. Προσπάθησε να μη τον κυριαρχήσει ο φόβος, αλλά δεν τα κατάφερε. Στα στερνά, φοβήθηκε. Σύρθηκε μαλακά προς το πάτωμα. Κάτω από το γραφείο. Με απελπισία πρόσεξε ότι ο συνδυασμός του υλικού του νέου του γραφείου αλλά και ο άπλετος φωτισμός, δεν του πρόσφεραν καμία κάλυψη.

Κατάλαβε ότι το γραφείο μόνο από επίθεση ίσως τον προστάτευε αλλά για να κρυφτεί, ούτε να το σκέπτεται. Πετάχτηκε με μιας ολόρθος, και με ένα άλμα σαν το προηγούμενο, βρέθηκε στο μέσο του δωματίου. Έπρεπε να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο εκείνον που ήθελε να του χαλάσει την ηρεμία. Από τις κουρτίνες ξεπρόβαλε, σαν και τότε, το μοιραίο για εκείνον  βράδυ, η νεαρή κοκκινομάλλα, η γεμάτη φλόγες κόλαση! Αλλά αυτή τη φορά, εξ αρχής ολόγυμνη! Μονάχα το καπέλο, το γνωστό δικό του καπέλο, που κρατούσε και έπαιζε ξανά μαζί του, σαν και επρόκειτο για κάποιου είδους ερωτικό κάλεσμα.

Την κοιτούσε που ερχόταν λικνιζόμενη προς το μέρος του. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Τα πόδια του είχαν κολλήσει στη γη και εκείνη ολοένα και πλησίαζε. Η νεαρή, που σαν τη θύελλα είχε συνεπάρει τη ζωή του, χαμογελούσε πλατιά. Χαμογελούσε και πλησίαζε. Όταν τον έφτασε, κάρφωσε το βλέμμα της στα μάτια του και εκείνος ένιωσε να τον διαπερνούν δυο καυτά κάρβουνα. Προσπάθησε να τα αποφύγει γυρίζοντας αλλού το κεφάλι. Όμως η νεαρή, το εγκλώβισε μέσα στα δυο της χέρια. Πέταξε πέρα μακριά, κοντά στη πόρτα το καπέλο, και με μια κίνηση ανέβηκε επάνω του περνώντας γύρω από τη μέση του τα δυο της πόδια. Άρχισε να τον σφίγγει, να τον σφίγγει όλο και πιο δυνατά.

Έσκισε το πουκάμισο του Ζαχαρία και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του, αφήνοντας να περάσει από αυτά μια ανάσα τόσο καυτή,    σαν  άνεμος των αφρικανικών ερήμων. Ζεματίστηκε ο άνδρας, κάηκαν τα σωθικά του και τραβήχτηκε. Δεν ήξερε αν έκανε καλά. Ήξερε ότι την ήθελε όπως ο διψασμένος το νερό.   Αντί όμως να  αφήσει το πόθο και την επιθυμία να ξεχυθούν και να κυλιστεί στο πάτωμα μαζί της, τραβήχτηκε κοιτάζοντας παραξενεμένος προς το μέρος της.

Τα μακριά μαλλιά της κοπέλας είχαν ορθωθεί και κουνιόνταν πέρα δώθε. Κινήσεις περίεργες σαν της φλόγας. Και ξαφνικά ο τρόμος. Η ολόλευκη νεαρή άρχισε να μαυρίζει. Ένα απαίσιο μαύρο, σαν από κάψιμο. Τα φώτα ολόγυρα άρχισαν να χάνουν τη λάμψη τους. Τρεμόσβηναν έως που έσβησαν εντελώς. Στο απόλυτο σκοτάδι, το μόνο που διέκρινε ο Ζαχαρίας ήταν τα μαλλιά της να λάμπουν και να ανεβαίνουν ακόμη ψηλότερα. Σχεδόν να αγγίζουν το ταβάνι.

Έδωσε μια και τη πέταξε εντελώς από πάνω του. Χρειάστηκε μεγάλη δύναμη. Μυϊκή και συναισθηματική. Έτρεξε προς τη πόρτα. Την άνοιξε, έδωσε μια κλωτσιά στο καπέλο, που ήταν πεταμένο εκεί κοντά, και βγήκε μαζί με αυτό, κλείνοντας πίσω του τη πόρτα.

Πετάχτηκε κλωτσώντας το κρεβάτι του. Κοίταξε ολόγυρα μέχρι να γνωρίσει. Ήταν στο δωμάτιό του ... Αλλά ήταν; Γύρισε στο πλάι οπότε ακούει τη Μπία να του λέει «γιατί κλωτσάς σαν μοσχάρι;». Ήταν! Η επιβεβαίωση δεν μπορούσε να έλθει πιο εμφατικά. Προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Δεν γινόταν. Έφτιαξε καφέ, πήρε ένα βιβλίο και προσπάθησε να ανασυνθέσει το όνειρο. Γιατί όνειρο ήταν τι άλλο; Προσπάθησε να το εξηγήσει ... Όπως ήταν φυσικό για τον ίδιο, οι αναζητήσεις, οι ερμηνείες του ονείρου άρχισαν με τον πιο παραδοσιακό τρόπο. «Λένε ότι αν δεις κόκκινο σημαίνει ότι θα συμβεί γρήγορα» σκεφτόταν. «Αχ αυτά τα κατακόκκινα μαλλιά της! Κόντεψαν να φθάσουν στον Θεό! Πόσο σύντομα άραγε μπορεί κάτι να συμβεί; Και τι θα συμβεί;» Χιλιάδες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό του. «Αλλά μήπως με προτρέπει το όνειρο να κάνω κάτι;» Όμως, τι τον προέτρεπε να κάνει το όνειρο ή να αποφύγει; Μη τυχόν του έλεγε που έπρεπε να ψάξει να τη βρει; Μήπως του έλεγε ότι αν την έβρισκε θα καταστρεφόταν; Τι στο λύκο του έλεγε; Μήπως απλά δεν του έλεγε τίποτα; Μη και ήταν ανασύνθεση απλά όλης της τελευταίας πίεσης; «Πως δεν κλώτσησα τη Μπία» σκέφτηκε και σχεδόν πνίγηκε από τα γέλια ξεσπώντας όλη τη πίεση που ένιωθε.

 

Ξημέρωσε η  Δευτέρα. Ο Ζαχαρίας είχε που είχε ξυπνήσει πολύ πρωί, πήγαν καλά οι εισπράξεις το Σαββατοκύριακο, θεώρησε ότι και να αργήσει να ανοίξει το μαγαζάκι του δεν θα συνέβαινε και τίποτα το κακό. «Σιγά» έλεγε μέσα του «δεν είμαι και υπάλληλος να χτυπάω κάρτα. Επιζήσαμε με τα λίγα, δεν θα ζήσουμε με τα πολλά; Οπότε και το χουζούρι - χουζούρι ...»

Βρισκόταν στη σελίδα δέκα  του Αναρχικού Τραπεζίτη του Pessoa, και δεν έβλεπε τι θα τον εμπόδιζε να προχωρήσει στην έντεκα και τη δώδεκα. Ήθελε να προχωρήσει την ανάγνωση του βιβλίου όσο περισσότερο γινόταν,τώρα που του δινόταν η ευκαιρία.Το τηλέφωνοχτύπησε, χαλώντας του την ηρεμία και ξαφνιάζοντάς τον. Ευεργετική η εφεύρεση, αλλά στενάχωρη και εκνευριστική κάποιες φορές. Σήκωσε το ακουστικό με δυσαρέσκεια. Ήταν ο Τάσος. Τα μαντάτα δεν ήταν καθόλου ευχάριστα. Ο Ζαχαρίας έμεινε στο ακουστικό λες και είχε γίνει στήλη άλατος. Μια πυρκαγιά από το πίσω οικόπεδο, είχε περάσει σε παρακείμενη αποθήκη με χαρτικά και για να μη τα πολυλογούμε πάει και το μαγαζάκι με τα καπέλα! Στάχτη και μπούλμπερη! 

Ο Ζάχος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να ευχαριστήσει για την ενημέρωση και να κλείσει. Ξαφνικά ο κάπελας ένιωσε να μην τον κρατούν τα πόδια του. Αισθάνθηκε τα μάτια του να κλείνουν. Φαινόταν μετά την αρχική υπερδιέγερση, να παίρνει εντολή από το μυαλό, μια εντολή που έλεγε «χρωστάς μεροκάματα στον Μορφέα» ...Ξάπλωσε όπως ήταν στον καναπέ και αμέσως τον πήρε ο ύπνος. Ένας βαθύς λυτρωτικός ύπνος.

 Εν τω μεταξύ είχε σηκωθεί η Μπία. Αθόρυβα πλησίασε. Εξεπλάγη που τον βρήκε να κοιμάται στο σαλόνι. Γνώριζε ότι είχε σηκωθεί από νωρίς. Τα υπολείμματα από τον καφέ έδειχναν ξεκάθαρα, ότι ο σύζυγός της είχε μπει από νωρίς στη ρουτίνα της ημέρας. Τι έπαθε και ξάπλωσε; Τον πλησίασε με μαλακές κινήσεις και τον σκούντησε   «τι τρέχει;» του είπε «είσαι καλά;». Πολλές φορές η ερώτηση γίνεται τυπικά, απολύτως ρητορικά. Μέσα μας γνωρίζουμε ότι έχει συμβεί κάτι που μας ξεπερνά, αλλά ρωτάμε. Μετά μετανιώνουμε κάθε την ώρα και τη στιγμή που ρωτήσαμε. Αλλά η Μπία πρόσθεσε στην ερώτηση μια δεύτερη που διευκόλυνε τη κατάσταση «δεν θα πας στο μαγαζί;»

Ο Ζαχαρίας με λόγια ανακατεμένα, σκόρπια που ερχόντουσαν από το βάθος του ύπνου του μπόρεσε να πει «ποιο μαγαζί, να ήταν κι άλλο, κάηκε!» και βυθίστηκε ακόμη περισσότερο.

Όταν ξύπνησε κάποια στιγμή, εκείνη υπομονετικά περίμενε. Η Μπία μπορεί να απάτησε τον Ζαχαρία, αλλά πάντα στεκόταν βράχος στα δύσκολα. Ακόμη και τότε ... Ώστε το μαγαζί, δεν   υπήρχε πια, κάηκε! Τον  κοίταξε βαθιά στα μάτια, και δεν τόλμησε να πει αυτό που σκέφτηκε στη κατάσταση που τον έβλεπε. Έτσι αντί να πει «σου έλεγα κάποτε να το πουλήσεις» είπε «δεν έχουμε ασφάλεια;». Γιατί πώς να το κάνουμε; Πέρασαν για λίγο καλά με το μαγαζί, αλλά τα περισσότερα χρόνια έβγαιναν ζημιωμένοι. Ο άντρας της τη κοίταξε λες και τον χτύπησαν χίλιοι κεραυνοί ταυτόχρονα. «Μωρέ, σα να έχεις δίκιο!» «που τα έχουμε τα συμβόλαια να δούμε πόσο μας καλύπτει και σε τι». Η Μπία, έβαλε δεύτερο καφέ, δεν υπήρχε πια καμιά βιασύνη, και με το πάσο της πήγε στο ερμάρι. Τακτική και νοικοκυρά. Η ασφάλεια όχι μόνο ήταν εκεί, όχι μόνο κάλυπτε ζημιές από ολοσχερή καταστροφή από φωτιά του μαγαζιού αλλά ήταν και πληρωμένη μέχρι μιας δεκάρας. Ας ήταν καλά ο Τάσος που στις δύσκολες στιγμές της οικογένειας φρόντιζε. Για άλλη μια φορά ο βολεμένος άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Αν  μπορούσε θα καταλάβαινε ότι, η ασφάλεια έπρεπε να  είχε διακοπεί τόσα χρόνια που φυτοζωούσε. Αλλά έφθασε σώα, αβλαβής και προπαντός πληρωμένη, όπως όταν την είχε πρωτοσυντάξει , έως τότε που το χρήμα άρχισε και πάλι να ρέει άφθονο στο μαγαζάκι του. "Η αγάπη μου, η καλή μου οικονόμος Μπία" σκέφτηκε και έδωσε την εύκολη απάντηση "α, τη κατεργάρα, μάζευε χρήματα δεκάρα, δεκάρα και δεν έλεγε κουβέντα!" Με ένα φιλί ευγνωμοσύνης άφησε να εκδηλωθούν οι μύχιες σκέψεις του, στο μάγουλο της γυναίκας του.  Εκείνη καθόλου δεν ξαφνιάστηκε. Τελευταία, είχε συνηθίσει αυτές τις αντιδράσεις του άντρα της."Που και νάξερες" σκέφτηκε την ώρα που δεχόταν το γεμάτο ενθουσιασμό φιλί του. Ένα ήταν βέβαιο, ο Ζαχαρίας  αν τελικά έφτιαχνε ξανά το μαγαζί του, αν ξαναπούλαγε τα καπέλα του,   θα το χρώσταγε στο ότι εκείνη στα δύσκολα χρόνια έπαιρνε χρήματα από τον καφετζή. Τον υποτιθέμενο φίλο του τον Τάσο. Και μάλιστα όχι χωρίς αντάλλαγμα. Κάθε τρίτη μέρα περίπου, στο σπίτι του απεκδυόταν κάθε τι που πίστευε. Την ηθική, την οικογένεια, τη πίστη στον γάμο. Είχε δοθεί σε αυτό το ερωτικό αλισβερίσι με σώμα και ψυχή. Της άρεσε της Μπίας; Αναστατωνόταν στην ιδέα ότι απολαμβάνει χωρίς κανείς, πλην του ερωτικού της συντρόφου, να μπορεί να γνωρίζει κάτι; Αισθανόταν κυρίαρχη που έστω με αυτό το τρόπο μπορούσε να βοηθήσει το σπίτι της, την οικογένειά της; Το σίγουρο ήταν ότι εκείνη είχε γίνει το πραγματικό αφεντικό της οικογένειας και αυτό την ικανοποιούσε.

 

Η αρχική οδύνη μετατράπηκε σε νέα προοπτική. Ουδέν κακό αμιγές καλού που λένε. Θα έχανε βέβαια κάμποσα χρήματα από τη καθυστέρηση της αποκατάστασης. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς.

Προσωρινά θα μεταστεγαζόταν όπου μπορούσε αλλά τι τα θέλετε, σε αυτή τη γωνίτσα έπρεπε να γυρίσει. Σε αυτή τον έμαθε ο κόσμος. Θα συνεργαζόταν με τη γριά, που είχε το κτίσμα, να το τελειώσουν μια ώρα αρχύτερα. Μετά, ο νους του έτρεξε στο καπέλο "αμ να ήταν μόνο οι γνωριμίες που είχα εγώ με τους πελάτες; Σιγά μη στήριξαν από μόνες τους το μαγαζί ... Όλη τη δουλειά, την έκανε το καπέλο! Εκεί, σε εκείνο το μικρό μαγαζάκι, τους πρωτοσφύριξε!» Με αυτή τη θύμιση γέλασε αλλά αμέσως το μυαλό του χάθηκε σε όλο τούτο "και τώρα που να είναι» αναλογίσθηκε «Τι να απέγινε το καπέλο;"

"Θα χάθηκε σίγουρα στη πυρκαγιά το καημένο" μονολόγησε κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι.

 Έτσι κι αλλιώς έπρεπε να περάσει από το καμένο μαγαζί. Έπρεπε, έτσι για τους τύπους, αυτό κάνουν πάντα, να κοιτάξει  μη τυχόν γλύτωσε κάτι. Το μεσημεράκι με αβέβαια βήματα, παρά τη πρόχειρη και μελλοντική λύση που του έδινε η ασφάλεια, πήγε στον τόπο που στεγαζόταν η επιχείρησή του. Το θέαμα αποκαρδιωτικό. Τι και αν διορθωνόταν το κακό ... Σήμερα του μαύριζε τη καρδιά. Προχώρησε αργά προσπαθώντας να μη γλιστρήσει στα νερά που η πυροσβεστική είχε ρίξει. Ξάφνου η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Σε μια γωνιά, πεταμένο στη λάσπη, πατημένο, βρώμικο αλλά σώο από τη φωτιά το καπέλο του, το καπέλο που σφυρίζει. Έτρεξε και το αγκάλιασε. Το έφερε στα χείλη και του έσκασε λαχταριστό φιλί. Τότε θυμήθηκε ότι στο όνειρο το είχε κλωτσήσει έξω από τη πόρτα! Μα επιτέλους, πόσα πράγματα από αυτό το όνειρο θα έβγαιναν αληθινά;  Αλλά γιατί η κοπέλα; Πόσο άραγε έπρεπε ακόμη να τον καίει; Τότε θυμήθηκε αυτό που σε στιγμή απελπισίας του είχε ξεφύγει, και ανατρίχιασε σύγκορμος «Να ξαναεμφανιζόταν και εκείνη σαν τον ήλιο, και ας με έκαιγε». Ορίστε που εμφανίστηκε, έστω στο όνειρο, και τον έκαψε! Να ένας ακόμη λόγος που έπρεπε να επιστρέψει στο μαγαζί. Η μάγισσα!

 

 

 

 

 

                                                                     ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ


«Πεθαίνω να ονειρευτώ ξύπνιος!», σκέψη που του πέρασε από το μυαλό, βγήκε αβίαστα και δυνατά από το στόμα. Ξαφνιάστηκε και ο ίδιος από το τόνο που χρησιμοποίησε και κοίταξε ολόγυρα μήπως τον άκουσε κανείς. Μπα, ποιος άλλος εκτός από τον ίδιο να βρίσκεται και για ποιο λόγο τέτοια ώρα κοντά στα καμένα; Χαμογέλασε και αναστέναξε ανακουφισμένος. Κανά δυο τέτοια ακόμη, και θα του την περνούσαν τη λευκή στολή ...  Αυτή ντε, που κουμπώνει από πίσω ... Σήμερα ντυμένος αρκετά σπορ, με ένα μαύρο τζην πανταλόνι, όμοιο μαύρο τζην πουκάμισο ανοιχτό μπροστά, λευκά παπούτσια αθλητικά, γνωστής εταιρείας, και με το καπέλο στο χέρι!  Η παραδοξότητα σε όλο της το μεγαλείο ... Αλλά παράδοξο ήταν και το Μοναστηράκι. Κατευθύνθηκε  απέναντι, λίγο πιο πάνω στο μαγαζάκι του φίλου του  μπάρμπα Νικήτα. Τσάντες, γυναικείες - ανδρικές, για υπολογιστές, σχολικές,  σακ βουαγιάζ για εκδρομές,  μικρά και μεγαλύτερα τσαντάκια,  και κάθε είδους πορτοφόλια.

«Χαίρεται μπάρμπα» χαιρέτησε τον Νικήτα. «Μπαρμπαριά και Τούνεζη φιλαράκο, αντιχαίρεται.» Του απάντησε ο μπάρμπα Νικήτας περιπαίζοντάς τον. «Τι επιθυμείς του λόγου σου κατακαημένε;» και ο μπάρμπα Νικήτας ενώ γέλαγε, ταυτόχρονα έδινε το χέρι σε ένδειξη συμπαράστασης στον Ζαχαρία, για τη ζημιά που έπαθε. «Να βρε Νικήτα μου» είπε αυτός, ενώ αυτή τη φορά το μπάρμπα φρόντισε να το στείλει περίπατο, «ένα τσαντάκι θα ήθελα να βολέψω το καπέλο τούτο. Πώς σου φαίνεται να τριγυρνώ με ένα καπέλο στο χέρι;»

Ο Νικήτας πλησίασε εκστασιασμένος. «Βρε, βρε, βρε ... Ζαχαρία μου, καλώς ή κακώς, δεν χρειάστηκε ποτέ να έλθω στο μαγαζί σου. Τι να πω. Ούτε οι ανάγκες μου το έφεραν, αλλά ούτε ο δρόμος. Να, δεν είμαι και τόσο περίεργος. Άκουσα όμως γι αυτό το ...ρημάδι. Πρέπει να είναι αυτό που ονομάζατε Καπέλο - Πουλί ... Αλήθεια βρε Ζάχο. Τώρα για πες μου την αλήθεια. Ήταν πράγματι πουλί;» Έγειρε σεμνά το κεφάλι ο Ζάχος. Απλά σήκωσε τα βλέφαρα και κοιτώντας κατάματα τον Νικήτα είπε «θα μπορούσε να είναι! ... Άλλο καπέλο πάντως δεν θα κουβαλούσα. Ότι θέλεις κατάλαβε!» «Κατάλαβα» είπε  ο Νικήτας «πάντα έτσι θα συμβαίνει. Το όφελος θα διαφέρει από την αλήθεια. Πιότερο αυτό θα τιμάμε, παρά εκείνη!» και έδωσε στον Ζαχαρία το καλύτερο και ομορφότερο σακίδιο  που διέθετε το κατάστημα. «Δώρο» του είπε «επιμένω σε αυτό» και χώρισαν φιλικά.

 

Ακρόπολη ή Θησείο; Ο Ζαχαρίας δεν ήθελε με τίποτα Μοναστηράκι. Ήθελε απομόνωση μέσα σε κόσμο πολύ και άγνωστο. Νέες φάτσες, όμορφες, άσχημες, περίεργες. Ήθελε να απομονωθεί ανάμεσα σε αγνώστους σοβαρούς, σοβαροφανείς, αλήτες που ενώ κόντευε απόγευμα κοιμούνταν ακόμη σε παγκάκια λες και είχαν σπεύσει να πιάσουν θέση για το βράδυ, ανθρώπους αστείους, καλούς, κακούς, πλούσιους, φτωχούς, τίμιους, άτιμους. Πώς θα  καταλάβαινε όλους αυτούς τους χαρακτήρες ο καλός μας καπελάς; Καμία ανάγκη να τους καταλάβει. Απλά γνώριζε, ότι όλοι τους θα βρίσκονταν εκεί. Διάσπαρτοι και θα προσποιούνταν. Μαζί και αυτός ... Ποιος θα καταλάβαινε, πέρα ίσως από μια θλίψη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του, τι συνέβαινε στον καλό μας Ζαχαρία;

Κορώνα- γράμματα, και η απόφαση έδειξε Θησείο ... Μα φυσικά! Η Ακρόπολη είναι πολύ σοφιστικέ για βαρύθυμους ανθρώπους. Λες και κάποιο μαγνητικό πεδίο ψυχής, κατηύθυνε το νόμισμα, στο να βγάλει το σωστότερο αποτέλεσμα.   Κουταμάρες. Τι πάει να πει σωστότερο. Όταν εμπιστευόμαστε την θεά τύχη και ικανοποιούμαστε με το αποτέλεσμα που αυτή δίνει,  σημαίνει ότι ήταν το αποτέλεσμα που εξ αρχής θέλαμε, αλλά διστάζαμε να αποφασίσουμε μονάχοι. Τέλος ...

 

Σχεδόν  πέντε το απόγευμα. Τα τζιτζίκια ακατάπαυστα  διαμήνυαν έως τούτη την ώρα ότι,  ζέστη πολλή υπάρχει ακόμη μπροστά μας, και οι μύγες αποδείκνυαν ότι, ο κόσμος μας βρίθει από ακαθαρσίες. Ακαθαρσίες σαν τον Ζάχο, σαν τον Τάσο, τη Μπία, την κοκκινομάλλα και όλους τους υπολοίπους.  Σχεδόν ξάπλωσε σε μια σεζ λονγκ και άπλωσε ηδονικά τα ποδάρια του. Ένιωσε την ένταση να φεύγει. Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω και σύρθηκε ακόμη πιο χαμηλά. Το δεξί χέρι, σαν πρόχειρο μαξιλάρι ήλθε και πέρασε από πίσω αγκαλιάζοντας τη βάση του λαιμού του, ενώ το αριστερό έπεσε σαν παράλυτο επάνω στο τσίγκινο τραπέζι. Κάτι όμως τον δυσκόλευε ... Τούτη τη στιγμή τα ήθελε όλα τέλεια και τέλεια  σήμαινε, να μπει το σώμα σε θέση χαύνωσης, με τις λιγότερες το δυνατόν κινήσεις! Κίνησε ελάχιστα τα πόδια του και κατάφερε να σύρει κοντά μια δεύτερη σεζ λονγκ. Αυτό ήταν. Εκεί, στα σίδερα στήριξής της, δεν ήταν τόσο γαϊδούρι πια, εναπόθεσε τις κλιτσινάρες του. Αυτό ήταν ...  Βυθίστηκε στην ανυπαρξία!

 

Ναι, αλλά ξανά μανά το Καπέλο. Θυμήθηκε το όνειρο. Η κοκκινομάλλα ή αν επιθυμείτε καλύτερα ο Σατανάς μεταμορφωμένος, στο όνειρο με το καπέλο ήλθε να τον ανησυχήσει. «Βρε κουτέ» μέμφθηκε τον εαυτό του «μα καλά δεν γνωρίζεις πώς λειτουργεί το υποσυνείδητο; Με το καπέλο ήλθε τη πρώτη φορά, κάθε φορά με αυτό θα έρχεται. Ειδικά τη πρώτη, που ανταποκρίθηκε στις επιθυμίες σου!» Φχαριστήθηκε από το πρώτο συμπέρασμα και άνοιξε τα μάτια χαμογελώντας. Κόντεψε να πέσει από τη σερζ λονγκ σαν είδε την απελπισμένη έκφραση της δεσποινιδούλας από πάνω του να ικετεύει «μιλήστε μου κύριε, πάθατε κάτι;» Ήταν η γκαρσόνα! Η καημενούλα, είχε αφήσει το δίσκο πάνω στο τραπεζάκι και μιλώντας του προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν άρρωστος και μάλιστα πόσο σοβαρά. Έστρεφε το κεφάλι με αγωνία δώθε κείθε για βοήθεια και έδειχνε έτοιμη να φωνάξει το αφεντικό, όταν ο χαμένος, επανήλθε στον κόσμο απ όπου προσωρινά είχε δραπετεύσει.

«Συγγνώμη που σε ανησύχησα γλυκιά μου» της είπε «ήμουν κουρασμένος και με πήρε ο ύπνος. Λυπάμαι γι αυτό ... Μια μπύρα θα ήθελα». Η κοπέλα που είχε ανακτήσει τη ψυχραιμία της, του χαμογέλασε με ανακούφιση. Δεν ήταν και λίγο  βλέπετε να της συμβεί μια «ανάσταση» μπρος στα ίδια της τα μάτια. Αποφάσισε, από ένστικτο, ότι αυτό έπρεπε να κάνει. Η μάνα της έλεγε «υπάρχουν και χειρότερα». Έτσι θέλησε με τη σειρά της, επιδεικνύοντας μια ατέλειωτη σειρά μαργαριταριών  που έκρυβε μέσα σε  εκείνη τη ζωγραφιά, που οι υπόλοιποι θνητοί συνήθως αποκαλούμε στόμα, να μεταδώσει τούτο το πνεύμα αισιοδοξίας στον πελάτη που ανέλαβε να εξυπηρετήσει, και χαμογέλασε πλατειά. Αντί για οτιδήποτε άλλο ρώτησε «τι μάρκα προτιμάτε;» Τι άλλο να έλεγε; Ο Ζάχος ανακάθισε. «Οινόπνευμα να έχει, και ότι νάναι κούκλα μου, αλλά επειδή είμαι άφαγος, φέρε και μπόλικη ποικιλία. Τη μεγαλύτερη!» και ξαναξάπλωσε κλείνοντας τα μάτια. Αυτή τη φορά η γκαρσόνα ήξερε ...

 

«Ωραία,  κάποτε είχα ευχηθεί ας τη βρω και ας καώ ή κάπως έτσι. Λοιπόν ότι καιγόμουν ήλθε με τη μορφή ενός πόθου. Τι πιο φυσικό. Ένας πόθος που με έκαιγε μου διαμήνυε ότι καιγόταν κάτι δικό μου ... Αλλά η αλήθεια είναι, ότι πολλές φορές είχε στο παρελθόν γίνει συζήτηση για τον εν δυνάμει κίνδυνο που στοιχειοθετεί το οικόπεδο. Όλο λέγαμε να το καθαρίσουμε και όλο έτσι έμενε. Ορίστε τώρα ... Οπότε τα προμηνύματα υπήρχαν καταγραμμένα στο υποσυνείδητο. Οι φόβοι ήσαν εκεί καταχωρημένοι. Γιατί στο όνειρο εκδηλώθηκαν με τη μορφή της καυτής γυναίκας είναι το προφανές. Φυσικά ένα ερώτημα παραμένει το πώς; Γιατί να δω εκείνο το μοιραίο βράδυ το προφητικό όνειρο;  Θυμάμαι» διαλογιζόταν ο Ζαχαρίας «κάποτε να διηγείται ο Φρόυντ σε κάποιο βιβλίο του. Ήταν λέει κάποιος που το πρωί θα πήγαινε να πιάσει μια εργασία. Από βραδύς τον είχε συνεπάρει η αγωνία αν ξυπνήσει το πρωί. Το βράδυ λοιπόν, βλέπει ένα όνειρο. Ότι είχε πιάσει δουλειά σε ένα πανάκριβο εστιατόριο. Συνεχώς μετέφερε δίσκους φορτωμένους με ακριβά σερβίτσια. Κάποια στιγμή, ο δίσκος είναι φορτωμένος ίσαμε εκεί που δεν παίρνει άλλο. Πιάτα από πορσελάνη, κρυστάλλινα ποτήρια ... Ολόγιομος ο δίσκος. Αρχίζει να χάνει την ισορροπία. Ο δίσκος πέφτει με ένα τρομακτικό πάταγο κάνοντας τον δύστυχο, που έβλεπε το όνειρο, να πεταχτεί από τον ύπνο του με τη καρδιά να χτυπά σαν ταμπούρλο από την αγωνία και τον ιδρώτα να τρέχει. Σαν ησύχασε λίγο, διαπίστωσε ότι χτυπούσε δαιμονισμένα το ξυπνητήρι που είχε βάλει ώστε να τον ειδοποιήσει για την συνέντευξη για τη νέα του εργασία!» υποσυνείδητο λοιπόν και όνειρα ... «Αλλά αυτό ακόμη δεν εξηγεί το γιατί να το δω εκείνο το βράδυ».

Αυτή τη φορά, ο ευαίσθητος και διακριτικός ήχος που έκανε ο δίσκος όταν η νεαρή κοπέλα τον άφησε στο τραπεζάκι δεν τον ξάφνιασε. Αλλά ούτε εκείνη ανησύχησε με τη κατάσταση νιρβάνας του πελάτη. Μια κατάσταση που αυτή τη φορά δεν κράτησε πολύ. Ανασηκώθηκε και παρακολούθησε ως τη τελευταία λεπτομέρεια τον τρόπο που η πανέμορφη γκαρσόνα τακτοποιούσε τις παραγγελίες στο μικρό τραπεζάκι. Α, μα ήταν ιδιαίτερα ικανή κοπέλα. Όλα με τάξη και σειρά. Ήλθε και η σειρά της μπύρας. Από τις γνωστές Ελληνικές. Η νεαρή, τη σήκωσε, την έβαλε έμπειρα ανάμεσα στα πόδια της, τι συνειρμοί κι αυτοί, και με μια απαλή κίνηση πέταξε το καπάκι από πάνω.

«Να σας σερβίρω κύριε»  είπε κοιτώντας τον Ζάχο στα μάτια.  Κάπως διαφορετική ήταν η χροιά της φωνής της. Τουλάχιστον έτσι του φάνηκε ... Και η μπλούζα; Πώς του έκανε ότι τη προηγούμενη φορά ήταν περισσότερο κουμπωμένη ενώ τώρα ... Τώρα, διακρινόταν ψηλά κάτω από το λαιμό της ευχάριστα, η νεανική της τρυφερότητα.

Είχε αρχίσει να νιώθει άβολα ο άνδρας. Ήθελε να πιει μια μπύρα, κάτι δροσερό επιτέλους και να ησυχάσει. Να ονειρευτεί, όμως μονολόγησε πιο πριν, ξύπνιος. Να αναπλάσει τις στιγμές, να ανασκευάσει το όνειρο εφιάλτη, να διασκεδάσει τους φόβους του. Άλλη μια φορά όμως,  κατά πως φαινόταν, έμελλε να συνεργαστούν Θεός και διάβολος. Ο καθένας για το δικό του σκοπό, και θωρώντας τις εξελίξεις από τη δική του πλευρά. Όπως και τότε με τον Ιώβ. Έτσι και τώρα. Έβλεπε λοιπόν ο καπελάς,   να πλησιάζει με θράσος, τον ταλαιπωρημένο του πια αν όχι γέρικο  κορμό , πρόσχαρο νεανικό πουλί, ζητώντας να φτιάξει φωλιά, στο ανάριο  φύλλωμα που είχε απομείνει ... Να έκανε λάθος; Διάολε όχι δα! Μπορεί να απέφυγε τις περιπετειούλες απ όταν παντρεύτηκε την Μπία, αλλά πριν, του είχε δώσει να καταλάβει. Μπορούσε να ξεχωρίσει από μακριά το ερωτικό κάλεσμα. Ίσως, αν δεν του είχε συμβεί η περιπέτεια με τη κοκκινομάλλα μάγισσα, ηθελημένα να παρερμήνευε την προκλητική συμπεριφορά της νεαρής γκαρσόνας.  Η συνήθεια βλέπετε, το μπούχτισμα, ο φόβος. Όμως τώρα πια ... Ο άνθρωπος είχε ξελαμπικάρει! Σήκωσε, είναι αλήθεια με προσοχή, το γάντι που του έριξε η γκαρσόνα, και απάντησε στη πρόκληση.

«Πόσο χρονών είσαι καλή μου, αν επιτρέπεται βέβαια;»  ρώτησε, καθαρίζοντας πρώτα με βία τον λαιμό του, για να μην ακουστεί χυδαία και αποκρουστική, η επιθυμία που τόσο ξαφνικά ένιωσε να τον πνίγει. «Πως,» απάντησε αβίαστα, και σαν να ήταν έτοιμη από ώρα πολλή  η κοπέλα «είμαι είκοσι δύο, τον Νοέμβριο θα κλείσω τα είκοσι τρία». Γέλασε ο ώριμος άντρας με την απάντηση. Κλασσική απάντηση νεαρού ανθρώπου που βιαζόταν να μεγαλώσει. «Καλά, άσε τα είκοσι τρία, τώρα να χαρείς όλα σου τα είκοσι δύο» πρότεινε ο Ζάχος και γέλασε, «να τα χαρείς με όλους τους τρόπους γιατί είσαι πολύ όμορφη» άφησε το υπονοούμενο και την κολακεία να φύγουν παρέα και όπου σταθούν. Η μικρή, χαμήλωσε το βλέμμα χαμογελώντας. Με ένα φευγαλέο «ευχαριστώ» γύρισε στη εργασία της, ενώ συχνά έριχνε κλεφτές, τάχα αδιάφορες ματιές, προς το μέρος του.  Αραιά και που ο Ζάχος ένιωθε να τον καίνε φλογίτσες ολόγυρα. Κοίταζε γύρω του τίποτα. Ανατρίχιασε. Έλα Ζάχο μου, μη κάνεις έτσι. Πρόσεξε καλύτερα ... Ορίστε, α μπράβο! Η μικρή γκαρσόνα με τη φίλη της, όμορφη φυσικά και αυτή, σε έχουν φάει με τα μάτια! Τα κρυφόγελα τα βλέπεις; Αλήθεια. Ποτέ ένας άντρας δεν θα μπορέσει να καταλάβει πότε τον «θάβουν» οι γυναίκες και πότε μιλούν επαινετικά γι αυτόν. Όχι πριν την επόμενη τελική τους κίνηση! Τη δική τους ή τη δική του ... Τότε θα ξέρει ...

Η αλήθεια είναι ότι ο Ζάχος δεν εννοούσε να καταλάβει τι μπορεί να αποζητούσε μια τόσο νεαρή και όμορφη ύπαρξη από αυτόν. Να της τραβήξει κάποια έξοδα οκέυ. Μέχρι εκεί το καταλάβαινε και υπάκουε υπό αυτές τις προϋποθέσεις. Βλάκας δεν ήταν. Αλλά υπήρχε ένας τόσο καθαρά ερωτικός τρόπος από πλευράς του κοριτσιού, που αν επιβεβαιωνόταν ... Καλά, άσχημος άνδρας δεν ήταν ο Ζάχος.  Ακόμη και για την ηλικία του συγκαταλεγόταν ακόμη ανάμεσα στους εμφανισιακά αξιοπρεπείς άνδρες. Και ίσως κάτι περισσότερο. Τους ακόμη επιθυμητούς. Γυμνασμένος; Ούτε «φέτες» αλλά ούτε και πλαδαρός. Από μυαλό αλφάδι. Μπορούσε να αρχίσει το σεξ ακριβώς από εκείνο το σημείο του γυναικείου σώματος. Το μυαλό! Αλλά , αν εξαιρέσει κανείς τη σατανική παρεμβολή της κοκκινομάλλας, δεν  θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να εμπνεύσει την επιθυμία, τον έρωτα σε νεαρά κλωσσόπουλα.. Ούτε για πρόχειρες σχέσεις της μιας φοράς. Και ερχόταν μια μπυροκατάνυξη, σε κατάσταση νιρβάνα στο Θησείο, να αποδείξει ότι όλες αυτές οι σκέψεις που είχε για τον εαυτό του απλά δεν ίσχυαν;

Ήπιε σιγά, σιγά τη μπύρα απολαμβάνοντας τη, ζήτησε δεύτερη, αυτή τη φορά ποτήρι μικρό. Προσπάθησε να μη φανεί πεινάλας καταβροχθίζοντας τους μεζέδες. Τα κατάφερε στον αυτοέλεγχο. Θα έτρωγε μια και καλή στο σπίτι.

 

Ο Ζάχος βαρέθηκε. Δεν είχε φάει καλά,  τι να του κάνουν τα μεζεκλίκια, ήταν μερακλής, προτιμούσε το σπιτικό μαγειρευτό φαγάκι. Ήπιε περισσότερο από όσο συνήθιζε, το περισσότερο πιοτό χωρίς τον ελάχιστο μεζέ , λεφτά μετρημένα, μαζί και η στενοχώρια για το μαγαζί, αν τα προσθέσεις μαζεύονται πολλά. Ένιωσε ότι έπρεπε να φύγει. Σήκωσε το χέρι να πληρώσει. Μέσα του σκεπτόταν «ας φύγω τουλάχιστον με τη δροσερότερη εντύπωση, την εικόνα της πιτσιρίκας» και χαμογέλασε στην ιδέα. Ξαφνιασμένος όμως είδε να πλησιάζει η φίλη της. Όχι πως τον στενοχωρούσε και η δική της εικόνα. Πανέμορφη κοπέλα. Χρυσόξανθα μαλλιά, εντυπωσιακή μίνι φούστα, άφηνε να φανούν τα μακριά καλλίγραμμα πόδια της. Αν και λεπτή, περιέφερε ένα   ιδιαίτερα μεγάλο μπούστο που παρά το μέγεθός του ήταν ολόστητο. Με δυο λόγια εκπληκτική ομορφιά! Έλα όμως που η άλλη ήταν ο τύπος του Ζάχου ... Ο ένας από τους δύο. Ας το δούμε κάπως έτσι. Επέλεξε να παντρευτεί μια όμορφη ξανθιά κοπέλα, που ακόμη υπεραγαπούσε. Από κει και πέρα, θαύμαζε κάθε τι σε ξανθό, αλλά αν επρόκειτο να απατήσει τη γυναίκα του δεν θα το έκανε ούτε με την ωραιότερη εκδοχή της. Ούτε με την πιο ωραία ξανθιά! Με κοκκινομάλλα ναι. Το έκανε ήδη. Με μαυρομάλλα επίσης. Η καστανή απόχρωση καθόλου δεν τον ενδιέφερε, ακόμη και αν επρόκειτο για γυναίκα ποίημα! Ας διάβαζε το ποίημα μονάχη, χωρίς αυτόν ... Και η κοπέλα που τον εξυπηρέτησε είχε κοντά, αλλά κατάμαυρα μαλλιά. Και γαλάζια μάτια! Τι συνδυασμός και αυτός ... Να σου ματώνει τη καρδιά. Ειδικότερα όταν αποτυπώνονται σε δέρμα σκούρο, μελαμψό, από τον ήλιο  λες και είναι πίνακας του Φαμπιάν Πέρεζ. Αν τη έβλεπε κανείς με μια διάθεση μετά- ιμπρεσιονιστική, θα υποκλινόταν   στον Γκωγκέν.

Αλλά όπως και να τη δει κανείς ήταν εκεί. Υπαρκτή, λαχταριστή,  ζώσα, να αποπνέει τη δροσιά,  την αφέλεια μα και τη πονηριά

της νεότητας της. Μέσα όμως από αυτή, τη νεότητα, πηγάζει και κάτι άλλο. Η άγνοια κινδύνου ... Καλύτερα μακριά λοιπόν. «Εκείνη δεν γνωρίζει τους κινδύνους, εγώ που τους γνωρίζω που πάω;» σκέφτηκε ο Ζάχος και αμέσως μετά «Καλύτερα που ήλθε  ξανθιά. Να πληρώνω και να του δίνω». «Τι οφείλω;» ρώτησε σαν πλησίασε η επί γης θεά «δέκα τρία ευρώ και ογδόντα λεπτά κύριε» είπε ευγενικά εκείνη. Ο Ζάχος της έδωσε δέκα πέντε και της είπε να τα κρατήσει. Ευχαρίστησε όπως είναι φυσικό και σκύβοντας να μαζέψει τα πράγματα από το τραπέζι του ψιθύρισε «είναι έξι παρά είκοσι. Η Κλαίρη σχολάει στις έξι ακριβώς. Μέχρι να αλλάξει να υπολογίζετε κανά δεκάλεπτο . Ρωτάει αν θέλετε να συναντηθείτε και αν ναι  που να γίνει αυτό;».

Ο Ζάχος είχε πραγματικά πέσει από τα σύννεφα. Οι εξελίξεις έτρεξαν πιο γρήγορα από τις σκέψεις του. «Να καλή φίλη» ήταν η πρώτη του σκέψη και μάλιστα ανέξοδη. «Γρήγορα αν θέλετε, θα με καταλάβουν!!» «Οκέυ,» απάντησε ο Ζάχος, «να συναντηθούμε, αλλά με αιφνιδιάσατε κορίτσια, που να σκεφτώ; Θα περιμένω εδώ και όταν βγει θα την πάρω από πίσω. Απολύτως διακριτικά. Μην απομακρυνθεί. Αν τυχόν κολλήσω κάπου, ας περιμένει. Αν μπορέσεις όμως να μου πεις που θα περιμένει έλα να μου το πεις, ίσως να μη την έχω δει να φεύγει. Κόσμος πολύς βλέπεις. Σίγουρα θα πάω. Κλαίρη λένε τη φίλη σου;»

«Ναι» ήταν η απάντηση της ξανθιάς και ξεκινώντας να φύγει κοντοστάθηκε. «Οκέυ σε όλα» είπε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι προς το μέρος του. Η συμφωνία είχε κλείσει.

 

Ο Ζάχος άρχισε και πάλι να νιώθει σαν σχολιαρόπαιδο. Και αυτή τη φορά σίγουρα μπορεί και πάλι να μην υπήρχε εξ αρχής προμελέτη αλλά η συμμετοχή στο διαφαινόμενο «έγκλημα» ήταν μάλλον περισσότερο οργανωμένη και αποδεκτή από μέρους του. Είναι να μη πάρει φόρα που λένε. Το ποτήρι με τη λιγοστή πια μπύρα ήταν το μόνο που είχε απομείνει να του κάνει παρέα. Είχε πλέον συμμαζευτεί. Δεν ήταν ο Ζάχος ο Νιρβάνας. Καθισμένος σωστά πλέον στη σεζ λονγκ, να μη δίνει κακή εντύπωση, διαρκώς κοίταζε το ρολόι του .Οι δείχτες έδειχναν κολλημένοι. Έξι παρά τέταρτο. Όπου ξαφνικά οι αισθήσεις του εκτινάχθηκαν στα ουράνια! ... Ήταν ψευδαίσθηση λόγω αυτού που περίμενε να ζήσει έτσι δεν είναι; Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του. Ένα άρωμα τον είχε κατακλύσει. Γνωστό και μη εξαιρετέο. Κυριολεκτικά τον τράβαγε από τα ρουθούνια. Σκέφθηκε να μην υποταχτεί στις ψευδαισθήσεις του ακόμη μια φορά. Έκλεισε τα μάτια, το άρωμα γινόταν περισσότερο δυνατό «καμιά παλιόγρια πάλι» σκέφθηκε. Δεν ήθελε να κοιτάξει ... Και όμως κοίταξε. Λάθος! Κοίταξε προς εκείνη τη πλευρά απ που η «ενόχληση» ερχόταν  περισσότερο έντονη.

 

Γυμνά τα πόδια στη πλάτη μιας σεζ λονγκ στην οποία καθόταν ένας κύριος γύρω στα εξήντα, με κοστούμι γκρίζο, φαλάκρα σαν οροπέδιο, και γραβάτα κιτρινωπή σαν τσίρλα ... Δίπλα της ένας νεαρός γεμάτος τατουάζ. Αυτός φορούσε σκισμένα της μόδας τζην αλλά στα ποδάρια παντούφλες που ανάμεσα από αυτές πρόβαλαν σαν σκουλήκια τα δάχτυλα, όταν μπορούσε να τα δει κανείς ανάμεσα από τη βρώμα και το χώμα. Όσο για τα νύχια του χεριών και των ποδιών του ...  Μάλλον θα σκαρφάλωνε σε δέντρα, γαντζωμένος μονάχα με αυτά! Ανάμεσα όμως από τους δύο, όμορφη, καθαρή, θεσπέσια, όμοια διάολος ακόμη και στο φως της ημέρας, ήταν εκείνη! Ο Ζάχος, ευτυχώς ή δυστυχώς αυτή τη φορά δεν λάθεψε. Την είχε βρει! Και τώρα; Πώς να της μιλήσει; Καλά τον γκρίζο άνθρωπο δεν τον υπολόγιζε αλλά τον πίθηκο έως που τον φοβόταν ... Από την άλλη, σε λίγο είχε ραντεβού και με τη Κλαίρη. Όχι, δεν ήθελε να δώσει κακή εντύπωση. Είχε αυτό το κάλο. Η εντύπωση πάνω απ όλα, η έξωθεν καλή μαρτυρία. Κάτι έπρεπε να κάνει. Τι όμως; «Σκέψου βλάκα» πίεσε τον εαυτό του «κάνε τη να ενδιαφερθεί αυτή για εσένα, τουλάχιστον να σε δει , να σε γνωρίσει και μετά ...»

 

Η τύχη τον ευνόησε. Όλα στραβά του πήγαιναν σήμερα αλλά είδε από το απόγευμα να αλλάζουν κατεύθυνση. Κάτι η Κλαίρη, κάτι η εμφάνιση της κοκκινομάλλας, το νόμισμα που τον οδήγησε εκεί αντί για την Ακρόπολη. Κάτι άλλαζε. Συν Αθηνά δεν λένε; Ενώ λοιπόν η τύχη απέδειξε άλλη μια φορά πόσο ευνοϊκή ήταν μαζί του αυτές τις ώρες, η ξανθιά γκαρσόνα τον πλησίασε και του μετέφερε μήνυμα, ότι δηλαδή η Κλαίρη θα σχόλαγε σήμερα στις έξι και μισή, αντί των έξι, γιατί θα καθυστερούσε η κοπέλα που  την αντικαθιστούσε, ενώ ταυτόχρονα του έδινε σημείωμα «για να μη χαθούμε», το ακριβές σημείο της συνάντησης, εκείνος έπρεπε κάτι να κάνει για να τον δει η κοκκινομάλλα.  Ρώτησε για την τουαλέτα την γκαρσόνα και εκείνη ανυποψίαστη του υπέδειξε πως θα τη βρει. Τότε ο Ζάχος, «σκόνταψε» στο τραπεζάκι του δημιουργώντας μια σχετική αναστάτωση, αφού κατάφερε να το ανατρέψει.

Ζήτησε φυσικά συγγνώμη από τον περίγυρο, αλλά η γελοιοποίηση που υπέστη ήταν το λιγότερο που τον ένοιαζε. Εδώ που τα λέμε, αν για ένα τέτοιο λόγο, δεν ήθελε πια να βγει μαζί του η Κλαίρη, στα παλαιότερα των υποδημάτων του. Κοίταξε κλεφτά και ω του θαύματος! Το αντικείμενο του πόθου, η γυναίκα διάολος,  το απόλυτο θηλυκό τον είχε αναγνωρίσει ... Οι δυο άνδρες που τη συνόδευαν, δεν είχαν προσέξει το ξαφνικό της ενδιαφέρον για τον βλάκα που με μια δυο   μπύρες μέθυσε και τα έκανε όλα άνω κάτω. Εκείνη όμως, σπίρτο μονάχο, είχε καταλάβει. Καθόλου δεν ήταν μεθυσμένος. Και όσο περισσότερο τον παρακολουθούσε να κατευθύνεται προς το μαγαζί, έμπειρη γυναίκα παρά τη νεότητά της, τόσο βεβαιωνόταν για τις υποψίες της.

Όλα, έγιναν για αυτή. Μονάχα για αυτή, σκέφθηκε και κολακεύθηκε. Πώς να το κάνουμε, όσο και αν γνωρίζει ο καθένας τον εαυτό του, η επιβεβαίωση, άμεση ή έμμεση που του παρέχει τρίτος, γίνεται ευμενώς αποδεκτή.

Ζήτησε συγγνώμη και τινάχτηκε όρθια σαν ελατήριο. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο γκρίζος κύριος. Εκείνη έσκυψε διακριτικά, υποκριτικά, και τον χάιδεψε στο μάγουλο, παρουσιάζοντάς του όσο μπορούσε σε μεγαλύτερο βάθος, το ντεκολτέ της που ήταν αβυσσαλέο. Κέρωσε ο καημένος. «Γλυκέ μου, μη ρωτάς ποτέ μια γυναίκα πράγματα, γιατί μπορεί να πάρεις απαντήσεις που δεν θα ήθελες.» και έκανε να φύγει. Το αριστερό της χέρι βρέθηκε παγιδευμένο σε μια τανάλια που την έκανε να σκύψει αυτή τη φορά με το ζόρι. Ήταν ο «πίθηκος» που την ανάγκασε να σκύψει «άσε τα ψόφια σε μένα μωρή. Που στο διάολο πας;» Η κοκκινομάλλα δεν τραβήχτηκε. Καβάλησε απλά επάνω του και ανέβασε όσο πιο ψηλά μπορούσε το λευκό της φόρεμα, αποκαλύπτοντας τα θεϊκά της πόδια. Έσκυψε πάνω του, τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε «ήδη το ξέρεις. Με νιώθεις κι όλα; Από κάτω δεν φοράω τίποτα! Για λέγε κε μαλάκα  μου,  θα με δείρεις μπροστά σε όλο τον κόσμο αν σε κατουρήσω;»

Ο πίθηκος έκανε μια βεβιασμένη κίνηση απέχθειας προς τα πίσω. «Σάλτα και πηδήξου!» της λέει. Η κοκκινομάλλα σηκώνεται γελώντας και απομακρυνόμενη του πετάει «ευχαριστώ για την ευχή, όταν γυρίσω ξέρεις εσύ χα,χα,χα» και με αυτό το σαφέστατο υπονοούμενο, κλείνει το μάτι δείχνοντας τον γκρίζο εξηντάρη ... Επιτάχυνε. Αρκετά την καθυστέρησαν οι ηλίθιοι. Από το βράδυ που είχε βρεθεί ερωτικά με εκείνο τον μαγαζάτορα, με εκείνο τον περίεργο τρόπο, από εκείνο το βράδυ είχε ζήσει πολλά αλλά ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο. Κάτι η έμφυτη αθωότητα του εραστή της, κάτι οι ειλικρινής αρχική όσο και ένθερμη άρνησή  του, κάτι η εμπειρία των χρόνων που είχε στη πλάτη του σε συνδυασμό με τη δική της εκδηλωτικότητα, έκαναν εκείνη τη νύχτα αλησμόνητη όχι μονάχα για εκείνον αλλά και για την ίδια. Υπήρχε και κάτι άλλο. Η υπεροχή του πλάσματος που ξελόγιασε έναν αφιερωμένο σύζυγο, της δημιουργούσε ένα σύμπλεγμα ενοχής και θριάμβου που όλο μαζί ήταν απολύτως αφροδισιακό και σίγουρα ερεθιστικό ... Και να που σε όλα αυτά προστέθηκε κάτι ακόμη. Κατάλαβε ότι και αυτός δεν την είχε λησμονήσει! Ήθελε να την ξαναδεί!

Αν όλα αυτά δεν άξιζαν κάθε κίνδυνο, κάθε ερωτικό ρίσκο, ας εξηγούσε κάποιος σοφός στην διαόλισα, για ποιο ερωτικό θέμα θα έπρεπε να ρισκάρει. «Συγγνώμη δεσποινίς, οι γυναικείες τουαλέτες;» «Ευθεία, κάτω στο υπόγειο. Υπάρχουν ταμπέλες που δείχνουν. Ανδρικές - Γυναικείες. Δίπλα, δίπλα. Μη γελαστείτε χαχα» Γέλασε και η κοκκινομάλλα και χύθηκε σαν τον άνεμο στις σκάλες, αφήνοντας τις δυο γκαρσόνες να απολαμβάνουν το πέρασμά της. «Ωραία γυναίκα» είπε η Κλαίρη. «Πουτάνα περιωπής» δήλωσε στο αυτί της η ξανθιά. «Παρ όλα αυτά όμορφη μα την αλήθεια.»  Μια παραγγελία ήταν έτοιμη να φύγει από τη Κλαίρη αλλά πετάχτηκε και την πήρε η ξανθιά «άστη» της είπε, «εσύ ρίξε καμιά ματιά στον δικό σου. Για κοίτα μη κάνει τίποτα με αυτό το γύναιο. Διακριτικά ε;» Η Κλαίρη αιφνιδιάστηκε. «Καλά πιστεύεις ότι λες; Μα μόλις κλείσαμε ραντεβού!» «Ναι» απάντησε η ξανθιά, άλλος διάολος αυτή, «αλλά μόλις ο δικός σου, το ραντεβού σου, όπως  τον λες, ήλθε στη τουαλέτα, από κοντά κόπιασε και το πορνίδιο», «Απλά, σου λέω να προσέξεις ...» πρόσθεσε και έφυγε με τη παραγγελία.  Η μελαχρινή γκαρσόνα έμεινε για λίγο να την παρατηρεί καθώς απομακρυνόταν. Διάφορες σκέψεις συγκρούονταν μέσα στο όμορφο κεφαλάκι της. Από τη μια έδινε δίκιο στη φίλη της. Περισσότερο έμπειρη, δεν είχε άλλωστε λόγο να τη κακοκαρδίσει, μάλλον έπρεπε να πάρει σοβαρά όσα της έλεγε. Από την άλλη όμως ... Ο κύριος που καθόταν απέναντι με τα μαύρα τζην έδειχνε πολύ σοβαρός. Αυτός ήταν ο λόγος που της τράβηξε το ενδιαφέρον. Σοβαρός , άνετος και σαφέστατα κάθε άλλο παρά ένα επιπόλαιο αλάνι. Από την άλλη, η γυναίκα που υποτίθεται ότι ήταν ανταγωνίστρια της, ήταν πραγματικά όμορφη. Αυτό έπρεπε να το παραδεχτεί. Είχε μια ομορφιά που θα κόλαζε κάθε άνθρωπο, ακόμη και άγιο. Όμως είχε πάνω της και κάτι το αλάνικο.  Η κοπέλα ήταν μικρή αλλά όχι εντελώς άμαθη. Γνώριζε ότι αυτός ο τύπος γυναίκας μπορεί να τρελάνει κάθε άντρα, σχεδόν να τον αναισθητοποιήσει. Είχε όμως τη γνώμη όμως ότι μπορούν να το κάνουν μονάχα το βράδυ. Τότε, που οι φυσικές άμυνες υποχωρούν, και χορεύουν στις γωνιές, μέσα στις σκιές, οι επιθυμίες παρέα με τις προκλήσεις. Τότε ναι. Η κυρία θα είχε το πάνω χέρι. Αλλά μέσα στο φως της ημέρας; Ακόμη έφεγγε ... Τα φκιασίδια, που το βράδυ απαστράπτουν μέσα  στη Κόλαση, τώρα δείχνουν τόσο την  επιτηδευμένη προσπάθεια να αναδειχτεί μια μεγαλοπρέπεια που χάνεται. Μια ομορφιά που ξεφτίζει.

Είναι λοιπόν δυνατόν ο δικός της να μπλέχτηκε με τούτο το γύναιο μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας; Αδιανόητο ... Και να τον ελέγξει. Πώς; Να αρχίσει να τρέχει  από τουαλέτα σε τουαλέτα; Χώθηκε πίσω από το μπαρ, αποφασίζοντας ότι θα πάει στο ραντεβού, αλλά όχι πίσω από τα ίχνη του ανθρώπου που θέλει σαν εραστή. Τέρμα και τελείωσε. Γυναίκα είναι, όχι κανένα παλιόσκυλο!

                                                                      

Συνεχίζεται                                                          


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 6ο

                                                                                        ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ

Το δυστύχημα με τα ωραία όνειρα είναι ότι ενώ δημιουργούν ψυχική ευφορία και καλές προσδοκίες, συνήθως διαρκούν λίγο. Λίγο, και συνήθως δεν σημαίνουν τίποτα. Έτσι και με τη ζωή όταν αρχινά ονειρικά. Όμορφα, καλά, όπου τα θέλω  δύο ανθρώπων έρχονται και συγκρούονται  με τα «δεν μπορείτε» του κόσμου όλου. Και μετά η πραγματικότητα. Η ιδιοτέλεια του καθενός, ο εγωισμός του, η ξεροκεφαλιά, τα χρόνια που περνούν ανεκμετάλλευτα και δημιουργούν τέλμα, συγκρούσεις, αποξένωση.

Η Χαραλαμπία, η γλυκιά εκείνη ξανθιά ύπαρξη της Μυτιλήνης, που από μια ιδιοτροπία είχε περιορίσει το όνομά της στο ακαλαίσθητο Μπία, μετά τον γάμο καθόλου δεν νοιαζόταν αν η νέα εκδοχή του ονόματος που επέλεξε ηχεί όμορφα ή όχι.  Κάποιοι φίλοι γνωρίζοντας αυτή της την ιδιοτροπία την πείραζαν, την αποκαλούσαν με το βαφτιστικό της, «Χαραλαμπία». Ξίνιζε. Άλλοι προσπαθώντας να αλλάξουν τον βαρβαρισμό που είχε επιλέξει ως όνομα με κάτι πιο εύηχο, την  αποκαλούσαν «Χάρις» ... Εκείνη αντιδρούσε και πάλι λες και της έριχναν καυτό νερό! «Αυτά είναι για τις λωλότες» έλεγε. Επέμενε στο Μπία. Μια ιδιοτροπία περίεργη. Στην αρχή ήταν διασκεδαστικό. Τα χρόνια του έγγαμου βίου όμως το Μπία έγινε ταυτόσημο της Βίας. Της ολοκληρωτικής συμπεριφοράς, της απαξίας, από τις οποίες το μεγαλύτερο μέρος εισέπραττε ο δύστυχος σύζυγος. Άδικα; Όχι τελείως.

Ο Ζάχος, καλός άνθρωπος, αλλά ορισμένες φορές αρτηριοσκληρωτικός και ειδικότερα γύρω από την εργασία που έκανε αθεράπευτα ξεροκέφαλος. Με ένα «είμαι τεχνίτης εγώ», έδινε κάθε τρις και λίγο το έναυσμα, για νέες λεκτικές επιθέσεις από τη γυναίκα του. Το μαγαζί πήγαινε τον καιρό εκείνο κατά διαόλου, και εκείνος ήθελε να αποδείξει, σώνει και καλά, ότι με τη τέχνη του μπορεί να το αναστήσει. Κουραφέξαλα κύριε Ζαχαρία. Αλλά μέχρι εκεί. Αυτό ήταν τις περισσότερες φορές το αντικείμενο των καυγάδων τους ή αλλιώς πως των επιθέσεων της Μπίας στον Ζάχο.

Διότι η Μπία δεν ήταν καμιά αργόσχολη νοικοκυρά, που βράζοντας όλη τη μέρα μέσα στο θυμό, και τον ατμό ενός γιαχνί, δεν είχε τι να κάνει  αργότερα, παρά να ξεσπάει επί δικαίων και αδίκων.

Δουλευταρού και τίμια, όσο ελάχιστες  γυναίκες. Παντρεμένες ή ανύπαντρες. Η ίδια ως παντρεμένη, έβαζε ψηλά το στεφάνι της. Το έλεγε και το καυχιόταν. Η τιμιότητά της ήταν παροιμιώδης. Ένα ήθος που ξεχείλιζε και που το πίστευε. Ποτέ δεν είπε στον άντρα της το περιβόητο «δεν με νοιάζει αν ξενοπηδήξεις, αρκεί να μη το μάθω». Θεωρούσε την έκφραση ως ηλίθια και ανέντιμη. Πίστευε ότι αν έλεγε κάτι τέτοιο, ουσιαστικά με αυτό δήλωνε ότι καθόλου δεν νοιάζεται γι αυτόν. Η Μπία νοιαζόταν τον άντρα της. Ότι διαφωνούσε με αυτόν και εξέφραζε έντονα τη διαφωνία της, ήταν άλλο πράγμα.

Αλλά η Μπία είχε πολλά στερεότυπα περί Ηθικής, ειδικά γύρω από θέματα που αφορούν στο γάμο και τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Η Μπία με την τοποθέτηση της «σέβομαι το στεφάνι μου» εννοούσε ότι σέβεται και το στεφάνι καθενός άλλου, άνδρα ή γυναίκας. Ποτέ δεν θα πλήγωνε γυναίκα επειδή ο παλιάνθρωπός της θέλησε να το ρίξει έξω, ούτε μαζί με αυτόν θα γλεντούσε το ... δικό του στεφάνι. Ακόμη χειρότερα. Η Μπία δεν θα έδινε καν δικαίωμα, τη παραμικρή αφορμή να σχολιαστεί ενός μιας άλλης οικογένειας το στεφάνι, γνωρίζοντας πόσο εύκολο είναι να γίνει αυτό στις μέρες μας.  Τη παροιμία «κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα» η Μπία την είχε ψηλά, και δεν είχε κανένα σκοπό να αδιαφορήσει αν με δική της με δική της υπαιτιότητα, εκτός από το δικό της όνομα θα διακυβευόταν το όνομα και η ηθική άλλων.

Έτσι είχε πάρει μεγάλη απόφαση. Κομμένες λοιπόν οι φιλίες και τα στενά πάρε δώσε με άνδρες , όσο αθώα και αν ήταν, αν επρόκειτο κάποτε αυτοί να εκτεθούν ανεπανόρθωτα.

Αυτή λίγο πολύ ήταν η Μπία και όλα αυτά τα τηρούσε.

 

v  

Όμως, όπως λέει ο σοφός λαός, «καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια». Η Μπία ούτε ανήθικη ήταν ούτε άδικη. Ήταν μια γυναίκα, που κάποτε ήλθε η στιγμή και ένιωσε ότι δεν μπορούσε να δεχτεί να συνεχίζεται επ άπειρον η ζωή της μέσα σε αυτή την ανέχεια. Από την άλλη, δεν ήταν καθόλου σίγουρη, ότι ένας χωρισμός θα της  εξασφάλιζε, ένα πολύ διαφορετικό και καλύτερο μέλλον. Όσο για την ηλικία της ... Αυτή δεν ήταν απαγορευτική, τα παιδιά άλλωστε είχαν πάρει το καθένα τους το δικό του δρόμο, αλλά σίγουρα ήταν μια ηλικία που ο καθένας ζυγίζει τα πάντα περισσότερες από μία φορές.  

 

Είναι παρατηρημένο, ότι όταν η φτώχεια ξεπερνά τα όρια, και οι ανάγκες  είναι τόσο μεγάλες που καταστρέφουν  ακόμη και αυτή την   μιζέρια που αποκαλούμε καθημερινότητα και ρουτίνα, τότε δεν ρωτάς από πού προέρχεται το σωσίβιο σωτηρίας. Ιδού ο φίλος μας ο Ζαχαρίας τρανταχτό παράδειγμα. Για το ενοίκιο στο μαγαζί πλήρωνε τριακόσια ευρώ, νάναι καλά η γριούλα και η συμπάθεια που του έδειχνε. Έπρεπε να τα δίνει όμως. Όταν όμως είχε στη τσέπη μονάχα τα ογδόντα και η συμβία του πρόσθετε τα  ρέστα «πάρε τα υπόλοιπα αγάπη μου» βγάζοντάς τον από την δυσκολία, πώς να αναρωτηθεί μέσα στην ευδαιμονία της στιγμής από πού προέκυψαν τόσα χρήματα; Αλλά και αργότερα. Καθόλου δύσκολο δεν ήταν σε αυτόν να αιτιολογήσει το φαινόμενο «μα είναι άξια γυναίκα, οικονόμος και δουλευταρού».

Πραγματικά η Μπία ήταν όλα αυτά, αλλά βοηθούσε και κάτι άλλο ή μάλλον κάποιος άλλος. Αν το μάθαινε ο Ζαχαρίας θα γινόταν μεγάλο κακό. Ο φίλος του ο Τάσος, για κάποια χρόνια τώρα, ήταν αυτό που λέμε φίλος-φίδι ... Σε αυτόν είχε βρει παρηγοριά η Μπία του, αλλά και οικονομική βοήθεια. Ανύπαντρος ο Τάσος, εργένης εκ πεποιθήσεως, πέταγε σαν ελεύθερο πουλί από κλαράκι σε κλαράκι. Μερικές φορές το πέταγμά του ακουγόταν ότι γίνεται και σε πιο μεγάλα κλαδιά. Μεγαλύτερων δένδρων ... Γιατί πώς να το κάνουμε. Όμορφη γυναίκα ακόμη η Μπία, αλλά κλαράκι δεν τη έλεγες.

Πήγαινε κοντολογίς ο Τασούλης από θηλυκό σε θηλυκό. Γνωστός στη πιάτσα ως  «ο καλός ο μύλος που όλα τα αλέθει».  Δεν τον ενδιέφεραν ηλικίες. Καθώς φαίνεται όμως, έρμε Ζαχαρία, ούτε και οι φιλίες. Το ρίσκο τον διέγειρε. Τα θέλγητρα της Μπίας συγκινούσαν ακόμη και απ ότι φαινόταν θα συγκινούσαν για πολύ καιρό, κάθε άνδρα. Στη   τέχνη του έρωτα ήταν πια περισσότερο έμπειρη, από τότε που ως νεαρούλα τη γνώρισε ο Ζαχαρίας.

Ο  Ζαχαρίας, είναι σίγουρο ότι δεν  θα αισθανόταν ενοχές για καμία κοκκινομάλλα, αν ήξερε για τη γυναίκα του, αλλά τέτοια θα λέμε τώρα; Αν μάθαινε κάτι για τη Μπία, θα κοίταζε τα δικά του ξενοπηδήματα, και αυτά θα τον συγκράταγαν;  Μωρέ ας τον θεωρούσαν αρνάκι. Θα πετσόκοβε  τον Τάσο ή εκείνη, μπορεί και τους δύο παρέα! Είχε και εκείνο το διάολο το πιστόλι ... Δεν ήταν κάτι σοβαρό να πει κανείς. Ένα παλιό τριανταοχτάρι, που το αγόρασε από έναν Τυνήσιο ή Μαροκινό, και ο ίδιος δεν έδωσε σημασία στην εθνικότητα, ο οποίος πουλούσε κλεμμένα όπλα. Από αυτά που αρπάζουν κατά καιρούς οι διαδηλωτές από τους αστυνομικούς. Φυσικά και δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Μόνο αν τρελαινόταν! Αλλά αν έπιανε τη γυναίκα του με άλλον, πόσο θα ήθελε να τρελαθεί;

Γιατί, άλλο ο γεροντοέρωτας του και άλλο η Μπία του. Τη Μπία την αγαπούσε. Ήταν το άλλο του μισό. Ήταν, όπως κρυφά έλεγε στον Τάσο, η αναπνοή του! Ο καφετζής κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι του συμφωνώντας. Ο αλητήριος.

 

 

                                                

                                                                                          ΤΑΣΟΣ


Όπως είπαμε γι αυτόν εκ πεποιθήσεως εργένης. Αλλά  και άφιλος. Ακόμη χειρότερα. Καλύτερα να μη του εμπιστευόσουν κάτι δικό σου. Αλλά που να το ξέρει ο Ζαχαρίας; Όταν ο καταστηματάρχης ήταν στις πολύ μαύρες του μέρες, όταν δεν γύρναγε νωρίς σπίτι μετά από το κλείσιμο του μαγαζιού, το μυαλό του λαμόγιου πήρε στροφές.  Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε παρά η ζωή του αντρόγυνου να είναι χάλια. Σιγά- σιγά, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, ο Ζαχαρίας βρίσκοντας ώμο να ακουμπήσει, ομολόγησε τη κατάσταση στο σπίτι. Ο Τάσος άκουγε προσεκτικά, και μέσα του άναψε και κόρωσε  το σεξουαλικό κτήνος.

Αφού είχε συγκεντρώσει όσα στοιχεία τον ενδιέφεραν, από κει και πέρα τα πάντα ήταν σχετικά εύκολα. Η Μπία σκάλες και σπίτια καθάριζε. Δόξα τω Θεώ μεγάλο σπίτι είχε και ο Τάσος που συχνά - πυκνά ήθελε το καλό του καθάρισμα «και γιατί αγορίνα μου να πάρω άλλη; Γιατί να δώσω αλλού το χρήμα; Παρεκτός και δεν θέλεις επειδή είμαστε μιας πόρτας γειτόνια στην αγορά». Αυτά είπε στον καπελά και να η Μπία, εκείνος τι αντίρρηση να έχει, στο σπίτι του Τάσου.

Στην αρχή όλα πήγαιναν απόλυτα ομαλά. Ο καφετζής στο καφενείο και εκείνη στο σπίτι. Να φοβάται από τη γυναίκα του φίλου του; Έλα τώρα! Άφησε να περάσει περίπου ένας μήνας. Είχε σχέδιο το κάθαρμα. Μετά όμως αρρώστησε, να δεις πως είπε την αρρώστια, έπαθε λέει λουμπάγκο ή κάτι τέτοιο. «Βρώμισα ρε παλικάρι, τι έγινε επειδή είμαι σπίτι, νομίζεις ότι θα καθαρίσω μόνος; Την σταμάτησες από τη δουλειά τη  Μπία;» τηλεφώνησε στο φίλο του. «Ειδικά τώρα είναι που χρειάζεται το σπίτι περισσότερη φροντίδα. Κάτι πάω να  φτιάξω στη κουζίνα και γίνεται μη πω πως ...».

Πραγματικά η Μπία πήγε. Καθάρισε και όταν τελείωσε εκείνος της έδωσε παραπάνω χρήματα. Αρκετά παραπάνω. «Τι είναι αυτά;» ρώτησε εκείνη με βλέμμα απορημένο και ταυτόχρονα μια σκιά ενοχής σκοτείνιασε το πρόσωπό της. Η όλη συναλλαγή της φαινόταν ύποπτη,   ήταν και μόνη με έναν άντρα, παραπήγαινε για τα ηθικά της δεδομένα. «Άκου Μπία και δεν θέλω να με παρεξηγήσεις» είπε ο Τάσος. Ο άντρας σου, είναι φίλος μου από χρόνια. Εγώ είμαι ελεύθερος άνθρωπος, χωρίς οικογένεια και τις υποχρεώσεις του οικογενειάρχη. Σέβομαι όμως τον αγώνα κάθε ανθρώπου που έκανε οικογένεια. Βλέπω λοιπόν τον Ζαχαρία  να αγωνίζεται, να μη τα καταφέρνει και τον λυπάμαι.  Μιλάμε και έτσι μαζί με αυτόν λυπάμαι και τους δικούς του ανθρώπους. Θαρρείς ότι έτσι κάλεσα εσένα να πλένεις το σπίτι; Ευκαιρία ζητούσα να του δώσω με τρόπο μια δυο δεκάρες του φίλου μου, έτσι για βοήθεια.  Αυτός είναι ψωροπερήφανος. Αν τα έδινα στον ίδιο δεν θα τα έπαιρνε. Εσύ όμως ως γυναίκα γνωρίζεις καλύτερα. Πάνω από την περηφάνεια βρίσκεται το στομάχι. Τώρα πες μου, μετά από όσα είπα σου φαίνεται παράλογο να σου δώσω παραπάνω χρήματα; Ναι γνωρίζω ότι δεν ανταποκρίνονται στην αξία της εργασίας σου, αλλά όμως είναι πολύ λιγότερα από όσα έπρεπε να δώσω για να καλύψω την αξία που έχουν  τα συναισθήματα που νιώθω για εκείνον.

 

Η Μπία φαινόταν να λογαριάζει τα λόγια του άνδρα. Ίσα, τίμια, αντρίκια λόγια. Λόγια που καμιά φορά μονάχα οι άντρες για να βοηθήσουν το φίλο τους είναι ικανοί να πουν. Περιεργάστηκε για λίγο τα χρήματα.  Το ποσό την έκαιγε, αλλά το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα αποτελούσαν μεγάλη βοήθεια γι αυτούς. Όσο συλλογιζόταν όλα τούτα, ακούει τον Τάσο να λέει «και φυσικά δεν πρέπει να μάθει ποτέ τίποτα ο Ζάχος. Θα τσακωθούμε». Ναι βέβαια, το καταλάβαινε αυτό η Μπία. Άλλωστε, ποιος ξέρει τι θα περνούσε από το μυαλό του. Σίγουρα   μπορούσε να κάνει διαφορετικά, αλλά ένιωσε βαθιά μέσα της ότι δεν έπρεπε να πετάξει, να σπαταλήσει μια τέτοια ευκαιρία. Έτσι, δεν της έμενε τίποτα άλλο  από το να δεχτεί την ευγενική αυτή προσφορά.

Φεύγοντας, στο κεφαλόσκαλο προσπάθησε να διαλύσει μια και καλή όποια πιθανή παρεξήγηση μπορούσε να γεννήσει η δεκτικότητά της. Γύρισε λοιπόν απότομα και είπε  στον γενναιόδωρο φίλο «να ξέρετε κε Τάσο, για τον άνδρα μου τα δέχομαι». Αυτό το «για τον άνδρα μου» το τόνισε ιδιαίτερα. «Φυσικά» απάντησε εκείνος «αλλά και εμένα, κανείς δεν μπορεί να μου στερήσει τη χαρά, ότι τελικά μαζί με εκείνον θα βοηθήσω και εκείνους που αυτός αγαπάει» και της χαμογέλασε με το πιο αθώο χαμόγελο, κλείνοντας με ένα «θα ακολουθήσουν και άλλα φθάνει να είστε ευτυχισμένοι, όλοι και αυτός και η οικογένεια του που εγώ δεν έχω».

 

Η πρώτη επαφή της Μπίας με τον Τάσο είχε τελειώσει μέσα σε απόλυτη ομαλότητα. Τι και αν εκείνη φεύγοντας ένιωθε ήδη ένα αίσθημα ενοχής. Πάντα τα αδικαιολόγητα χρήματα και μάλιστα εκείνα που δίνει ένας άντρας σε μια γυναίκα, τέτοια συναισθήματα δημιουργούν ή τουλάχιστον θα έπρεπε να δημιουργούν. Εκτός αν η γυναίκα είναι πόρνη. Οπότε ... Αλλά η ανάγκη της Μπίας ήταν τόσο μεγάλη που κατάπιε όποιο ενοχικό σύνδρομο. Περιορίστηκε να καταπιεί, και μάλιστα αμάσητες τις αιτιάσεις του Τάσου και από πάνω  ένιωσε και ευγνώμων. Και όχι μόνο. Ξαφνικά θύμωσε με τον άντρα της, για να δώσει διέξοδο στις ενοχές της. «Εγώ κάνω κύριε ότι μπορώ. Στο κάτω της γραφής, πούλα το παλιομάγαζο να δούμε Θεού πρόσωπο» σκέφθηκε εκνευρισμένη, και πίστεψε με αυτό τον τρόπο ότι πολύ καλά είχε πράξει ...

 

....Όταν έφυγε η Μπία ο Τάσος χαμογέλασε πονηρά, πίσω από τη κλεισμένη πόρτα. Ήταν θέμα χρόνου. Τη γυναίκα αυτή, την είχε δει όλες και όλες τρεις φορές στο Μοναστηράκι, και πολύ του άρεσε. Είχε κάτι διαφορετικό. Μαλλιά ξανθά, γεροδεμένο κορμί από την εργασία, αλλά που διατηρείτο γενικά λεπτό. Τα λεπτά και δυνατά της πόδια διέγειραν τη φαντασία του σαν τα σκεφτόταν να τυλίγονται γύρω από τη μέση του. Δεν ήθελε να κάνει κακό στον φίλο του, αλλά ο Τάσος υπέκυπτε στο κάλεσμα της φύσης, η οποία όπως είναι φυσικό, δεν αναγνώριζε τίποτα ως απαγορευμένο. Η ηθική γι αυτόν ήταν απλά μια λέξη, και όχι αναγνωρίσιμη και υφιστάμενη έννοια. Έστω, ως υποχρέωση ήταν των άλλων. Όχι δική του.

Με τη Μπία λοιπόν το πρώτο βήμα είχε γίνει. Πήγε στο καφενείο τις επόμενες ημέρες, αλλά μια ίωση τον ξανά έριξε στο κρεβάτι. Μια ίωση τόσο ισχυρή και αληθινή, όσο και το λουμπάγκο των προηγούμενων ημερών. Η Μπία τη τρίτη μέρα, αρκετά πιο πρόθυμη τώρα, δέχτηκε να επιμεληθεί της καθαριότητας του σπιτιού. Το βρήκε όμως σχεδόν να λάμπει. Δεν είπε τίποτα. Απλά άρχισε να δουλεύει όπως εκείνη γνώριζε. Θα  έδειχνε αυτή του καφετζή. Μεροκάματο τσάμπα, δεν είχε σκοπό να πάρει. Ας βοηθούσε όσο ήθελε το φίλο του αλλά η δουλειά, δουλειά.

Η φωνή πίσω της την διέκοψε «δεν σταματάς λέω εγώ;» Ξαφνιάστηκε η γυναίκα. Ο Τάσος, γιατί αυτός ήταν συνέχισε «εσύ τι λες, σε κάλεσα να καθαρίσεις ένα καθαρό σπίτι; Να σου δώσω χρήματα για το φίλο μου σε φώναξα». Δείχνοντας της ευγενικά αλλά με τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση είπε «Δεν κάθεσαι;» Η γυναίκα κάθισε και στριμώχτηκε σε μια άκρη του καναπέ.  Απέναντι απλώθηκε άνετα ο Τάσος. «Μήπως υπερβάλεις;» του είπε εκείνη, με ένα ελαφρό τρέμουλο στη φωνή. «Μήπως καταντήσει παρεξηγήσιμο να μου δίνεις τόσο συχνά, τόσα πολλά χρήματα;». Γέλασε ο Τάσος ευχάριστα, σε σημείο που παρασύρθηκε και η Μπία σε γέλια μαζί του.

«Τι γελάς;» είπε. «Αστείο σου φαίνεται;»

Ο Τάσος την κοίταξε στα μάτια χωρίς να λέει κουβέντα. Μονάχα τα μάτια του την προκαλούσαν «συνέχισε!» ... «Καλά λέω» συνέχισε εκείνη βρίσκοντας ευκαιρία που εκείνος δεν μιλούσε. «Το να μας δώσεις μια φορά εκατό, εκατόν πενήντα  ευρώ και μετά από ένα μήνα άλλα λίγα πάει και έρχεται. Αλλά αν κάθε τρις και λίγο με φωνάζεις να σου ψευτοπλένω και να με γεμίζεις με χρήματα, θα πουν πράγματα. Ότι άσε, δεν μπορώ καν να πω αυτή τη κουβέντα. Λίγα χρήματα μπορώ να τα δικαιολογήσω. Πολλά πώς;»

Ξαφνικά ο Τάσος σηκώθηκε και ρώτησε «θες ποτό, ένα ουίσκι, μια βότκα, ένα μαρτίνι;». Η Μπία που για άλλα μιλούσε αιφνιδιάστηκε. «Όχι» είπε ακούγοντας τον Τάσο να λέει «εγώ θα βάλω ένα για μένα». Γέμισε δυο ποτήρια και τα ακούμπησε το ένα δίπλα στο άλλο. Στη συνέχεια ήλθε και κάθισε δίπλα της. Εκείνη,  σηκώθηκε να ισιώσει τη φούστα και στριμώχτηκε περισσότερο στην άκρη του καναπέ.

«Ποιανού είναι το δεύτερο ποτό;» ρώτησε η Μπία γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να είναι άλλου εκτός από δικό της. «Δικό σου», ήλθε σχεδόν άμεσα η επιβεβαίωση, από το στόμα του  Τάσου, ενώ στη φωνή του βγήκε ένα ψυχρό μέταλλο, που μέχρι τότε δεν είχε αφήσει να φανεί ποτέ. «Μα είπα ότι δεν θέλω» ... Στη διαμαρτυρία της Μπίας  ο καφετζής έσπρωξε ελαφρά το ποτό προς το μέρος της, ενώ ταυτόχρονα κέρδισε μια θέση πλησιάζοντας την. Εκείνη δεν είχε που αλλού να πάει. Να φύγει το θεώρησε υπερβολικό. Ο άντρας δεν είχε δείξει την προηγούμενη φορά επικίνδυνα στοιχεία και συμπεριφορά. Έπρεπε να είναι υπομονετική. «Στο σπίτι μου δεν αρνούνται ένα ποτό καλή μου, από ευγένεια ρώτησα». Θέλοντας και μη η Μπία δέχτηκε τη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και πήρε το ποτό στα χέρια της. Μια γουλιά δεν επρόκειτο να φέρει τη καταστροφή ...

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Τάσος, «τι έλεγες;». Η Μπία έκανε να επαναλάβει τα όσα είχε και προηγουμένως πει, αλλά ο καφετζής τη σταμάτησε με το χέρι υψωμένο. «Καλά, καλά κατάλαβα» είπε. «Πώς σου φαίνεται το σπίτι μου Μπία;» είπε εντελώς ξεκάρφωτα. Εκείνη έριξε μια ματιά ολόγυρα και του είπε «θαυμάσιο, αλλά τι ρωτάς; Το ξέρεις ότι είναι υπέροχο» ... «Μάλιστα, αλλά εσένα σου αρέσει;» πρόσθεσε ο Τάσος. «Φυσικά, θα ήμουν ψεύτρα αν έλεγα το αντίθετο». Ο Τάσος γύρισε απότομα στη Μπία και πλησίασε σε απόσταση αναπνοής «γιατί Μπία δεν παίρνεις τα χρήματα;» και πριν εκείνη προλάβει να απαντήσει συνέχισε «δεν τα παίρνεις, και πρόσεξε τι θα απαντήσεις, γιατί μπορεί να υποψιαστεί ο άντρας σου ότι ίσως συμβαίνει κάτι με τους δυο μας ή σε ενοχλεί που αυτή η κατηγορία θα είναι αβάσιμη;» Η Μπία παρακολουθούσε και δεν εννοούσε να καταλάβει που το πήγαινε ο Τάσος.  Σε τι αποσκοπούσε η συζήτηση που της είχε ανοίξει «Τι, τι λες; Δεν σε καταλαβαίνω ...» του είπε αρκετά διστακτικά. «Εννοώ καλή μου ότι μήπως απλά  δεν ανέχεσαι μια άδικη ενοχή; Μήπως σκέπτεσαι ενδόμυχα ότι αν είναι να αισθάνεσαι ένοχη, πιο απελευθερωτικό  είναι και να είσαι;». Η Μπία, ένιωσε τη γη να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της. Έπιασε τον εαυτό της να νιώθει αμήχανα και άρχισε να κοκκινίζει. Κάτι η ζέστη, τα καλοριφέρ έκαιγαν στο φουλ, κάτι το ποτό,  κάτι τα λόγια του άντρα, την είχαν κάνει να καίγεται. Άνοιξε τη μπλούζα της και φύσηξε μέσα μια κίνηση που τίναξε τη λίμπιντο του Τάσου στα ύψη. Άλλωστε δεν ήθελε και πολύ.

Πλησίασε τόσο που τα πρόσωπά τους ήθελαν ένα κάτι για να ενωθούν. «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου από καιρό» άφησε ο Τάσος να ξεφύγει από τα λεπτά του χείλη, ενώ πέρασε απαλά  το αριστερό χέρι στη μέση της γυναίκας. Ταυτόχρονα  της έπιασε με το δεξί χαδιάρικα τα χέρια. Φοβήθηκε ότι θα αντιδράσει. Ότι θα τον χαστουκίσει και θα φύγει. Αν μη τι άλλο το φευγιό το είχε σίγουρο ... Εκείνη όμως, έμενε ως κεραυνοβολημένη με κομμένη την ανάσα, να ζυγίζει τη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, και να προσπαθεί να ερμηνεύσει τα συναισθήματά της.

Την απόφασή της η Μπία τελικά την πήρε μέσα από το ποτήρι με το Μαρτίνι. Βούτηξε σε αυτό, κατάπιε με μιας το ωραίο ποτό, μαζί με κάθε ενοχή της, και στη συνέχεια αφέθηκε στον Τάσο. Από τότε απέκτησε άλλο νόημα η ζωή της. Άλλη οικονομική προοπτική. Αν ερωτεύτηκε τον καφετζή; Κανείς δε μπορεί να ερμηνεύσει ποτέ με ακρίβεια τα αισθήματα μια γυναίκας, ειδικά όταν σε εκείνη κυριαρχεί το συναίσθημα της εξασφάλισης. Πάντως, η σχέση των δύο συνεχίστηκε και  σταμάτησε μόνο αφότου άρχισε το μαγαζάκι με τα καπέλα να πηγαίνει καλά. Όταν  παρέα με  το Ζάχο πια, τον άντρα της, πλέον πρόσχαρο και ξεκούραστο, μπορούσαν να χαίρονται μια ζωή ποιοτική, αλλά και οικονομικά ασφαλή.

Η Μπία όμως, παρά την ξαφνική ευτυχία, δεν έλεγε να ησυχάσει. Η ενοχές φούντωναν. Όσο δε, φανταζόταν την στιγμή εκείνη που θα αποκαλύπτονταν τα πάντα, δε μπορούσε να ησυχάσει. Δε μπορούσε να απολαύσει τη ξαφνική εύνοια της τύχης. Θεωρούσε ότι αυτή η εύνοια θα ζητήσει αντάλλαγμα. Και τι θα είναι αυτό; Τι άλλο; Να μάθει ο Ζάχος τα παραστρατήματα που έκανε! Η ένοχη γυναίκα, δεν γνώριζε τίποτα για τις «κατακόκκινες» ενοχές που έτρωγαν τη ψυχή του συζύγου της ....

 

 

 

 Συνεχίζεται...


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 5ο

                                                                                         ΚΟΛΑΣΗ ΞΑΝΑ

Πρωί, νυσταγμένα ακόμη τα μάτια. Τα βλέφαρα να μη θέλουν να ξεκολλήσουν το ένα από το άλλο και το κορμί να αποζητά την αγκαλιά του Μορφέα. Το βλέμμα απλανές, το βήμα αβέβαιο, το μετρό βιαστικό. Χώνεσαι στη τελευταία του θέση και νιώθεις για λίγο ασφαλής. Ψυχές απρόσωπες ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Ο συρμός, λες και λειτουργεί σαν μία κολυμβήθρα. Όμως, όχι για αμαρτωλούς, αλλά για αθώους. Μπαίνουν μέσα αθώες ψυχές, τις βαπτίζει,  τις εξοπλίζει με τις απαραίτητες ασπίδες, και έπειτα κάθε τόσο  αφήνει τη Κόλαση να τις ρουφήξει. Αττική, Ομόνοια, Σύνταγμα, η Κόλαση έχει πολλές πόρτες.

Κάποιοι από αυτούς εφορμούν στο  Μοναστηράκι. Δεν  γνωρίζουν τι είναι αυτό που τους καταπίνει. Έχουν την εντύπωση του προορισμού. Αλλά  ο Ζαχαρίας  ξέρει. Είναι πλέον και αυτός ένας καταραμένος και  η μία κόλαση αναγνωρίζει την άλλη. Ζει και αναπνέει, εμπορεύεται μέσα σε αυτή. Είναι η δική του κόλαση. Περιμένει ανυπόμονα τους συρμούς, να ξεβράσουν τους δεκάδες αναβαπτισμένων. Τότε, σπαρταρά ολόκληρος. Τον κυριεύει ταραχή. Ψάχνει ανάμεσά τους μήπως και αντικρίσει τη γυναίκα, που του χάρισε την αξέχαστη βραδιά. Όταν δεν την έβλεπε, στρεφόταν στο καπέλο το φίλο του. Περισσότερο από ποτέ το καπέλο, είχε γίνει όλο αυτό τον καιρό, η παρηγοριά του μαγαζάτορα. Είχαν μοιραστεί βλέπετε το ίδιο κορμί. Το αγκάλιαζε και το φιλούσε, και εκείνο του ανταπέδιδε, χαρίζοντας στον άνδρα, μοναδικές θύμισες. Του χάριζε το άρωμα της νεαρής, που είχε με πείσμα συγκρατήσει, λες και την ερωτεύτηκε και το ίδιο. Ορίστε Ζαχαρία μου ένα στοιχείο. Να το χρώμα των ματιών της, το σχήμα των χειλιών της, ο τύπος του προσώπου της. Όλα στο άρωμά και τα μαλλιά της.

Αυτά τα  κατακόκκινα χυτά μαλλιά, που σπαρτάραγαν σαν τα φίδια της μέδουσας  στους ώμους της. Φίδια χωρίς δηλητήριο που όμως  λες και ήσαν  έτοιμα από καιρό, τυλιγμένα γύρω από το λαιμό του, να τον πνίξουν. Και αυτός, ένας άνθρωπος καθημερινός, αστός, πόσο λαχταρούσε κρυφά, ανομολόγητα θα έλεγε κανείς, ένα τέτοιο πνιγμό.

Έβγαινε ο Ζαχαρίας ,στους δρόμους του Μοναστηρακίου  και τριγύριζε μυρίζοντας τον αέρα σαν λαγωνικό. Όπου αντιλαμβανόταν παρόμοιο άρωμα να λούζει μια κοπέλα, έτρεχε και την κοίταζε από κοντά. Τόσο αδιάκριτα, που είχε γίνει πια ενοχλητικά γραφικός. Ζάχος το λαγωνικό, έλεγαν οι φίλοι και ξεκαρδίζονταν στα γέλια, με τη νέα παράξενη συνήθεια του. Μάλιστα ένα σούρουπο, έπαθε μεγάλο κάζο. Βρισκόταν ακουμπισμένος στην πόρτα του καπελάδικου και κοιτούσε χαζεύοντας τους διαβάτες, και όσους δώθε κείθε με περιέργεια εξέταζαν τα διάφορα εμπορεύματα. Αίφνης, τον τράβηξε από τη μύτη το άρωμα. Ήταν σαν να συμμετείχαν εντελώς ξαφνικά όλες του οι αισθήσεις σε ένα εξαιρετικό φαινόμενο αποκάλυψης. Έτρεξε πίσω από εκείνη που ανέδυε το χαρμόσυνο άγγελμα «εγώ είμαι!». Το μαγαζί το παράτησε στη τύχη του. Ανοιχτό, να χάσκει η πόρτα στις ορέξεις κάθε κακόβουλου. Ο Ντιμάκος έλειπε, πελάτες  ρώταγαν «είναι κανείς εδώ;» και βέβαια έφευγαν αφού δεν έπαιρναν καμία απάντηση, και ο οδηγός του μικρού Ford με τα καινούργια εμπορεύματα βλαστήμαγε που δεν έβρισκε να κάνει τις παραδόσεις του.

Να έκλεινε; Ίσως έτσι να ήταν το ορθό. Αλλά μέχρι να το κάνει, θα ξέφευγε το άρωμα. Μαζί με το άρωμα θα γινόταν καπνός η κοπέλα, και μαζί με τη κοπέλα ... Δεν ήθελε καν να το σκέπτεται ... Απλά έφυγε σχεδόν τρέχοντας , αφήνοντας τα πάντα στο έλεος του Θεού. Στη πλατεία Αβησσυνίας το άρωμα φαινόταν να έχει δημιουργήσει το δικό του χορό αισθήσεων. Είχε πυκνώσει λες και είχε φτιάξει μια ιδιότυπη παγίδα και προσκαλούσε το μαγαζάτορα να πέσει μέσα. Έκλεισε τα μάτια για να αισθάνεται καλύτερα τη μυρωδιά του και το άφησε να τον οδηγήσει σε αυτή. Όσο πλησίαζε κοντά της, τόσο μεγάλωνε η αίσθηση του αρώματος. Υπέροχο. Λίγο ακόμη. Είδε μια πλάτη. Μακριά κόκκινα μαλλιά! «Θεέ μου, τη βρήκα» σκέφθηκε. Προς στιγμή λύγισαν τα γόνατά του σαν και τότε. Ένιωσε να βαλτώνει. Να μη μπορεί να κάνει βήμα. «Κουράγιο» σκέφτηκε, «έλα αγόρι μου, τα δύσκολα τελειώνουν». Μπόρεσε να κινήσει τα πόδια του. Πλησίασε ακόμη δυο βήματα. Έπρεπε να βγει μπροστά της, όσο ακόμη ήταν καιρός, όσο ένιωθε το γλυκό της άρωμα κοντά του. Το έκανε και ...

Την αντίκρισε!Δηλαδή στο περίπου. Εκεί ήταν, αλλά την έκρυβαν καλά τα σώματα των φίλων της. Προχώρησε αποφασιστικά. Αυτή η αγωνία έπρεπε να πάρει τέλος. Επιτάχυνε το βήμα και βγήκε μπροστά της.Την είδε! Έμεινε για λίγο να την κοιτάζει για να πιστέψει τι έβλεπε. Έστρεψε το βλέμμα, και εξαφανίστηκε, σχεδόν έγινε καπνός, προχωρώντας με ταχύ και οργισμένο βηματισμό.

Μεσήλικη κυρία, περίπου στα εξήντα με εξήντα πέντε, πανταλόνι στενό, μπλουζάκι στενό, μασέλα εξέχουσα να συγκρατιέται σε κάθε χαμόγελο από το χέρι διακριτικά και ντυμένη με θεσπέσιο νεανικό άρωμα! Άντε να μου χαθείς! Η ώρα πλησίαζε οχτώ. Η μέρα, αν και αργόσυρε πλέον τα βήματά της εγκαταλείποντάς μας όλο και πιο αργά, είχε ρίξει τα πρώτα της σκοτάδια. Κουράστηκε ο ήλιος. Θέλει και αυτός να κοιμηθεί. Να πλαγιάσει το πυρωμένο του κεφάλι στις ψηλές βουνοκορφές, που ζώνουν την Αττική και την προστατεύουν από κάθε μεγάλο κακό, να πλαγιάσει και  να αποκοιμηθεί ροδίζοντάς τες, αφήνοντας την υπόσχεση μιας πιο λαμπρής επανεμφάνισης.

Ο Ζαχαρίας κοίταξε ψηλά. Παρατήρησε τον ήλιο να εξαφανίζεται για λίγες ώρες και άθελα μια σκέψη πέρασε από τον νού του.

«Να ξαναεμφανιζόταν και εκείνη σαν τον ήλιο και ας με έκαιγε» σκέφθηκε ο Ζαχαρίας σε μια στιγμή. Τρόμαξε με τη σκέψη που έκανε, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Ήδη την είχε ξεστομίσει. Η ζωή του είχε γίνει ανυπόφορη. Κοιμόταν ξυπνούσε, η ίδια σκέψη. Ξεκινούσε από πολύ χαμηλά, κατάκλυζε το κορμί του, έπνιγε το λαιμό του και ένιωθε κάτι σαν τανάλια να σφίγγει τα μηλίγγια του. Ο πρωινός καφές του φαινόταν άνοστος, και το βραδινό, είτε το έπαιρνε  στον Τάσο, είτε στο σπίτι, τώρα πια που το χρήμα είχε αλλάξει τα πάντα  επαναφέροντας πολλές από τις όμορφες στιγμές, από το βράδυ εκείνο  του έμοιαζε άγευστο, όμοιο με άχυρο.

Ο καπελάς χρειαζόταν κατεπειγόντως να πιαστεί από κάπου. Να απασχολήσει το μυαλό, να μπορέσει να ξεφύγει από το τέλμα. Η φαινόταν ως η μοναδική  διέξοδος, όμως το «πουλί», εκεί ψηλά στον καλόγερο, όλο και σπανιότερα του θύμιζε τη παρουσία του. Το είχε παρατηρήσει καιρό ο Ζαχαρίας, αλλά μόλις το συνειδητοποίησε. Η πολλή δουλειά είχε κόψει ...  Σκέφτηκε να πεταχτεί μέχρι την εκκλησία να τα πουν ένα χεράκι, αλλά το μετάνιωσε «βρε δε πάν να ...» και μια βλαστήμια έφυγε από το στόμα του.

Θα έκανε υπομονή. Θα ηρεμούσε λίγο και θα έβλεπε τι θα έκανε. Ο Ζαχαρίας χρειαζόταν άμεση ανασυγκρότηση ... Αυτό αποφάσισε και τράβηξε αποφασιστικά προς το βάθος του μαγαζιού.

                                                   

                                                                               ΣΤΗΝ ΜΠΙΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ

Είναι φορές που η θλίψη μοιάζει να έχει μόνιμους ιδιοκτήτες και ο Ζαχαρίας ήταν ένας από αυτούς. Κατάφερε να την απομακρύνει για λίγο. Βοήθησε και η τύχη.  Αλλά αυτή βρήκε άλλο τρόπο να εισέλθει και να του θυμίσει τη παρουσία της. Έκανε διακριτική είσοδο. Πρώτα, με τη με τη μία της μορφή,  να του κατατρώει τα σπλάχνα, άσχημη, γεμάτη αγωνία, χωρίς γεύσεις, και με ποταπές ψευδαισθήσεις να ξεγελούν συνέχεια τους οφθαλμούς του και τον νου. Αλλά τη δεύτερη φορά, αν και εισήλθε  διακριτικά, πέτυχε στόχους που δεν είχε βρει από την αρχή. Τώρα τον μαράζωσε, τον έκαμε καχύποπτο προς όλους και για τα πάντα, άνθρωπο που δεν  εμπιστευόταν πια κανέναν, ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό .

Τα νεύρα του καταστηματάρχη χοροπηδούσαν σαν να χόρευαν καντρίλιες. Δεν μπορούσε πια να ελέγξει κάποιες από τις αντιδράσεις του, τις εκφράσεις του. Φοβόταν συνεχώς μη του ξεφύγει κάτι και τότε δεν θα μπορούσε να το μαζέψει. Ξάπλωσε στη πολυθρόνα πίσω από τον πάγκο γραφείο, και άφησε τα μάτια του να πλανούνται στο σημείο που συνέβησαν τα  συνταρακτικά  της μαγικής βραδιάς. Έκλεισε τα μάτια. Αισθάνθηκε μια ενόχληση έντονη. Μάτια να είναι στραμμένα επάνω του. Όχι στραμμένα, καρφωμένα. Άνοιξε απότομα τα δικά του με φόβο και ελπίδα. Την ελπίδα του απεγνωσμένου και το φόβο του ένοχου. Τίποτα. Άλλωστε σήμερα προσπερνούσαν όλοι από το μαγαζί, άγνωστοι, παλιοί πελάτες, νέοι, φίλοι και κανείς δεν έλεγε να μπει έστω για μια καλημέρα. Τότε τι; Πέρασε από το μυαλό του για μια στιγμή, ότι συνεχίζονταν οι κολασμένες του ψευδαισθήσεις. Αλλά ήταν τόσο οικείο το βλέμμα. Έκλεισε τα μάτια. Ξανά η ίδια αίσθηση και μάλιστα αυτή τη φορά με ένα ερώτημα. Γιατί βρε Ζάχο; Γιατί αγάπη μου; Τινάχτηκε ακουμπώντας στο πάγκο. Αυτή η κίνηση, τον έκανε να καταλάβει. Η φωτογραφία της γυναίκας του, από την άκρη του γραφείου , λες και είχε καρφώσει τα μάτια της στα δικά του σαν δυο τεράστια ερωτηματικά.  Γιατί Ζάχο;

Η φωτογραφία αυτή ήταν παρούσα, όλη την ώρα που αυτός ανερυθρίαστα έκανε κομμάτια κάθε έννοια έγγαμου βίου. Κάθε ώρα και στιγμή που ποδοπατούσε τους μεταξύ τους όρκους, κάθε υπόσχεση που της έδωσε μεταξύ Θεού και ανθρώπων.  Όλη την ώρα που η κοκκινομάλλα τον παρέσυρε στα ατελείωτα εκείνα ταξίδια ηδονής. Ντράπηκε ετεροχρονισμένα, αλλά δεν μετάνιωσε. Ένιωσε αυτό το είδος ντροπής, που νιώθει ο ένοχος όταν πιάνεται στα «πράσα».  Αισθάνθηκε ότι δεν κράτησε όσο έπρεπε μακριά την οικογένειά του, από αυτή την έως τώρα μοναδική στιγμή προδοσίας.  Ντράπηκε,   που έστω και έτσι, από φωτογραφίας, η συμβία του ήταν παρούσα σε αυτή του την ατιμία!

Την αγαπούσε τη  γυναίκα του. Η Μπία, ήταν τα πάντα γι αυτόν ...

Οι νύχτες ακολασίας που ζουν τα πατρικά πρότυπα, οι οικογενειακοί στυλοβάτες, πρέπει να παραμένουν εντελώς κρυφοί, ακόμη και από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.

Πήρε στα χέρια του την φωτογραφία. Την κοίταξε ώρα αρκετή. Στο τέλος τη φίλησε και απίθωσε και πάλι το κάδρο στην άκρη του πάγκου. Την άλλη φορά, αν έδινε ο Θεός ή ο Διάολος να υπήρχε άλλη φορά, θα ήταν πιο προσεχτικός. Έκλεισε για λίγο τα μάτια περιμένοντας να περάσει η ώρα να φύγει. Όμως δεν άντεξε. Η φωτογραφία τον τραβούσε σαν μαγνήτης.

Δεν είχε φανταστεί ποτέ ο Ζάχος ότι θα  έφθανε σε αυτή τη κατάσταση. Και όμως. Ήταν κάμποσα χρόνια πριν που ερωτεύτηκε αυτή τη γυναίκα, που έμελλε να γίνει η σύζυγός του. Το γυναικάκι του, τη Χαραλαμπία, Μπία όπως είπαμε κατά τη δική της προτίμηση. Καλοκαιράκι του 1990. Μια τετραήμερη εκδρομή τον είχε φέρει στη Μυτιλήνη σε μια περιοχή που λέγεται Μανταμάδος . Νέος, γύρω στα τριάντα τότε, είχε απλώσει το κορμί του στην παραλία και αφού τον απωθούσε η θάλασσα, τα μελτέμια την είχαν αγριέψει, προτίμησε να χαζεύει τους λουόμενους και τα κύματα που έσκαγαν με δύναμη στην παραλία διεκδικώντας κάθε της κομμάτι.  Ένα βιβλίο για συντροφιά, απαραίτητα ελαφρύ για να ταιριάζει με το περιβάλλον , αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερα μεγάλο και ικανό να αποτελειώνει έναν - έναν, όσους από τους μαθητές του ο δάσκαλος χρόνος δεν έχει προλάβει να σκοτώσει.

     Το παιχνίδισμα δυο νεαρών γυναικών του τράβηξε τη προσοχή. Η μία αδύνατη, με μακριά ξανθά μαλλιά και ολόλευκο δέρμα, η άλλη με  κοντά καστανά,  και εκείνη αδύνατη και οι δύο με ευχάριστο πρόσωπο. Από πολύ ώρα, αλείφονταν με κρέμες που εμπόδιζαν τον καυτό ήλιο να ενοχλήσει και να τους χαλάσει τη μέρα και τις διακοπές. Δυο καφέδες, οι πλέον κλασσικοί φραπέ του Έλληνα, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, συντρόφευαν τις νεαρές υπάρξεις. Με ένα στιγμιαίο βλέμμα προς αυτόν, οι νεαρές κυρίες αποφάσισαν ότι τα αντηλιακά δεν έφθαναν, ότι ο ήλιος είχε γίνει ανυπόφορος, και αποφάσισαν να δοκιμάσουν τη δροσιά της γαλανομάτας θάλασσας.  Η στιγμή, φαινόταν μια να έρχεται και μια να φεύγει.  Ξάπλωσε ο Ζάχος και μισόκλεισε τα μάτια. Δεν ήθελε το αδιάκριτο βλέμμα του να σταθεί αφορμή να σταματήσουν οι κοπέλες αυτό που είχαν ξεκινήσει να κάνουν. Κρυώνοντας μπήκαν στη θάλασσα.

«Τσούχτρα;» ακούει ο Ζαχαρίας τη μια να λέει με ερωτηματικό τρόπο στην άλλη. «Δεν ξέρω» απαντά εκείνη. Σήκωσε το κεφάλι και ατένισε τάχα το άπειρο, σχεδόν πέρα από τις κοπέλες, στο βάθος του ορίζοντα. Στη πραγματικότητα όλο του το ενδιαφέρον είχε στραφεί να δει τι ήταν εκείνο που αποκαλούσαν τσούχτρα. Όση ώρα πριν κοίταζε τη θάλασσα, δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Ο Ζαχαρίας κοίταζε, χωρίς να βγάζει  συμπέρασμα από τα γυναικεία τιτιβίσματα.  Αίφνης, ακούει από την ακροθαλασσιά. «Μπορείτε να μας βοηθήσετε;»

Με την έμφυτη ντροπαλότητα που τον διέκρινε πάντα, θεώρησε αν και το ήξερε, ότι έπρεπε να πάρει επιβεβαίωση ότι απευθύνονταν σε αυτόν. Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά τίποτα παρ εκτός η φωνή να ξαναλέει «σε εσάς μιλάμε κύριε, μπορείτε να μας βοηθήσετε; ...». Ο Ζαχαρίας, με μιας άφησε το  βιβλίο, μη φανταστείτε στη σελίδα τρία ήταν ακόμη, και με αργά βήματα, όχι να τσακιστεί κιόλας, πλησίασε στη όχθη. «Τι συμβαίνει κοπελιές;» ρώτησε με σχετική απάθεια, ενώ η καρδιά του έπαιζε ταμπούρλο.

Η ξανθιά πήρε τη πρωτοβουλία να μιλήσει «να φοβάμαι ότι αυτό εκεί είναι τσούχτρα» και έδειξε στον μελλοντικό της άνδρα, γιατί αυτή ήταν η Μπία, ένα άσπρο πράγμα που επέπλεε στη θάλασσα και φούσκωνε σαν τσούχτρα. Το βλέπει από μακριά ο Ζάχος και καταλαβαίνει. Σακούλα! Τι να κάνει; Να απομυθοποιήσει την παρέμβασή του ή να το παίξει ήρωας; Βρε ας πάει και το παλιάμπελο. Μια φορά ήρωας για πάντα ήρωας. «Καθίστε εδώ» λέει, «μη πλησιάζετε» «ακόμη καλύτερα αν θέλετε βγείτε προσωρινά έξω και όταν σας φωνάξω μπαίνετε» ...Τα κορίτσια αντιμετώπισαν με δισταχτικότητα την αντρική «παραγγελιά», στο στυλ «μήπως είσαι υπερβολικός κύριος;». Ο Ζάχος, τις είδε να μισογελάνε μεταξύ τους και θύμωσε κυρίως με τον εαυτό του «είμαι και ηλίθιος, δηλαδή αν είμαστε στο σπίτι τους, και μου ζητούσαν να σκοτώσω μια αηδιαστική κατσαρίδα, θα τους ζητούσα να βγουν από το σπίτι;»  Τελικά όμως υπάκουσαν.  Άλλωστε, αυτές δεν ήταν που είχαν καλέσει τον ... ειδήμονα άντρα; Δεν του είχαν ζητήσει να βοηθήσει;  Ας τον άφηναν να το κάνει όπως αυτός γνώριζε καλύτερα ... Έκαναν λοιπόν την ανάγκη φιλότιμο και αποχώρησαν από τη ολόδροση και καταγάλανη θεά, αφήνοντάς τον ολομόναχο να μάχεται με τα τέρατα που αυτή γεννάει!

Ο άντρας, για να μετριάσει τη κακή εντύπωση που κατάλαβε  ότι έκανε με την προσταγή του, «βγείτε έξω»,  πρόσθεσε φωνάζοντας «δεν θα αργήσω». Και όντως δεν άργησε. Με πέντε, δέκα κινήσεις, σπρώχνοντας τα νερά απομάκρυνε  τη ... «τσούχτρα. Ελεύθερα. Η θάλασσα μπορούσε χωρίς κίνδυνο πια, να υποδεχτεί τις όμορφες λουόμενες. Εκείνες όμως δεν ήθελαν πια.  Φαινόντουσαν να έχουν χάσει το κέφι τους για μπάνιο ή να έχουν πετύχει  εκείνο που ήθελαν. Να έχουν μια πρώτη επαφή με το αντικείμενο του δικού τους πόθου.  Λένε, και σε πολλές περιπτώσεις ισχύει, όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο Βουνό ... Περίμεναν, περίμεναν κάτι έπρεπε να σκαρφιστούν.

Ο Ζάχος βγήκε, βρεγμένος, «ήρωας» και ακόμη αδαής όσο και όταν μπήκε. Εκείνες τον κοίταγαν με ύφος προσκλητικό, καθόλου προκλητικό, και με μια τεράστια απορία και θαυμασμό για το κατόρθωμα, ζωγραφισμένα στα υπέροχα πρόσωπά  τους ... Έκανε να πάει στη θέση του, να αγκαλιάσει το βιβλίο και να ζήσει στη φαντασία του νέες περιπέτειες ,όπου σαν νέος Δον Κιχώτης  θα απελευθερώνει μια δική του Δουλτσινέα . Σταμάτησε για λίγο εμπρός στις κοπέλες αλλά εκείνες δεν μίλησαν. Όμως όταν κατάλαβαν ότι θα έφευγε η ξανθιά του είπε «γιατί δεν κάθεστε μαζί μας; Μόνες μας είμαστε» Είδε μπράτσα να σφίγγονται, νύχια, του χεριού της μιας, να χώνονται με νόημα στο χέρι και το μπούτι της άλλης. Λίγο δειλός ήταν με το ωραίο φίλο, αλλά όχι βλάκας. Κατάλαβε. Είχε κάνει καλή εντύπωση.  Αυτό ήταν. Κάθισε. Ο καλός του Δον ας έβρισκε τη λύση στα προβλήματά του χωρίς αυτόν ...  Από Δουλτσινέες, ο κόσμος γεμάτος, και ο καθένας στη ζωή βρίσκει τη δική του.

 

 

Συνεχίζεται... 


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 4ο

                                                                                                         ΙΔΙΟΤΡΟΠΙΕΣ                                                    

Ο καταστηματάρχης συνολικά ήταν ένας άνθρωπος κοινός, με κάποια  χαρακτηριστικά που  χαιρόσουν να τον συναναστρέφεσαι.  Ευχαριστιόταν εύκολα με τη παρέα καλών ανθρώπων, στο χρήμα δεν ήταν ιδιαίτερα σφιχτός. Αγαπούσε τη γυναίκα του και ας γκρίνιαζε και ειδικά τώρα που το παραδάκι έρρεε, όλα ήσαν μέλι γάλα μεταξύ τους.

Αν και υποψιαζόταν εύκολα άγνωστους ανθρώπους, όταν τους γνώριζε καλά μπορούσε να γίνει θυσία γι αυτούς.

Στήριζε τις απόψεις του αλλά ήταν ταυτόχρονα διαλλακτικός και φυσικά όταν άκουγε μια καλή θεωρία, αν και πολλές φορές δυσκολευόταν, έφθανε στο σημείο ακόμη και να αλλάξει γνώμη. Με τους συνεργάτες αλλά και τους πελάτες ήταν απόλυτα τίμιος και εντάξει στις υποχρεώσεις του. Στα παιδιά του,  ο Δημήτρης ο γιος του έκανε το στρατιωτικό του, στο σώμα της Αεροπορίας στον Άραξο, και η κόρη του η Μαργαρίτα παντρεμένη με ένα καλό παλικάρι τον Ορέστη, εδώ και δυο χρόνια, είχε φερθεί άψογα ως πατέρας, βοηθώντας και τους δύο στη ζωή τους. Ελαττώματα; Είχε πώς δεν είχε. Αλλά ποιος άνθρωπος δεν έχει; Μια όμως ιδιοτροπία του ξεχώριζε. Καλός και άγιος ο Ζάχος, εμπιστευόταν τους φίλους και τους συνεργάτες, αλλά μη του έλεγες, εκτός από τον ίδιο, να κλείσει άλλος το βράδυ  το μαγαζί. Όχι, αυτό το απέκλειε. Ακόμη και αν είχε προλάβει να κάνει ταμείο, ευρώ για ευρώ να μην είχε αφήσει στο συρτάρι, ως κίνητρο μιας «προδοσίας» του υπαλλήλου του, πάλι ο μαγαζάτοράς επέμενε να φύγει τελευταίος από το μαγαζί. Ακόμη και όταν έλειπε σε διακοπές, και δεν γινόταν διαφορετικά, το τηλέφωνο άναβε. «Όλα καλά; Κοίταξες στο υπόγειο; έκλεισες τα παράθυρα; Με χιλιάδες ερωτήσεις τρέλαινε τον καημένο τον Ντιμάκο.  Αλλά θα πείτε σιγά την ιδιοτροπία. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είναι που συμπεριφέρεται έτσι. Όλοι οι επιχειρηματίες το βράδυ συνηθίζουν να αποχαιρετούν κάποιο από τα δημιουργήματά τους. Να τα χαϊδεύουν, να μιλούν στα άψυχα αντικείμενα που βρίσκονται ολόγυρα, να αφήνουν το βλέμμα να περιδιαβαίνει στους τοίχους λες και αυτοί έχουν κάτι να τους πουν, και τέλος αφού ανασαίνουν ανάσα βαθειά κλειδώνουν και φεύγουν γεμάτοι πεποίθηση ότι θα αντέξουν την επόμενη δύσκολη μέρα . 

Άρα το θέμα δεν είναι αυτό. Είναι η συμπεριφορά του μαγαζάτορα αν τυχόν κάποιος, να έτσι από ενδιαφέρον  φιλικά, του προτείνει «ας κλείσει βρε παιδί μου και μια φορά ο Ντίμης!» ή  ακόμα περισσότερο «φύγε πιο νωρίς να πάμε για ένα κρασάκι, και αν δεν θες να κλείσει ο Ντίμης φώναξε τη Μπία!». Ο Ζαχαρίας γινόταν άλλος άνθρωπος. «Πότε μωρέ σου είπα εγώ πώς να κάνεις με το μαγαζί σου;» και αν δεν έχει μαγαζί  «δε μου λες αδελφούλη, μη θάθελες να αναλάβεις το μαγαζάκι μου, και εγώ να σου λέω πώς να κάνεις με το σπίτι και τη γυναίκα σου;» τον πρόσβαλε κατάμουτρα. Έτσι, για το θέμα τούτο κανείς πια δεν του έλεγε τίποτα, και με αυτό τον τρόπο διατηρούνταν οι φιλίες,  και ο μαγαζάτορας ήσυχος έκλεινε κάθε βράδυ την μικρή του, προσοδοφόρα πια, επιχείρηση.

Τα έκανε αυτά όσο ήταν λίγη η δουλειά και το μόνο που τον κούραζε ήταν η ανέχεια. Τώρα με φουλ εργασία άρχισε να παρακαλά μέσα του να του κολλήσουν λίγο παραπάνω φίλοι και γνωστοί για το θέμα αυτό, να προσπαθήσουν λιγάκι περισσότερο να τον πείσουν να μη κάθεται έως αργά και να δείτε πως θα πειθόταν! Έτοιμος ήταν! Μια χαρά παιδί ήταν ο Ντιμάκος, και η Μπία του πλέον δεν εργαζόταν τόσο σκληρά όσο πριν. Φευ, τώρα όμως που εκείνος ήθελε όλοι απέφευγαν όπως ο διάολος το λιβάνι να θίξουν και πάλι τέτοιο θέμα. Ο Ζαχαρίας τους έβλεπε να περνούν με τις συζύγους τους, πρόσχαροι και ξεκούραστοι και ήθελε όσο ακόμη μπορούσε να τρέξει κοντά τους. Αλλά υπήρχε βλέπετε το μαγαζί και το φιλότιμο. Αυτή η λανθασμένη περί φιλότιμου άποψη που όμως όλοι γνωρίζουμε ότι στη πραγματικότητα πρόκειται για εγωισμό και μάλιστα πολλές φορές αρρωστημένο.

Ειδικά το Σαββάτο και την Κυριακή, όλο το Μοναστηράκι από την Ερμού έως τη πλατεία του Ηλεκτρικού και από εκεί στην  οδό Ηφαίστου μέχρι την Πλατεία Αβησσυνίας και τις πέριξ των οδών αυτών μικρές διόδους πλημύριζε από μια πανανθρώπινη πλημύρα. Πολύχρωμη, πολύβουη με κάθε διάθεση, η οποία κάποτε κουρασμένη  ξαπόσταζε στα γύρω καφέ και τις σουβλακερί. Ποιος πήγαινε να δει τα Αρχαία; Φυσικά τουρίστες και από τους Έλληνες όσοι ήθελαν να ανοίξουν όρεξη για ούζο.  Αλλά η λαοθάλασσα αυτή δεν κουραζόταν μόνο αλλά και κούραζε. Όταν έπαυε να εξαργυρώνει την επιθυμία της, «για επιστροφή σε μια παλιότερη εποχή» αγοράζοντας είτε απολύτως συγκεκριμένα αντικείμενα, δίσκους, βιβλία, νομίσματα ή ότι έβρισκε στο κατόπι, απλά για να δικαιολογήσει την ανυπόταχτη σε κανόνες βόλτα. Να δεις τα μάτια μονάχα του επισκέπτη. Γυαλίζουν! Συνήθως στο Μοναστηράκι όλα όσα πωλούνται είναι ισοδύναμα των χαντρών που οι Κονκισταδόρες χάριζαν στους Ιθαγενείς της Αμερικής. Εκείνοι πάλι, οι ιθαγενείς, τα έπαιρναν δίνοντας χρυσάφι, που ήταν γι αυτούς τόσο κοινό, τόσο συνηθισμένο! Έτσι και σε αυτή τη περιοχή. Ορμούν παίρνουν, παίρνουν, παίρνουν οι διάφοροι ιθαγενείς Έλληνες και ξένοι χάντρες κάθε μορφής και χρώματος, και αφήνουν πολύ χρήμα.

Όσοι ξέκοβαν από την Πλατεία Αβησσυνίας ανακάλυπταν ότι υπάρχει και συνέχεια. Ότι στο Μοναστηράκι η ζωή και η συνήθεια «πουλώ παλαιά για να αγοράσετε πιο φθηνά», που όμως τελικά στοιχίζουν πανάκριβα, συνεχίζεται πιο κάτω από τη διάσημη Πλατεία. Εκεί θα ανακάλυπταν την οδό Άστιγγος, φυσικά κανένας πλην ολίγων, θα ήξεραν για την ονομασία της οδού. Αυτή  οφείλεται σε έναν Άγγλο Φιλέλληνα που προσεφέρθη  ανιδιοτελώς  για τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 των Ελλήνων τον (Φρανκ Άστιγξ) και την Οδό Αγίου Φιλίππου σαν μια φυσική προέκταση των άλλων καταστημάτων αλλά και υπαιθρίων αγορών.

Ανάμεσά τους και ο Ζάχος ο καπελάς που έδωσε και πήρε. Πούλησε με τη ψυχή του. Απέκτησε νέες γνωριμίες. Άφησε τον Ντίμη να διηγείται για το «Πτηνό» και εκείνος φρόντιζε να μη λείπει ο καλός μεζές του Τάσου από τους ειδικούς και καλούς πελάτες. Ακόμη και μεγάλες μερίδες με γύρο και κεμπάπ, από το διπλανό σουβλατζίδικο, γέμιζαν το τραπεζάκι, που δεν δίστασε να στήσει έξω από το μαγαζί. Κάποιες φορές αγόραζε μπακαλιάρο και  τον έδινε στον Τάσο να τον τηγανίσει. Αυτός, προσθέτοντας μυρωδάτη σκορδαλιά, δημιουργούσε μοναδικές απολαύσεις του ουρανίσκου. Ο Ζάχος λοιπόν,  όταν καταλάβαινε ότι η παρέα που είχε μπει στο καπελάδικο, ήταν αρκετή ώρα στο δρόμο, άρχιζε αμέσως τα «που να τρέχετε τώρα; Τι να παραγγείλω; Πείτε το και θα το έχετε. Μόνο   χαβιάρι μη μου ζητήσετε. Μου τελείωσε από τη προηγούμενη βδομάδα, που είχα πάλι μια μεγάλη παρέα!» Το γέλιο της παρέας του έφτιαχνε τη διάθεση και η αγορά  καπέλων, κάλυπτε όχι μια, ούτε δυο, αλλά τρεις και επιπλέον φορές τα χρήματα που έδωσε για το κέρασμα. Μέσα και οι μπύρες!

 

                                                                          ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ                             

Είναι κάποιες στιγμές πλήρους σύγχυσης, όπου τα συναισθήματα μπερδεύονται αναμεταξύ τους. Κάποιες στιγμές που θέλεις να εκδηλώσεις τη μεγάλη σου στενοχώρια, και το κάνεις ακριβώς όπως όταν διακηρύσσεις την πιο έντονη χαρά σου. Η αβεβαιότητα και ο προβληματισμός σου είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουν από τις στιγμές της μοναδικής σου απόλαυσης.

Είναι όμως χειρότερο, όταν όλα σου τα συναισθήματα αντί να τα εκδηλώνεις τα περιορίζεις, τα καταπνίγεις, δεν τα αφήνεις να εκδηλωθούν, να βρουν τον δικό τους δρόμο διαφυγής. Τότε, σαν τον άνθρωπο που πνίγεται, αρπάζεσαι από το μόνο σημείο εικονικής σωτηρίας. Από τα μαλλιά σου.

Ο Ζαχαρίας ένιωθε την ανάγκη να βγει, να ταξιδέψει, να πάει να χαλάσει πέντε δεκάρες με τη γυναίκα του ή έστω με ένα φίλο έτσι για ένα βράδυ. Να καταλήξουν στη  παραλία, να πάρει αέρα ικανοποίησης. Να πιουν ένα ποτό για το γαμώτο και ίσως να τσίμπαγαν καμιά νοστιμιά. Από την επόμενη, επιστροφή στο μαγγανοπήγαδο της ζωής.  Το ταμείο ήταν γεμάτο. Όλα είχαν πάει πολύ καλά και σήμερα ... Αλλά, να που ειδικά σήμερα ο Ντίμης δεν θα καθόταν παρεούλα του  ούτε μέχρι τη συνηθισμένη ώρα. Ο Ντίμης συνήθως έφευγε κατά τις οκτώ, όποια ώρα και αν έκλεινε το μαγαζί.

Σήμερα ζήτησε άδεια να φύγει από τις επτά και «αν γίνεται αφεντικό να μου δώσεις τα μεροκάματά μου, με περιμένει πρόσωπο». Γέλασε ο Ζαχαρίας και τι να κάνει πλήρωσε και απόμεινε μονάχος μέχρι να κλείσει το μαγαζάκι του. Αυτός τα απογευματινά απομεινάρια πελατών, αυτός τις περί  καπέλου διηγήσεις, αυτός όλα.  Δηλαδή, αυτός και το μαύρο του πουλί. Ο Κίτσος του.  Αχ νεολαία, σκέφτηκε, α ρε Ντίμη, να είχα τα νιάτα σου!

Δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα. Σχεδόν δεν αντιλήφθηκε  για πότε το ημίφως έγινε πηχτό σκοτάδι, και ας ήταν ακόμη η ώρα εννέα. Έσπευσε και έκλεισε το μαγαζί, είχε απορροφηθεί και δεν είχε κάνει ταμείο. Καλά, δεν τρέχει τίποτα, θα έκανε τώρα. Ας ήτανε κλειστή η πόρτα μην αρπάξουμε κανένα «συνάχι» (πρόστιμο) και με το πάσο μας μετράμε τα κέρδη. Να το απολαύσουμε βρε αδερφέ! Άνοιξε ο άντρας το κολάρο στο πουκάμισο και κάθισε πίσω από το ταμείο. Είχε πλέον κατεβάσει τα μεγάλα φώτα. Δεν τα χρειαζόταν πλέον. Τράβηξε το συρτάρι και από μέσα χούφτωσε με περίσσια απόλαυση το παραδάκι της ημέρας. Άνοιξε το τετράδιο Έσοδα- Έξοδα και άρχισε την επίπονη αλλά και απολαυστική τελευταία εργασία. Τόσα τη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κλπ Μισθοδοσία - Καθαρίσαμε σήμερα, νοίκι ορίστε τόσα, ρεύμα μια χαρά, εφορία σιγά το πράγμα, τακτοποιημένα, κλπ, κλπ, κλπ καθαρά 15 χιλιάδες! Μια χαρά για μια εβδομάδα ... Μια χαρά με βρίσκω, τι μια χαρά, υπέροχα!

Ο Ζαχαρίας ξάπλωσε απόλυτα ικανοποιημένος και του ήλθε να ουρλιάξει από χαρά. «Τελικά υπάρχει Θεός» Για να μετανοήσει άμεσα, αφού θυμήθηκε ότι ως φτωχός αμφισβητούσε έντονα την ύπαρξη εκείνου που σήμερα με τόση ευκολία αναγνωρίζει.

Ξάπλωσε και πάλι στη πολυθρόνα του περισσότερο ήρεμος τώρα. Έκλεισε τα μάτια για λίγο. Τα άνοιξε και τα άφησε καρφωμένα στο σημείο που βρισκόταν το καπέλο. Χαμογέλασε ευχαριστημένος. Το εκκρεμές,  από το ρολόι του απέναντι τοίχου τον χαλάρωνε, με το ατέλειωτο ρυθμικό πήγαιν'  έλα του, συμβάλλοντας στη καλή του διάθεση. 

Ξαφνικά όμως, ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη.

Του φάνηκε σαν να είδε μια κίνηση μέσα στο μαγαζί. «Ποιος είναι;» ρώτησε διστακτικά, και από τη μια ευχόταν να μη πάρει απάντηση, ενώ από την άλλη η αγωνία της σιωπής τον σκότωνε! Κοίταξε πιο προσεκτικά. Είδε ότι το καπέλο  έλειπε από τη θέση του! «Που πήγε; Πέταξε;» αναρωτήθηκε «λες να έχει πραγματικά ζωή;». Ένας παράλογος φόβος  είχε αρχίσει να του σαλεύει τα λογικά. «Κίτσο» φώναξε σιγά λες και μιλούσε σε αληθινό πουλί! «Κίτσομ'»,  «που είσαι αγόρι μου; Μίλα μου ...» Πήρε να τρελαίνεται! Το ημίφως, τα χρήματα που υπήρχαν στον πάγκο, η μοναξιά, επέτειναν την αγωνία του, και ο Ζαχαρίας δεν μπορούσε να σκεφθεί λογικά. Όμως  δεν τα δημιουργούσε όλα φαντασία από τη μοναξιά. Η κίνηση επαναλήφθηκε και αυτή τη φορά ήταν περισσότερο αληθινή από ποτέ. Ο μαγαζάτορας πλησίασε με διστακτικά βήματα. Άκουσε ένα ανεπαίσθητο θρόισμα , σαν κάτι να ξεκόλλησε από το παραγώνι που είχε δημιουργήσει στο δεξιό έμπα του μαγαζιού του. Σαν να είδε μια σκιά να κινείται ... Ο φίκος, που στόλιζε εκείνη τη περιοχή κουνήθηκε, και η σκιά περπάτησε πλησιάζοντας  προς το μέρος του. Ο άντρας τρομοκρατήθηκε και πισωπατώντας βρέθηκε να ακουμπάει στον πάγκο του. «Ποιος, ποιος είναι;» ρώτησε με αβέβαιη και  τρεμουλιαστή φωνή.

Δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε.  Στο ημισκότεινο μαγαζάκι του, το μόνο σίγουρο ήταν εκείνη την ώρα , ότι δεν ξεχώριζαν  καθόλου   τα όρια που χώριζαν το σκότος από το φως.  Δεν έβλεπε ακόμη καθαρά ώσπου ... Να ήταν επειδή το σκοτάδι που παραμερίστηκε από τα λιγοστά αναμμένα φώτα του καπελά; Να ήταν  ίσως επειδή το πλάσμα, που  εισέβαλε στο δικό του χώρο,  εξέπεμπε τόση λάμψη, που  αρκούσε η παρουσία του για να  φωτίσει; Μπόρεσε να δει! Αυτό που έβλεπε, ακόμη ακαθόριστα και με δυσκολία να διαγράφεται εμπρός του, ήταν ιδιαίτερα σαγηνευτικό. Μια νεαρή γυναίκα, με κόκκινα χυτά ίσα μαλλιά και ολόλευκο δέρμα, ντυμένη με ένα κατακόκκινο φόρεμα και ξυπόλυτη! Ένα φόρεμα, το οποίο άφηνε ένα μεγάλο σχίσιμο δεξιά και αριστερά απ όπου ξεπρόβαλαν τα ολόισια αγαλμάτινα πόδια της. Ο Σατανάς σε γένος θηλυκό είχε εισβάλει. Ποιος ξέρει πως, και για πόση ώρα βρισκόταν στο μαγαζί του. Το άλλο εκπληκτικό ήταν ότι, καθώς προχωρούσε σιγά - σιγά, αλλά αμείλικτα προς το μέρος του, και ενώ το Ζαχαρία δεν άφηνε καθόλου αδιάφορο το βαθύ άνοιγμα του φορέματος  στο ύψος του σφριγηλού της στήθους, διέκρινε ότι κρατούσε εμπρός σε αυτό, θαρρείς σαν κάποιο είδος σεξουαλικού παιχνιδιού, το Κίτσο του! Μόλις ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για άνθρωπο, και τι άνθρωπο, ρώτησε φωναχτά «Ποια είσαι κοπέλα μου;» για να προσθέσει «τι θέλεις εδώ;».

Δεν πήρε απάντηση παρά αναγκάστηκε να σκύψει να μαζέψει το καπέλο-πουλί, που η νεαρή κοπέλα πέταξε επιδεικτικά στο πάτωμα.  Το έρμο το καπέλο. Από καλύπτρα του ανθρώπινου κεφαλιού για το κρύο, άντε και στολίδι αυτής της επάνω άκρης του ανθρώπινου σώματος, κατάντησε, όμορφη κατάντια μα τον Θεό, σεξουαλικό παιχνιδάκι στα χέρια μιας δεσποινίδας.

Σηκώθηκε ξεσκονίζοντας το  και διαμαρτυρόμενος «άκου να σου πω ...» αλλά η φράση έμεινε να κρέμεται στις άκρες των χειλών του. Χείλη που δεν έκλεισαν, αλλά επέμειναν να χάσκουν σαν του ηλίθιου, ενώ τα μάτια γούρλωσαν τόσο, που νόμιζες ότι από στιγμή σε στιγμή θα πετιούνταν  από τις κόγχες τους. Ασυναίσθητα ο άνδρας, έφερε το καπέλο  εκεί που βρίσκεται το επίμαχο ερωτικό του σημείο ως προστασία. Η κοπέλα βρισκόταν εμπρός του, όπως την είχε γεννήσει η μάνα της! Ολόγυμνη, χωρίς το ελάχιστο να σκεπάζει τη γύμνια της. Ούτε καν  ένα καπέλο!

Γονάτισε ο Ζαχαρίας σαν την είδε. Οι άνδρες, οι μεγάλοι στην ηλικία, σαν αντικρίσουν το ερωτικά θεσπέσιο, πριν τολμήσουν να  το μολύνουν, υποκλίνονται μπροστά του. Όταν δε το δουν εντελώς ξαφνικά, όπως τώρα, και μάλιστα δεν είχαν ποτέ πριν διανοηθεί να αποτολμήσουν  να βρεθούν σε παρόμοια κατάσταση , γονατίζουν. Τους κόβονται κυριολεκτικά τα γόνατα. Μπόρεσε μονάχα να ψιθυρίσει «ύπαγε οπίσω μου Σατανά ...». Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει κανείς αν το εννοούσε ή όχι, γιατί δεν πρόλαβε να πει κάτι άλλο ή να κάνει κάτι ακόμη. Η επόμενη στιγμή, τον βρήκε γονατιστό να προσπαθεί να συνέλθει από το ξάφνιασμα. Η κοπέλα, ο σατανάς όπως θέλετε πείτε αυτό το εκπληκτικής ομορφιάς πλάσμα, με ένα της βήμα, κινούμενη σαν οπτασία στο  χώρο,  πλησίασε στητή και κόλλησε βίαια το κορμί της επάνω στο πρόσωπο του άνδρα. Λαχάνιασε ο κακομοίρης. Προσπάθησε να αντιδράσει . Κάτι η σεμνοτυφία, κάτι ο φόβος αν θα τα καταφέρει, κάτι ο «ευνουχισμός» που σε πολλούς επιβάλουν οι Μπίες της ζωής τους, αντί να της ορμήσει και να ζήσουν μαζί κάθε πιθανή και απίθανη στάση του Κάμα Σούτρα, αυτός έκανε κάτι ενδιάμεσο .

Πετάχτηκε από τη κατάσταση ημιλιποθυμίας που βρισκόταν ,  την άρπαξε από τα χέρια και της είπε, σχεδόν παρακάλεσε, με βραχνή φωνή«τι θέλεις από μένα;»  φροντίζοντας όμως ταυτόχρονα το σώμα του, να κολλήσει στο γεμάτο χυμούς σωματάκι της νεαρής. Εκείνη, αντί άλλης απάντησης, του έκλεισε το στόμα κάνοντας τον να σιωπήσει, με ένα τέτοιο φιλί,  που  συντάραξε  τον καταστηματάρχη έως το βάθος των σπλάχνων του. Η καρδιά του μεσήλικα κόντεψε να σπάσει. Το στομάχι του δέθηκε κόμπος. Ένας γλυκός, θεσπέσιος κόμπος. Μακριά Αλέξανδρε με το σπαθί σου. Άσε το κόμπο να μείνει δεμένος . Είναι τόσο απολαυστικός.

  Δεν χρειάστηκε καν επιχειρήματα του είδους «εδώ έπεσαν κάστρα και κάστρα» για να αποδεχθεί, ότι σήμερα το βράδυ, αυτό που ονομάζουν Συζυγική Πίστη ήταν μοιραίο από πλευράς του, να κατατεθεί στα πόδια μιας μάγισσας των αισθήσεων. Δεν άργησε αυτή η ένωση να έλθει. Ο Ζαχαρίας για μια φορά  στη ζωή του, που ήταν τύπος και υπογραμμός, αποφάσισε να εξοκείλει.  Πόσο δική του ήταν η απόφαση ελέγχεται. Η ουσία, είναι ότι το πανταλόνι και ότι άλλο συγκρατούσε τα όχι του Ζαχαρία, βρέθηκαν αγκαλιά με τα θέλω της νεαρής, για να πέσουν στη συνέχεια τα δυο τους, όχι και θέλω, σε ένα ατέλειωτο κολασμένο ναι, ναι και πάλι ναι. Αναστέναξε ο πάγκος και το πάτωμα, διδάχτηκαν στάσεις ερωτικές ακόμη και οι καρέκλες του μαγαζιού. Είναι Ανθρώπινο δυστυχή θνητέ, τόσο ανθρώπινο ...

Η νεαρή έφυγε όπως είχε έλθει στη ζωή του. Ανώνυμα. Ο μαγαζάτορας  δεν μπόρεσε να μάθει πως και γιατί είχε μπει στο μαγαζί του. Δεν έμαθε γιατί θέλησε να κάνει έρωτα μαζί του, αφού φυσικά  ήταν φανερό ότι  εκείνη, για άγνωστο λόγο, επεδίωξε κάτι τέτοιο. Για λεφτά δεν το έκανε. Δεν ζήτησε. Να τον ερωτεύτηκε; Όχι δα! Αυτό και αν παραπάει! Τότε; Τότε τίποτα κύριε, είναι αυτό που λένε «καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε νάχαμε και μια» ... Είσαι το λοιπόν φαγωμένος, είσαι πιωμένος, σου έλαχε η μια και τι μια θεοκόμματος και αναλογίζεσαι τα πως και τα τι; Ου να χαθείς βλάκα! Αυτά σκεφτόταν ο καταστηματάρχης αλλά έλα που δεν έλεγε να ξεκολλήσει . Ο θηλυκός Σατανάς είχε στοιχειώσει το μυαλό του.

Από εκείνη την ημέρα άδειασε το μυαλό του Ζαχαρία. Έγινε άλλος άνθρωπος. Αυτός ο ευπροσήγορος, αυτός που δεν μιλούσε πολύ αλλά μιλούσε με όλους, ο καλόγνωμος, άρχισε να γίνεται λιγομίλητος και μονόχνοτος.  Τον καλούσαν οι φίλοι να πιουν ένα ουζάκι και εισέπρατταν άρνηση. Μα ακόμη όταν ακολουθούσε, με τα χίλια ζόρια, ήταν πάντα βαρύθυμος λες και του είχαν πέσει τα καράβια έξω. «Τι έχεις μωρέ;» τον ρωτούσαν. «Τίποτα, τίποτα» απαντούσε με Σιβυλλικό  τρόπο, και χωνόταν στο καβούκι του. Βέβαια από μέσα του ο άνθρωπος σκεφτόταν «τι να πεις και σε ποιον; Άντε και θέλεις να πεις κάτι, ποιον να εμπιστευτείς;» και όλος αυτός ο καημός έτρωγε τον άνδρα. Διπλός καημός. Ο γεροντοέρωτας, αλλά και που δεν είχε πουθενά να πει τον πόνο του.

Το μαγαζί φυσικά συνέχιζε να το κλείνει μονάχος. Όχι μόνο. Έδιωχνε πολλές φορές τον Ντίμη από νωρίς, να σαν εκείνη τη φορά που του είχε συμβεί να μπει γυμνή η Κόλαση στο μαγαζί του. Έλεγε μήπως,  αλλά τίποτα. Ήταν φαίνεται τυχαίο.

 

 Συνεχίζεται


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 3ο

                                                                                          ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΚΥΡΙΕ ΖΑΧΑΡΙΑ

Θέλεις να κρατήσεις  κάποτε  μυστικό γιατί νιώθεις μια περίεργη ενοχή; Το κρύβεις και δεν το αποκαλύπτεις για να μην επιβαρύνεις συναισθηματικά κάποιον αγαπημένο σου; Υπάρχουν οικονομικά προβλήματα και δεν τα φανερώνεις για να μη φορτίσεις την ήδη βεβαρημένη ατμόσφαιρα του σπιτικού σου; Κακομοίρη! Θα βρεθεί σίγουρα ο καλοθελητής να ενημερώσει. Ο καλός φίλος, ο προστάτης, ο φαρμακοποιός, ο κρεοπώλης, ο ψωμάς, ο καθένας. Ακόμη και το internet καμιά φορά θα αποκαλύψει το μυστικό σου.

Βρήκε τη Μπία να τον περιμένει ανάστατη «τι σημαίνουν όλα αυτά;» ρώτησε και πέταξε στο τραπέζι την εφημερίδα Η ΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ)        ο Ζαχαρίας κοίταξε την εφημερίδα που είχε στα χέρια του. Ήταν ίδια. Τί συμβαίνει; Ρώτησε και αυτός με απορία. Κάθισε σε μια καρέκλα, ξεδίπλωσε την εφημερίδα και έκπληκτος διάβασε. Το έντυπο αυτό που συνήθιζε να δίνει εμπορικές πληροφορίες αλλά και να αναμεταδίδει καλά διασταυρωμένους ψιθύρους για εμπόρους της περιοχής, είχε έναν καθόλα γνωστό σε αυτόν τίτλο ΦΡΟΥΙΤ ΦΡΥΙΙΤ!!  Και από κάτω ο αρθρογράφος σημείωνε.

«Μην εκπλήσσεσθε, στο παράξενο κόσμο που ζούμε όλα είναι δυνατά ακόμη και γάιδαρο να δούμε να πετάει. Πόσο μάλλον καπέλο! Είπα καπέλο; Και αν το καπέλο δεν είναι καπέλο; Αν έχει απλά ομοιότητες μεγάλες με καπέλο και είναι στη πραγματικότητα Πουλί;! Άγνωστο στη χώρα μας, αλλά έχει τις χαρακτηριστικές ιδιότητες μιας κίσσας. Το χρώμα(μαύρο), σφυρίζει, πετάει(όποτε θέλει) και κατά τον εφοριακό ελεγκτή κλέβει! Το συγκεκριμένο λέγεται ότι έκλεψε τον Δημόσιο Πλούτο της χώρας! Όμως πιστοποιεί και άλλος συμπολίτης μας τη γνησιότητα του ως πτηνού. Ο δάσκαλος του οικείου σχολείου που όλοι γνωρίζουμε πόσο θετικός άνθρωπος είναι.» Και έκλεινε το άρθρο με πληροφορίες για το που συμβαίνουν όλα αυτά τα θαυμαστά.

Ο Ζαχαρίας αναστέναξε. Πέταξε στην άκρη την εφημερίδα και σιγά-σιγά, λόγο το λόγο, μέρα τη μέρα, γεγονός το γεγονός εξήγησε στη γυναίκα του όλα όσα το τελευταίο διάστημα είχαν συμβεί στο μαγαζί του. Εκείνη άκουγε με προσοχή, που διαρκώς αύξανε περισσότερο κατά τη πάροδο του χρόνου, και ενώ   τα γεγονότα, όπως τα διηγείτο ο άντρας της, αποκτούσαν μορφή χιονοστιβάδας. «Σώνει άνθρωπέ μου» του λέει κάποια στιγμή και ήταν η ώρα που της μιλούσε για την επίσκεψη του παπά, «κάτσε να σου βάλω μια μπουκιά φαγητό, λίγο κρασί, τέτοια που λες θα μου εξαντληθείς και δεν θα προκάμεις να τα πεις όλα» και γελώντας η Μπία γέμισε ένα πιάτο ζεστή φασολάδα, ήξερε πόσο άρεσε στον Ζαχαρία. Δίπλα σέρβιρε και ένα κομμάτι φέτα από τη καλή  «βαρελίσια» της είχε προτείνει ο μπακάλης. Χύμα κρασί από που αλλού, ακόμη από το καρβουνιάρικο ψώνιζε, το καλύτερο χύμα. Γέμισε το ποτήρι του άντρα της και ένα δικό της, άφησε τη μποτίλια παραδίπλα για κάθε τρέχουσα ανάγκη, και δεν βιάστηκε, παρότι μέσα της καιγόταν να μάθει τη συνέχεια από τα «ύστερα του κόσμου», που ούτε είχε ποτέ φανταστεί ότι θα συνέβαιναν στον μικρόκοσμό της. Πέντε λεπτά υπομονής, το πιάτο παραμερίστηκε και η Μπία κατσούλιασε τα μάτια σαν να παρακαλούσε και να διάταζε ταυτόχρονα «Λέγε τώρα...»  Και είπε ο Ζαχαρίας, είπε, είπε και ήπιε και ζαλίστηκε και ξαναείπε και τελειωμό δεν είχε κλείνοντας «και έτσι αποχαιρετίστηκα με το δάσκαλο, δίνοντας του αυτή την υπόσχεση. Αυτά Μπία μου και έτερον ουδέν, μέχρις σήμερα τουλάχιστον...».

Ήρεμα σηκώθηκε η Μπία. Έριξε μια δεύτερη ματιά στην εφημερίδα και σιωπηλή κατευθύνθηκε προς το νεροχύτη της. «Ξέρεις,» άκουσε να της λέει από πίσω της ο άντρας της με κομπιασμένη φωνή, «λέω ότι πολύ με ζάλισαν όλοι τους, τελικά δίκιο έχεις, θα βάλω πωλητήριο στο μαγαζί». Ένα ποτήρι ακούστηκε να σπάζει και η Μπία γύρισε προς εκείνον με ύφος πονεμένο «να πάρει κόπηκα» ο Ζαχαρίας σηκώθηκε να τη συνδράμει αλλά είδε το χέρι της τεντωμένο να τον κρατά σε απόσταση. «Είσαι εντελώς ηλίθιος Ζάχο; Τώρα θα πουλήσεις; Άσε να δεις πως θα πάει όλο τούτο και απέ βλέπουμε. Δεν βλέπεις ότι φαίνεται να ανοίγουν νέες προοπτικές για το μαγαζί;» Εκείνος δεν χρειάστηκε πολύ, παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει τι του έλεγε η γυναίκα του. Μαζεύτηκε και γέμισε ακόμη ένα ποτήρι κρασί «πόσο  δίκιο έχει...» σκέφτηκε και  κατευθύνθηκε στη κουνιστή πολυθρόνα του, έριξε πάνω του μια κουβέρτα και λέγοντας «έχεις δίκιο γλυκιά μου, αυτό θα κάνουμε» αφέθηκε να διαβάζει τα υπόλοιπα άρθρα από την εφημερίδα Η ΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙΟΥ). Αύριο θα ήταν μια άλλη μέρα. Άραγε θα ήταν μια νέα και επικερδής μέρα ή πάλι κάποιος νέος θαυμαστής του πουλιού καπέλου  θα παρουσιαζόταν για να εκδηλώσει τον απέραντο θαυμασμό του, χωρίς να αποδώσει στον κάτοχό του κανένα πραγματικό όφελος; Ίδομεν Ζαχαρία μου, ίδομεν.   Και με αυτές τις σκέψεις ο μαγαζάτορας αποκοιμήθηκε.

Έδωσε με το καλό και ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, ως είθισται να λέμε. Ένιωθε πιασμένο όλο του το κορμί. Βρε πάλι καλά που τα εμπορικά καταστήματα δεν ανοίγουν πρωί - πρωί. Έφτιαξε καφέ γι αυτόν και τη Χαραλαμπία, ε αφού ξύπνησε πρώτος ας έκανε το καλό, και το ολοκλήρωσε πηγαίνοντας  τον στο κρεβάτι. Εκείνη γουργούρισε από ευχαρίστηση, τον αγκάλιασε τρυφερά και ο Ζαχαρίας έγειρε στο μαλακό στρώμα να ξεκουραστεί πίνοντας το συνηθισμένο πρωινό αφέψημα του Έλληνα. Σηκώθηκε αργότερα και ένιωθε περισσότερο έτοιμος να αντιμετωπίσει τα όσα ο καλός Θεός είχε σχεδιάσει για εκείνη την ημέρα να του συμβούν. Φτάνοντας στο μαγαζί του είδε κόσμο πολύ συγκεντρωμένο. "Κάτι δεν πάει καλά, κάτι κακό έχει συμβεί" σκέφθηκε. Πώς να μη σκεφθεί έτσι ο άνθρωπος; Πρωινιάτικα βλέπεις έξω από ένα κοινό καπελάδικο ένα τσούρμο άτομα. Τι να φανταστείς; Άσε που  σχεδόν πάντα ο πολύς συγκεντρωμένος κόσμος προοιωνίζεται άσχημα μαντάτα.

Πλησίασε και διαγκωνιζόμενος προσπάθησε να φτάσει στη πόρτα του μαγαζιού του. Συγχρόνως ρωτούσε "τι συμβαίνει παιδιά;"  χωρίς όμως να περιμένει να πάρει απάντηση. Μπροστά- μπροστά από το τσούρμο, σαν να επρόκειτο για τον αρχηγό ενός πυρήνα επαναστατημένων που τον καθοδηγεί στην κατάληψη της Βαστίλης, ο γνωστός μας Υπάλληλος της Εφορίας. Μόλις τον είδε ο Ζαχαρίας ένιωσε να σφίγγεται η καρδιά του "Αυτό είναι που λένε αργεί αλλά δεν λησμονεί; Για την Εφορία μάλλον είναι ειπωμένο". Μπήκε στο μαγαζί και είδε το πλήθος να εισρέει πίσω του ενώ το "πουλί" από ψηλά δεν προλάβαινε να σταματήσει τα  φρου, φρουιτ φρυιιτ  φρου, φρουιτ φρυιιτ  φρου, φρουιτ φρυιιτ κόντευε να βραχνιάσει το καημένο. Ο Εφοριακός είχε πάρει υπό μάλης μια καρέκλα και είχε αποτραβηχτεί σε μια γωνία. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και έμοιαζε να απολαμβάνει. Το πλήθος αποδείχτηκε ότι δεν ήταν άλλο από νέοι πελάτες. Οι αγορές αλλά και τα αιτήματα για επιδιορθώσεις έπεφταν το ένα πίσω από το άλλο. Άλλοι ζήταγαν να διορθωθεί το καπέλο που φόραγαν αλλά συγχρόνως γαλαντόμα αγόραζαν άλλο. Είτε μέχρι την καλή εκείνη ώρα που θα ξανά είχαν το αγαπημένο τους, "το έχω πάππου προς πάππου", είτε για να τζιράρουν το μαγαζάκι που μόλις  ανακάλυψαν. Με έναν όμως όρο. Να τους λέει ο μαγαζάτορας πληροφορίες για το περίεργο πουλί! Άλλος ήθελε να μαθαίνει όλο το στόρυ. Άλλος κάτι που μόνο αυτός θα γνώριζε και κανείς άλλος και άλλος ήθελε απλά να του επιβεβαιώσει ο καπελάς ότι όντως είναι πουλί, και αυτό του έφθανε.

Μέχρι το μεσημέρι στη μία με δύο το πολύ, καπέλο για καπέλο δεν είχε μείνει απούλητο, και μονάχα η προθήκη με τα προς επισκευή είχε γεμίσει όσο ποτέ. Τότε πήρε χαμπάρι ο Ζαχαρίας τη παρουσία του υπαλλήλου που δεν το είχε κουνήσει όλες αυτές τις ώρες ρούπι! "Εδώ είστε; Δεν φύγατε;" ρώτησε ο μαγαζάτορας για να συνεχίσει "ώστε τελικά θυμήθηκε το...πουλί μου η Εφορία και έστειλε να το βάλουν στο κλουβί." "Λοιπόν πόσο είναι το πρόστιμο να τελειώνουμε". Ο υπάλληλος σηκώθηκε αργά και χαμογελούσε ... Αν φυσικά αυτή η χαραγματιά, σαν τραβηγμένη  με σουγιά  λίγο κάτω από τη μύτη, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται το στόμα, μπορεί να   θεωρηθεί  χαμόγελο, τότε ναι χαμογελούσε.

Έπιασε τον Ζαχαρία απαλά από το μπράτσο και τον τράβηξε κοντά στην έξοδο. Άνοιξε τη πόρτα και βγήκαν μαζί κλείνοντας πίσω τους. Είναι προφανές ότι αυτό που ήθελε να του πει, είχε την αξίωση να μη το ακούσουν οι τελευταίοι πελάτες, που είχαν απομείνει στο καπελάδικο.           "Άκου φίλε μου" είπε "πράγματι η υπηρεσία είχε αποφασίσει αρνητικά για την υπόθεσή σου. Όμως μπήκαν νέα δεδομένα. Απέκτησες φίλους με κύρος. Κατάλαβες φίλε με το πουλί; Άντε γεια, εις στο επανιδείν" Με αυτά τα λόγια ο Εφοριακός Υπάλληλος έφυγε από το μαγαζί αφήνοντας τον Ζαχαρία να προσπαθεί να καταλάβει αν άκουσε καλά ή φαντάστηκε ότι βρισκόταν εκεί αυτός ο άνθρωπος.

Στράφηκε και πάλι ιδιαίτερα σκεπτικός στο εσωτερικό του μαγαζιού όπου καρτερικά τον περίμεναν ελάχιστοι πελάτες ακόμη. Να πουλήσει σε αυτούς όμως τι; Να διορθώσει ευχαρίστως αλλά να πουλήσει, τέρμα. Μπήκε χτυπώντας δυνατά τις παλάμες «τι θα κάνουμε με εσάς λεβέντες; Τέρμα για σήμερα το εμπόρευμα». Αλλά δεν κουνήθηκε κανείς από τη θέση του. Ένας ψηλός , λιγνός τύπος με κασκόλ και μονόκλ, ιδιαίτερα προσεγμένο ντύσιμο και ακριβά δερμάτινα γάντια απηύθυνε το λόγο στον μαγαζάτορα «μην ενοχλείσθε αγαπητέ, μπορούμε να παραγγείλλουμε και να παραλάβουμε όποτε ευκαιρείτε» . Ο Ζαχαρίας τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και κατευθυνόμενος στον πάγκο του δεν μπόρεσε να δει τον καλοντυμένο λεπτό άνδρα να σκουπίζει σχεδόν αηδιασμένος το σημείο που τον άγγιξε. Όμως τον άκουσε να προσθέτει σε αυτά που είπε « θα ήθελα όμως, αν θέλετε αγαπητέ, να μου πείτε κάτι για το πουλί». «Για ποιο;» ρώτησε απηυδισμένος  πια ο Ζαχαρίας, «μα για τι άλλο, για το πουλί» δείχνοντάς του ταυτόχρονα το καπέλο με το βλέμμα του. «Α, το πουλί» «και τι θέλετε να μάθετε που δεν το έχω διηγηθεί μέχρι τώρα;». Η ερώτηση ήλθε τόσο απότομη όσο λεπτός ήταν ο ίδιος στους τρόπους «καλέ μου ιδιοκτήτα, το πουλί σας αποπατεί;» «Αν κάνει τι;» ρώτησε περισσότερο έκπληκτος από το είδος της ερώτησης και λιγότερο επειδή δεν κατάλαβε ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού. «Βρε λεβέντημ΄» παρενέβη ο γείτονας που συνόδευε τον κομψευάμενο κύριο, σουβλατζής το επάγγελμα, το πρώτο σουβλάκι της περιοχής και το καλύτερο κατά πως έλεγαν, «αν χέζ το πλις ρουτάει του παλουκάρ». «Πως- πως γείτονα, κάθε βράδυ αργά, όταν ετοιμάζομαι να κλείσω το μαγαζί και μένουμε μόνοι. Τότε αισθάνεται ασφάλεια και μου τα σερβίρει! Μήπως θες να σου φέρω να δεις τα τελευταία του; Δεν τα πέταξα ακόμη!» Αυτά τα τελευταία λόγια τα είπε μη τυχόν ζήταγαν να μείνουν παραπάνω έως το κλείσιμο οι λεβέντες να δουν το «πουλί» να κάνει και την ανάγκη του. Το πόσο φοβόταν όμως μια καταφατική απάντηση από τον σουβλατζή, δεν περιγράφεται.  «Όχι μπρε κανάγια, κράτα τα και κάντα λίπασμα» ξίνισε ο γείτονας μουτσουνιάζοντας.

Η πόρτα άνοιξε και το κρώξιμο του πουλιού έκανε όλους να ξανακοιτάξουν ψηλά. «Ε, μάστορα, τρέχα γλήγορις, ο Νικολός δεν προφταίνει. Έπεσαν πολλές παραγγελίες μαζωμένες. Έχει μαζέψει τα χαρτιά με όσα ζητάει ο κόσμος, ξάπλωσε στη καρέκλα, και κάνει αγέρα στα μούτρα του.» Η δεκαεξάχρονη ανιψιά του σουβλατζή, η Μάρθα, είχε μπει ασθμαίνοντας να ειδοποιήσει το αφεντικό της, ότι άδικα βρισκόταν στο καπελάδικο όταν είχαν τόση δουλειά  «Ούστ μαρή» της πέταξε εκείνος κατάμουτρα, αλλά έτρεξε με μιας πίσω της «μαρή ξεδιάντροπ΄ ίσαι; Πόσες βολές σώχω πει να ρίχνεις κάτι πάν  σε φτόύνες τις ξόβεργες που 'χεις εδωνά;» και τη χτύπησε στα άγουρα ακόμη στηθάκια της. «Όση ώρα ήσαν στ μαγαζί  'κείν΄ τάτιμου τκαπελά ίσα που κόντεψ' το πουλί να 'ρμήξει να κάμει φουλιά, τα άτιμο, πάνε κείθε, μαρή» και δίνοντας μια σφαλιάρα στην ανιψιά του, της έδωσε να καταλάβει τι πα να πει γυναικεία τιμιότης.

Το απόγευμα έκλεισε το μαγαζί και σαν ξανάνοιξε ο μάστορας καταπιάστηκε με τις επιδιορθώσεις που του είχαν ανατεθεί και πλέον δεν ήταν λίγες. Διάφορα καπέλα πέρναγαν από τα χέρια του και σιγά- σιγά ξαναθυμόταν την τέχνη του, που με την αναδουλειά είναι αλήθεια κόντευε να την ξεχάσει. Α, να και ένα γούνινο. Αυτό μαθές ήθελε ιδιαίτερη προσοχή. Έπρεπε να σκαλίσει βαθειά  τη μνήμη του, και με τη σειρά της εκείνη να βοηθήσει τα ακροδάχτυλα του, αλλά τελικά τα κατάφερε. Το κοίταξε όλος καμάρι και μετά το ξάπλωσε μαλακά σε κουτί παραλαβής αφού πρώτα έστρωσε ειδικό χαρτί. Την επομένη ο ιδιοκτήτης του θα παραλάμβανε ένα ολοκαίνουργο καπέλο. Ο Ζαχαρίας δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα. Είχε προχωρήσει η νύχτα και αν δεν τον ειδοποιούσε ο Τάσος «τι έπαθες ρε θες να φας κανένα πρόστιμο; Άντε κλείσε» ποιος ξέρει για πόση ώρα θα κρατούσε ανοιχτό το καπελάδικο.

                                            

                                        

                                                                     ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

«Δεν πεθαίνει κανείς παρά  μια μόνο φορά  και είναι για τόσο πολύ καιρό» είχε πει κάποτε ο Μολιέρος. Έτσι όταν κάποιος μπορέσει τελικά και κάνει το χόμπι του αποδοτική εργασία,  δεν μπορεί παρά να είναι άνθρωπος χαρούμενος. Αν μάλιστα δεν γίνει μίζερος, αν ενσκήψει στα λόγια τούτα του Μολιέρου και διασκεδάσει συγχρόνως με λογική, χωρίς όμως να καταστήσει τη λογική δικτάτορα της ζωής του σε σημείο που να πάψει να αισθάνεται, θα γίνει και ευτυχισμένος άνθρωπος.

Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού με τα καπέλα, έβλεπε καθημερινά τη πελατεία του να αυξάνεται, τα κέρδη να πληθαίνουν, συνεχώς να παραγγέλλουν νέα καπέλα και μάλιστα για διάφορες εκδηλώσεις, καπέλα που άλλοτε δεν είχε διανοηθεί να βάλει στο μαγαζί του. Ποτέ για παράδειγμα δεν είχε φέρει στο μαγαζί καπέλα της αστυνομίας, της πυροσβεστικής ή του λιμενικού. Τα έφερε και αυτά. Ποτέ ίσαμε τώρα δεν ζήτησε άνδρας της Προεδρικής Φρουράς να του διορθώσει το ειδικό καπέλο (φέσι). Έγινε και αυτό. Μόνο ο παπάς με τη συμφωνία για τα καλυμμαύκια δεν είχε παρουσιασθεί ακόμη. Και να φαντασθεί κανείς ότι ήταν ο πρώτος που ζήτησε συνεργασία μαζί του και μάλιστα από μόνος του χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς. Όντως περίεργο αλλά τώρα ο Ζαχαρίας ουδόλως νοιαζόταν για τέτοια μικροπράγματα.

Ο καιρός περνούσε ευχάριστα και ενώ πλησίαζε το Πάσχα ετοίμασε, ως καλός σύζυγος, μια τεράστια έκπληξη στην αγαπημένη του Μπία. «Καλή μέρα μωρό μου» της πετάει μαζί με ένα φιλί την Μεγάλη Τετάρτη, «ψήνεσαι για τέσσερις μέρες στα Ιεροσόλυμα;» και της αφήνει στο τραπέζι δύο εισιτήρια αεροπορικά. Θα έφευγαν Μεγάλη Πέμπτη και θα γύριζαν το απόγευμα της Δευτέρας του Πάσχα. Η Μπία δεν ήξερε τι να πει. Να τον βρίσει, όπως συνήθιζε έτσι για να μην χαλάσει το γούρι;  Να τον φιλήσει; Να του τη σπάσει λίγο; «Καλά εμένα με ρώτησες αν ήθελα να πάω κάπου αλλού;» ή «Έπιασες δυο δεκάρες και τις πετάς;». Πλησίασε αργά και σιωπηλά τα εισιτήρια, τα σήκωσε από το τραπέζι και τα κοίταξε. «Πότε πετάμε;» ρώτησε τελικά. «Αύριο, Μεγάλη Πέμπτη, το μεσημέρι» απάντησε με κομμένη ανάσα ο Ζαχαρίας. Η σύζυγος αποσύρθηκε πολύ ήσυχα στο υπνοδωμάτιο κρατώντας τα εισιτήρια σφιχτά σαν παιδιά της. Από μέσα ακούστηκε να τραγουδά και μόνο τότε ο Ζαχαρίας ανάπνευσε ικανοποιημένος. «Ουφ, ευτυχώς της άρεσε το δώρο».

Στη διάρκεια του χρόνου, ο Ζαχαρίας και η Μπία, έκαναν και άλλα ταξίδια. Η αρχή ήταν να μη γίνει. Τι Βαρκελώνη, τι Παρίσι, τι «δεν πάμε σε αυτά τα SPA στην Ελβετία να δούμε πως είναι Ζάχο μου; Να τόσα χρόνια σκάλες με πόνεσε η μεσούλα μου!» Αλλά και η Ρώμη και η άλλη μεγάλη συμπάθεια της Μπίας, η Βιέννη, αποτέλεσαν  για το ζεύγος δύο από τις εκ των ων ουκ άνευ πόλεις του κόσμου που έπρεπε να επισκεφθούν. Τη καθεμιά, για το δικό της εξαιρετικό λόγο. Όσο πήγαινε καλά το μαγαζάκι με τα καπέλα, και  καθώς το πουλί - καπέλο κρατούσε συνεπαρμένους τους πελάτες με τις απίθανες περιπέτειές του,  ο Ζαχαρίας και Χαραλαμπία περνούσαν ζωή χαρισάμενη.   Και ας μην ερχόταν η εκκλησία να «ευλογήσει» τούτη την ευτυχία προσφέροντας και τα δικά της καλυμμαύκια. Ποιος ξέρει τι εμπόδιο βρήκαν οι άνθρωποι. «Άφες αυτοίς» έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του ο Ζαχαρίας και συνέχιζε τη καλή δουλειά «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» και έσκαγε στα γέλια με το πόσο ταίριαζε στη περίπτωση η Θεία από Σταυρού ρήση.

Παρ όλα αυτά, είχε αρχίσει σιγά, σιγά να κουράζεται. Καλή η πολλή δουλειά αλλά δεν τα έβγαζε πέρα. Όχι, τεμπέλης δεν ήταν ούτε άνθρωπος χασομέρης. Ούτε είχε μεγαλώσει και πολύ να πεις ότι δεν άντεχε. Μάλιστα η δουλειά του δεν ήταν σκληρή. Χρειαζόταν προσοχή ναι. Επιμονή ναι. Επίπονη ήταν. Αλλά σκληρή όχι, με τίποτα. Είχε όμως μεταξύ των άλλων του κουσουριών ένα ακόμη ο καλός αυτός μαγαζάτορας. Ήθελε κάθε τρις και λίγο ένα νέο κίνητρο για να αποδώσει καλύτερα. Όταν δεν το έβρισκε βαριόταν αφόρητα. Έτσι, άρχισε να μη προλαβαίνει να τελειώσει κάποιες επιδιορθώσεις. Άρχισε να εκτίθεται. Ναι μεν ήταν όμορφες οι ιστορίες του πουλιού, το είχε ονομάσει μάλιστα και Κίτσο,  αλλά όσοι τις είχαν ακούσει, μια δυο φορές τέρμα τις άκουσαν. Τώρα, περίμεναν να παραλάβουν τη πραμάτεια τους, πα να πει στη περίπτωσή τους  το καπέλο ακόμη και το πηλήκιο, το κάτι τι τους βρε παιδί,  που είχαν δώσει να διορθωθεί. Κάποιοι μάλιστα είχαν παραγγείλει νέα καπέλα. Όλα έπρεπε να τα προφτάσει ο Ζαχαρίας, να τα έχει έτοιμα σε τακτές προθεσμίες αλλιώς θα έπαιρνε  σιγά - σιγά, ξανά  τη κάτω βόλτα.

Προσέλαβε λοιπόν ένα βοηθό γύρω στα δέκα οχτώ.  Ντίμης το όνομά του, Ζακυνθινός. Η εξωτερική εμφάνιση έδειχνε παιδί που δεν του έκοβε  και πολύ. Αλλά ήταν αυτό που λέμε «τα φαινόμενα απατούν». Ήταν διάολος, και στη δουλειά σαΐνι.  Ότι μάθαινε δεν το ξέχναγε ο κόσμος να χάλαγε. Έμαθε σε λίγο χρόνο να διορθώνει τα καπέλα, καλύτερα από τον δάσκαλο του. Ο Ντιμάκος, έτσι τον φώναζε το αφεντικό του, του έλυσε μια και καλή τα χέρια. Του είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Ήθελε καταμεσήμερο να πεταχτεί στον καφενέ να τον δει θεού πρόσωπο; Πρόβλημα ουδέν. Ο Ντίμης τον αντικαθιστούσε επάξια. Μαζί με τη δουλειά είχε μάθει κάθε ιστορία για το πουλί. Ακόμη καλύτερα. Έδειχνε να μη πιστεύει επουδενί ότι ήταν καπέλο! Είπαμε έξυπνος αλλά είχε και τα δικά του! Ζακυνθινός είπαμε!... Έτσι και κάποιος αστειευόταν πάνω σε αυτό το θέμα «μα δε βλέπεις ωρέ Ντιμάκο μου, καπέλο είναι, ορίστε να, το πιάνω το φοράω» την ώρα που έκανε να το πιάσει το βέβηλο χέρι, ο μικρός  του έδινε μια με ένα παλιόξυλο που είχε κρυμμένο  για το φόβο των κλεφτών, έτσι έλεγε, και του το ξέραινε το κουλό.

Για τον Ντίμη, το θέμα του καπέλου ήταν Τοτέμ. Τέρμα, ειπώθηκε μια φορά σε αυτόν ότι είναι πουλί, το παραδέχθηκε και η εφημερίδα, και απ ότι λέγεται ήταν ευλογημένο και από την εκκλησία, άρα μα τον Άγιο Διονύσιο είναι πουλί! Αντίρρηση δεν υπάρχει για αυτό το ζήτημα. Όποιος έφερνε αντίθετη άποψη τον έθιγε προσωπικά.  Παρ όλα αυτά ο κυρ Ζαχαρίας ένιωθε να βαριέται αυτή την ιστορία. Εδώ που τα λέμε εργατικός άνθρωπος ήταν αλλά αυτό που λέει ο λαός μεροδούλι - μεροφάι του πήγαινε περισσότερο. Τα ήθελε βέβαια και τα πολλά χρήματα αλλά όχι να σκίζεται στη δουλειά. Όταν ήταν νέος που μπορούσε να εργαστεί, ποτέ δεν είχε τόσο μεγάλες πιένες το μαγαζάκι του, και τώρα ... Όχι, γέρο δεν τον έλεγε κανείς αλλά τα πενήντα τέσσερα χρόνια  βάραιναν ανελέητα τις πλάτες του. Ήταν κατάλληλη ηλικία για δημιουργία, φυσικά, αλλά επιμελούμενος από θέση εποπτική, θέση οδηγού μια επιχείρηση, την όποια επιχείρηση, και όχι εργαζόμενος και ο ίδιος σαν σκλάβος. Ειδικά τώρα με τον Ντίμη είχε βολευτεί και η προοπτική ενός σχετικά ευκολότερου χρήματος άρχισε να του καλαρέσει.  Αλλά είπαμε, πήγαινε καλά το μαγαζί, πολύ καλά αλλά η πρόσληψη και δεύτερου υπαλλήλου, το ήξερε και ο ίδιος ήταν σπατάλη και μάλιστα από εκείνες που μόλις του πέρναγε από το μυαλό ως ιδέα την έδιωχνε τόσο γρήγορα όπως ήλθε μουρμουρίζοντας «ύπαγε οπίσω μου σατανά». Αυτή τη κουβέντα έμελλε να τη πει μέρες αργότερα, συγκεκριμένα ένα βράδυ, αλλά για άλλο λόγο και όχι γιατί του σφηνώθηκε και πάλι αυτή η πολυέξοδη ιδέα.

 

                                                      

 

 

 

 Συνεχίζεται


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 2ο

                                                                                                          Ο ΕΛΕΓΧΟΣ

Ο άνθρωπος παλεύει καθημερινά με το θηρίο της καθημερινότητας, ενώ η αδυσώπητη μάχη, με μια  κακώς εννοούμενη πρόοδο που θέλει αυτοματισμούς και συντριβή του καλλιτέχνη τεχνίτη, φαίνεται οριστικά χαμένη για τον τελευταίο. Ο γραφειοκράτης  μοιάζει νικητής και τροπαιούχος. Το ίδιο νικητής φαίνεται σε καθημερινή πια βάση, και εκείνος που ως τέχνη έμαθε  μια ολόκληρη ζωή, πώς με το πάτημα ενός κουμπιού να θέτει σε κίνηση μια μηχανή, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.

 Ακριβώς σε αυτό το σημείο  έρχεται και το Κράτος, να προσθέσει άλλο ένα βάρος, μια ακόμη ταλαιπωρία στους ώμους του Πολεμιστή ανθρώπου. Λες και το κάνει επίτηδες για να τον εξασθενήσει, ώστε να μη μπορεί να σταθεί στα πόδια του, στον πόλεμο εναντίον των υπολοίπων θηρίων. Όχι φυσικά έτσι αόριστα το Κράτος. Πιο συγκεκριμένα μια από τις περισσότερο βάναυσες υπηρεσίες του. Η Εφορία. Ο περισσότερο δραστικός  μηχανισμός απομύζησης και ελέγχου του ενεργού πολίτη. Όπως πάντα, έτσι και τώρα, μέσω αυτής,  αναγγέλθηκε νέος τρόπος ελέγχου των νόμιμων πολιτών. Τους παράνομους, κανένας από αυτό το απύθμενα παράλογο Κράτος, δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει και να αγγίξει. Βρήκε καινούργιο τρόπο για να  φέρει σε αδιέξοδο τον έντιμα και σκληρά εργαζόμενο, να τον κάνει να αισθανθεί ένοχος,  και με ένα εντελώς νέο  και απολύτως παράλογο  σύστημα, να προσπαθήσει προσθέσει  κονδύλια στον Κρατικό Κορβανά.

Ο Ζαχαρίας διάβαζε αμέριμνα την εφημερίδα. Δεν πίστευε στα μάτια του όταν αντιλήφθηκε το κάλεσμα- ειδοποίηση από τη «στρίγγλα», έτσι ονόμαζε την Εφορία. Έγραφε η εφημερίδα : «Καλείται  ο Εμπορικός κόσμος της χώρας όπως πλην των Βιβλίων Εσόδων - Εξόδων που διατηρεί καταθέσει και Πλήρη Ονομαστική καθώς και Πραγματική Απογραφή ΟΛΩΝ των Ειδών που διαχειρίζεται για πώληση, αξιοποίηση, διασκέδαση κλπ.» Όπως πάντα η ανακοίνωση έκλεινε με την υποσημείωση ότι  «θα ακολουθήσει ερμηνευτική».

Η Ερμηνευτική δεν άργησε να έλθει αλλά δεν αποσαφήνιζε ιδιαίτερα τα πράγματα. Απλά διευκρίνιζε, κάπως συγκεχυμένα, ότι μέσω μιας πλήρους Απογραφής η Εφορία θα μπορούσε να ελέγξει καλύτερα και γρηγορότερα εκείνους που φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν. Τηλεφώνησε ο καλός μας κύριος Ζαχαρίας στον φοροτεχνικό του να μάθει «βρε Αριστομένη, τι εννοεί πλήρη απογραφή;» ο φοροτεχνικός του εξήγησε με υπομονή και τότε ο μαγαζάτορας επανήλθε «ας πούμε βρε φίλε ότι έχω πενήντα καπέλα για πώληση και δέκα για επιδιόρθωση τι άλλο πρέπει να δηλώσω;» τότε άκουσε έκπληκτος τον Αριστομένη να τον ρωτά «έχεις καρέκλες στο μαγαζί; Γραφείο; Καλόγερους;» «Φυσικά και έχω απ όλα» ψέλλισε  ο Ζαχαρίας. «Τι μ αυτό;» «όλα θα τα δηλώσεις!» «αν δεν τα δηλώσεις και γίνει έλεγχος χάθηκες! Ξέρεις, έχουν πιάσει κατά καιρούς πολλούς εμπόρους, που ενώ πουλάνε ένα συγκεκριμένο προϊόν ή αντικείμενο, σύμφωνα  με τη δήλωσή τους, ταυτόχρονα πουλάνε στα κρυφά και πολλά άλλα. Με αυτό τον τρόπο θα ανακαλυφθούν πολλοί από αυτούς ή έστω δύσκολα θα κρύβονται πια!»   Ο Ζαχαρίας ένοιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. «Για κάτσε ρε Αρίστο, τι διάολο, δεν είμαστε όλοι ίδιοι ...Και οι Καλόγεροι με τις καρέκλες δεν είναι είδη εμπορεύσιμα!  Και πες ότι τα δηλώνω. Απαγορεύεται τη μέρα του ελέγχου να μου έχουν φέρει κάτι καινούργιο;» «υπάρχουν κάποια είδη που τα παίρνει η μπόρα δυστυχώς φίλε ... Και δυστυχώς είναι πολλά. Όσο για το τελευταίο που ρώτησες, κάθε τέλος του μήνα θα ανανεώνεις τη δήλωση Ζάχο, τώρα αν ο έλεγχος γίνει ενδιάμεσα ε, είναι αρκετά έμπειροι να καταλάβουν τι είναι καινούργιο και τι είχες και δεν δήλωσες. Άλλωστε γι αυτό υπάρχουν τα Τιμολόγια Αγοράς.» «Μα βρε Αρίστο, όλα αυτά που μου περιγράφεις καθόλου δεν διαφέρουν από μια Οργουελική Κοινωνία»   « Γιατί, σε τι Κοινωνία νομίζεις ότι βαδίζουμε αν δεν την ζούμε κιόλας; Προς τι η έκπληξη Ζαχαρία; Τώρα από την άλλη, τι σου κάνει εσένα  να τα δηλώσεις; Μια τρύπα έχεις και έτσι κι αλλιώς παράνομος δεν είσαι.Tι φωνάζεις;» ... Ο Ζαχαρίας δεν ακούστηκε για λίγο αλλά μετά είπε «για το γαμώτο ρε φίλε, για το γαμώτο» ... Έκλεισε το τηλέφωνο αγανακτισμένος αλλά μετά από δυο λεπτά ξαναπήρε. «Τι είναι πάλι;» ρώτησε δύσθυμα ο φοροτεχνικός. «Να τι είναι, με ρώτησες γιατί αγανακτώ. Θα σου πω κάτι αλλά μη θυμώσεις. Λοιπόν Αρίστο, η γυναίκα σου δεν είναι πόρνη, αλλά δεν θα με ήθελες στο σπίτι σου όταν πηδιέστε να παίρνω μάτι λες και βρίσκομαι σε μπουρδέλο! Έτσι νιώθω φίλε, σαν να με βιάζουν αθώο άνθρωπο!...» Από την απέναντι πλευρά του σύρματος επεκράτησε για λίγα λεπτά η πιο εύγλωττη σιωπή που έχει υπάρξει ποτέ. Όταν μίλησε τελικά ο Αριστομένης το μόνο που είπε με ζεστή φωνή ήταν «πρόσεχε τους φιλαράκι, πρόσεχε τι θα δηλώσεις!» και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Ζαχαρίας δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο. Άρχισε να μετράει  τα πάντα ένα προς ένα. Ήθελε να τελειώνει από τους πρώτους. Βρε άντε να χαθούνε. Τα έβαλε όλα μέσα. Άρχισε από την αποθήκη που φύλαγε υφάσματα και άλλα ήδη όπως εργαλεία αποκατάστασης καπέλων μέχρι τους καλόγερους πέντε των αριθμό μικρούς και μεγάλους, τις καπελιέρες είκοσι, και τα προς πώληση καπέλα τα οποία αισίως έφταναν τον αριθμό τριάντα τέσσερα και ήταν διαφόρων ειδών. Μέσα σε αυτά έβαλε και το καπέλο που σφυρίζει. Έγραψε όμως τριάντα τέσσερα καπέλα και ένα ακόμη τριάντα πέντε.

Έβαλε τις καρέκλες, το γραφείο, όπως του είχε διαμηνύσει ο Αρίστος, ακόμη και μια ζωγραφιά που είχε στον πίνακα και έδειχνε κάτι παιδάκια να γυρνούν από το σχολείο χαρούμενα στο σπίτι «λες» σκέφθηκε «να μου καταλογίσουν τον πίνακα ως είδος διασκέδασης ή ψυχαγωγίας; Βρε βάλτον!» ... Με πλήρη τη κατάσταση απογραφής ως ακτινογραφία του μαγαζιού του ο Ζαχαρίας, στάθηκε το επόμενο πρωινό στην εφορία. «Μμμ μουγκάνισε ο υπάλληλος, κάτι βιαστικός βλέπω. Είστε τόσο έντιμος ή με τον τρόπο σας θέλετε να δείξετε τάχα αλληλέγγυος προς τη κρατική υπηρεσία, με απώτερο σκοπό να την ξεγελάσετε;» Λίγο έλειψε να εκραγεί ο Ζαχαρίας και να ανταμείψει με ένα γενναιόδωρο «στα παπάρια μου εσείς και η υπηρεσία σας για το πώς μπορεί να κρίνετε τη δήλωσή μου, οφείλετε να τη δεχθείτε και αν την αρχειοθετήσετε ή τη βάλετε στο κώλο σας και πάλι λίγο μου πέφτει» αυτά σκέφτηκε αλλά είπε «όχι κύριε είμαι απολύτως ειλικρινής» και αποχώρησε παίρνοντας μαζί του ένα αντίγραφο όσων δήλωσε.

Τις επόμενες βδομάδες τίποτα δεν άλλαζε στη ζωή του Ζαχαρία δραματικά και ούτε φαινόταν να τον απασχολεί ιδιαίτερα εκτός από τη γνωστή και μη εξαιρετέα ελεεινή καθημερινότητα. Το μόνο καινούργιο που προσετέθη και αυτό δεν θα το έλεγε κανείς καλό ήταν η εντελώς νέα ειδησεογραφία. Από νωρίς οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, αλλά αργότερα και οι εφημερίδες, δεν έκαναν άλλο από το να σχολιάζουν τους κομάντος, έτσι τους αποκαλούσαν του Υπουργείου Οικονομικών. Άνθρωποι με κομπιουτεράκια λέει και τεφτέρια αλλά και καταστάσεις ανά χείρας έκαναν όχι πλέον δειγματοληπτικούς ελέγχους αλλά περνούσαν σχεδόν από όλα τα μαγαζιά της χώρας. Αν όχι από όλα, τουλάχιστον από εκείνα τα οποία οι δηλώσεις περί Απογραφής των ιδιοκτητών τους, ήταν λιγότερο πειστικές ή άφηναν κάποια μελανά σημεία. Όλος ο Εμπορικός κόσμος ζούσε σε διαρκή αγωνία. Ο Ζαχαρίας δεν ένιωθε καμία ανασφάλεια όταν έμαθε στην αρχή για τον εξαντλητικό αυτό έλεγχο του Υπουργείου. Όταν όμως λίγο παραπάνω, δυο τετράγωνα όλα - κι όλα, τα «κομάντο» εισέβαλαν στο μαγαζάκι με τα πλεχτά της κυρά Ματούλας, άρχισε να μην αισθάνεται πολύ άνετα. Δηλαδή τι να απέκρυψε η κυρά Ματούλα; Κανά μαντήλι; Το υποπόδιο κάτω από το γραφείο της που είχε να ξεκουράζει τα φαγωμένα από τα αρθριτικά πόδια της; Βρε άντε από δω!

Τι τον κέρναγε ο Τάσος, είχε καραβίδα σήμερα, τι του έστρωσε σαγανάκι με ένα τυρί «άλλο να σου λέω Ζάχο μου και άλλο να γεύεσαι». Ο Ζαχαρίας ίσα που άγγιξε λίγη τομάτα, ελίτσες, ένα βραστό αυγό και καληνύχτισε. Δεν μπορούσε. Ένα προαίσθημα δεν τον άφηνε για περισσότερα. Ότι θα γυρνούσε νωρίς σπίτι και ήταν πιθανόν να αντιμετωπίσει την ξινίλα της  Χαραλαμπίας, ούτε τον ένοιαζε, δεν το υπολόγιζε καν. Ίσα - ίσα, σήμερα μπορεί και να το ευχόταν. Λίγο βρίσιμο μπορεί να τον έκανε να αισθανθεί ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, ότι όλα είναι δύσκολα, πολύ δύσκολα, αλλά ίδια όπως πριν. Πράγματι στο σπίτι η γυναίκα του, ήταν ακόμη ξύπνια μπροστά στη τηλεόραση. Μόλις τον είδε σηκώθηκε και τράβηξε για τη κουζίνα λέγοντας «καλώς τον, είσαι κουρασμένος, να σου βάλω να φας;» Ο Ζαχαρίας κόντεψε να βάλει τα κλάματα ... Κάτι θα του συνέβαινε, τώρα πια ήταν σίγουρος, μα τόσο σίγουρος. Φίλησε τη γυναίκα του και πήγε για ύπνο, ενώ εκείνη τον παρακολουθούσε με βλέμμα   που είχε ανάμικτο το συναίσθημα της λύπης, όχι τόσο για εκείνον αλλά για τα χαμένα χρόνια και των δυο τους, και το συναίσθημα της ανημπόριας. Στη περίπτωση της Χαραλαμπίας αυτά τα συναισθήματα όταν μπλέκονταν μεταξύ τους απελευθέρωναν τόση τρυφερότητα, μα τόση τρυφερότητα που ο Ζαχαρίας δεν την άντεχε. Ειδικά σήμερα που τη θεώρησε ως κακό οιωνό.

Και οι κακοί οιωνοί συνεχίστηκαν την επομένη. Με το που ξύπνησε του έσπασε τη μύτη η εξαίσια μυρουδιά του σπιτικού καφέ. Ξύπνησες; Άκουσε τη γυναίκα του να τον ρωτά. Έλα, τηγανίτες, καφές, και κέικ! Τρελάθηκε ο Ζαχαρίας. Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του να καθυστερήσει έστω για λίγο,  με το συνηθισμένο του πρωινό ξύρισμα. Αυτό το κάλεσμα γεύσεων,  που ήταν απλωμένο στο τραπέζι, ένιωθε να τον τραβά από τη μύτη. Φίλησε τη γυναίκα του, η οποία αντιγύρισε το φιλί και στρώθηκαν και οι δύο στις  απολαύσεις του ουρανίσκου, που εκείνη είχε ετοιμάσει. «Πώς και δεν ετοιμάζεσαι για τη δουλειά;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ζαχαρίας.

«Είπα η γυναίκα να πάρω ρεπό, δεν το δικαιούμαι;» απάντησε η Μπία και ο Ζαχαρίας μη τυχόν και ξυπνήσει τίποτα εντάσεις έσπευσε να προσθέσει μασουλώντας με δύναμη μια τηγανίτα «πως, πως, πολύ καλά έκανες».

Προσωρινά ο Ζαχαρίας είχε ξεχάσει τα περί κακών οιωνών. Είδες τι κάνει ένα καλό πρωινό και μια καλή κουβέντα; Τι κάνει ένα φιλί;  Μα είναι ποτέ δυνατόν μια μέρα που αρχινά έτσι να εξελιχτεί δυσοίωνα; Αυτά σκεφτόταν μέχρι που είδε, ανοίγοντας το μαγαζί του την κυρά Ματούλα «πώς είσαι καλή μου;» ρώτησε με ενδιαφέρον σχεδόν αληθινό. Η Ματούλα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που ήθελε να δει πρωί- πρωί και μάλιστα σήμερα. Φοβόταν τι θα του έλεγε. Πραγματικά είχε δίκιο να φοβάται. Άσχημα τα πράγματα για την κυρά Ματούλα. Ακούστε Χριστιανοί όσοι είστε, και σταυροκοπηθείτε, και οι υπόλοιποι απλά απελπισθείτε.

Η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού με τα πλεχτά και τα υφαντά, μια κυρία γύρω στα εξήντα πέντε, κάμποσο μεγαλύτερή του δηλαδή, υπέπεσε στο μοιραίο έγκλημα. Έγκλημα ως φαίνεται καθοσιώσεως!  Όσο περίμενε, τις πιο πολλές φορές μάταια, μη και φανεί κάποιος πελάτης, έπλεκε για να περάσει η ώρα κανένα ζιπουνάκι   για το εγγόνι της. Να το δείτε μούρλια ήταν το άτιμο. Άλλοτε πάλι μαστόρευε παπουτσάκια πλεχτά, κεντούσε σεμαίν για το σπιτικό. Κάτι τέλος πάντων για την οικογένεια. Προσωπικά είδη. Όλα μαζί  πόσα να ήταν; Δέκα κομμάτια; Βέβαια την είχε συμβουλέψει ο Αρίστος, τον ίδιο λογιστή είχαν με τον Ζαχαρία, αν τα κρατούσε στο μαγαζί να τα δηλώσει και αυτά. Να δηλώσει τη χρήση τους. Πράγματι το έκανε. Όμως, δυστυχώς γι αυτή, μόλις είχε αρχίσει ένα πλεχτό πουλοβεράκι για τη κόρη της, και επειδή δεν το είχε τελειώσει δεν το δήλωσε. Τι να δηλώσει άλλωστε; Το ρούχο δεν ήταν καν ολοκληρωμένο ...

 Όταν ήλθε ο έλεγχος, ποιος ξέρει από πού ορμώμενοι, έγραψαν στην έκθεσή τους  ότι πιστοποίησαν, ένας Θεός ξέρει πώς κατάλαβαν κάτι τέτοιο, ότι όταν έκανε  τη δήλωση η κακομοίρα η κυρά Ματούλα ήδη είχε αρχίσει το πλέξιμο. Άρα απέκρυψε ρούχο που κατασκεύαζε πριν την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης και το οποίο μετά την ολοκλήρωσή του είχε σκοπό να πουλήσει. Τουτέστιν,  ψευδής δήλωση, άρα σύμφωνα με το νόμο έπρεπε και αυτό να δηλωθεί, άρα πρόστιμο στην φοροδιαφεύγουσα! Κλήθηκε λοιπόν η ιδιοκτήτρια παραβάτισσα να πληρώσει χίλια ευρώ σε ένα μήνα αλλιώς ήξεραν αυτοί. Θα της το έκλειναν το παλιομάγαζο που ήθελαν και τα μούτρα της να έχει επιχείρηση!

Ο Ζαχαρίας ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του και οι κακοί οιωνοί επανήλθαν. Όταν παίρνει το σπίτι του γείτονα φωτιά, κινδυνεύει και το δικό  σου. Όταν μάλιστα η φωτιά δεν μπαίνει από παρανόμους αλλά από τη Βλακεία του Νόμου ... Τότε ποιος σου εγγυάται ότι εσύ θα τη γλυτώσεις;

Ένιωσε αυτό το Νόμο να τον χτυπά κατακέφαλα. Τόσα και τόσα χρόνια είχε ζήσει νόμους και νόμους αλλά τέτοια λαίλαπα δεν είχε ξαναζήσει. Μπήκε στο μαγαζί του σαν τρελός και άρχισε να κοιτά δώθε - κείθε τι μπορεί να είχε και να μη δήλωσε. Όλα, μα όλα! Ακόμη και το καπέλο του Τάσου. Άφησε να του φύγει ένας αναστεναγμός ανακούφισης. «Ας κοπιάσουν» σκέφτηκε και κόπιασαν ... Δεν μελετούσε καλύτερα ένα μαγκάλι κάρβουνα! Η πόρτα άνοιξε με πάταγο. Λίγο ο άνθρωπος που μπήκε ορμητικά, λίγο ο δυνατός αγέρας που φύσαγε, ένα ποτήρι που έσπασε με θόρυβο, σχεδόν δεν ακούστηκε το προειδοποιητικό σφύριγμα από το καπέλο.

«Καλημέρα» είπε ... Ήταν ένας τύπος μετρίου αναστήματος, με ελαφρά γυρτούς ώμους. Δέρμα αρκετά ωχρό που έκανε μεγαλύτερη εντύπωση όταν το έβλεπες να κάνει αντίθεση στο πρόσωπό του με τα μαύρα και γεμάτα κύκλους, μάτια του.   Μαλλιά μαύρα και εκείνα αλλά είχαν αραιώσει αρκετά αφήνοντας να φανεί και σε εκείνο το σημείο της κεφαλής του το κίτρινο χρώμα που επικρατούσε παντού.   Σκούρο μπλε σακάκι, ομοιόχρωμο πανταλόνι, παπούτσια σκούρα καφέ υπηρεσιακά και στρογγυλευμένα στις άκρες . Μακριά δάχτυλα που η νικοτίνη από το τσιγάρο είχε αφήσει τα σημάδια της ανεξίτηλα, λες και χρειάζονταν αυτήν για να κιτρινίσουν. Όμως απολύτως περιποιημένα και αψεγάδιαστα νύχια.  Με λίγα λόγια κάτι σαν νεκροθάφτης. «Καλημέρα, είστε ο κύριος Ζαχαρίας Απ .....»  είπε και πάλι. Ο Ζαχαρίας κούνησε καταφατικά αν και ανόρεχτα το κεφάλι. «Ο κύριος;» ρώτησε. «Υπουργείο Οικονομικών», τον χαστούκισε με τη δήλωσή του ο κιτρινιάρης.

Ο Ζαχαρίας πήρε μια βαθειά ανάσα και είπε «και σε τι οφείλω τη τιμή της επισκέψεώς σας;» «αφήστε τις περιττές ρεβεράντζες κύριε» αντιγύρισε ο άλλος «σε λίγο έτσι κι αλλιώς θα με μισείτε, έλεγχος κύριε, έλεγχος». Ο Ζαχαρίας επέμενε «για ποιο πράγμα; Θαρρώ ήμουν περισσότερο από επαρκής σε όλες μου τις δηλώσεις . Ακόμη και στη τελευταία περί Απογραφής». Ο Εφοριακός υπάλληλος άφησε το πρόσωπό του να συσπασθεί σε μια απαίσια γκριμάτσα που θεωρητικά ήταν προσπάθεια για χαμόγελο. Με φωνή στριγκιά, λες και κάποιος τον έσφιγγε από το λαιμό είπε «Αυτό θα το δούμε κύριε». Με μια απότομη κίνηση, σχεδόν χαριτωμένη, έβγαλε από τη τσάντα που έσερνε μαζί του ένα κατάλογο «προφανώς έχετε και εσείς ένα τέτοιο». Ο Ζαχαρίας έριξε μια γρήγορη ματιά και είπε «φυσικά, έχω ακριβές αντίγραφο της δήλωσης, των ειδών Απογραφής, που έκανα προς την Εφορία σας» Από το συρτάρι του πάγκου του ο Ζαχαρίας τράβηξε το αντίγραφο και συμφώνησαν σε όλα, απλά για να αποδειχθεί, τυπικό το ζήτημα,  ότι ο υπάλληλος δεν κρατά παραποιημένη λίστα. Τότε εκείνος πρότεινε «ας αρχίσουμε» «και δεν αρχίζουμε» είπε και ο ιδιοκτήτης του καπελάδικου.

«Καλά, καλά έτσι έλεγε και η δίπλα ...» άφησε να αιωρείται ως Δαμόκλειος σπάθη ο εφοριακός, και ήταν η μοναδική στιγμή που κόπηκαν πραγματικά τα πόδια του κακόμοιρου του Ζαχαρία. «Μήπως να παράγγελνα ένα καφέ» τόλμησε να προτείνει ο Ζαχαρίας, αλλά ο υπάλληλος του έκοψε τη φόρα «αφήστε κύριε, ότι πει ο έλεγχος, ας είσαστε εσείς εντάξει και έπειτα θα έχουμε καιρό για καφέ αν και δεν χμ ...» Αυτό το «δεν χμ» αποτελείωσε τον Ζαχαρία.

Ο έλεγχος άρχισε και δόξα τω Θεώ πήγαινε μια χαρά. Είχαν περάσει πάνω από σαράντα πέντε λεπτά. Πρώτα κατέβηκαν στην αποθήκη, την οποία ο υπάλληλος ήλεγξε εξονυχιστικά. Τα τι είναι τούτο, διαδέχονταν τα τι είναι τα άλλο και οι επί χάρτου πιστοποιήσεις αξιοπιστίας του φορολογούμενου έδιναν και έπαιρναν. Όσο ο Ζαχαρίας άφηνε να φανεί η ικανοποίησή του που ήταν εντάξει απέναντι στον πιο μεγάλο απατεώνα δηλαδή το Κράτος, τόσο ο ελεγκτής σκύλιαζε. Στην αρχή δεν το έδειχνε αλλά αργότερα τα ποτισμένα από νικοτίνη νεύρα του δεν άντεξαν και ξέσπασε «μη μειδιάτε κύριε, μη μειδιάτε, δεν τελειώσαμε» και έφυγε σαν σφαίρα για το ισόγειο. Πριν τον ακολουθήσει ο Ζαχαρίας το μάτι του συνέλαβε ένα ποντικό να κάνει περαντζάδα, τοίχο-τοίχο ανάμεσα από τα εργαλεία του. Χαμογέλασε και έτρεξε πίσω από τον .. δημόσιο κίνδυνο της Εφορίας. Σκεπτόταν ότι πάλι καλά που δεν πήρε χαμπάρι τον ποντικό γιατί ίσως να εγκαλούσε τον  φορολογούμενο, γιατί δεν   δήλωσε και το τρωκτικό!

Στο ισόγειο άρχισαν και πάλι την καταμέτρηση από το μηδέν. Επιμελής ο εφοριακός είχε ξεχωρίσει όλα όσα έπρεπε να ελέγξει. Εδώ της αποθήκης, εκεί του ισογείου. Η ώρα περνούσε όλο πιο ευχάριστα για τον ιδιοκτήτη του καπελάδικου, πιο δυσάρεστα για τον υπάλληλο της εφορίας. Είχε μάθει στη ζωή του να δίνει ιδιαίτερη πίστη στην διοίκησή του. Όταν του ανατίθετο ένας έλεγχος, πίστευε ότι οπωσδήποτε υπήρχε σημαντικός λόγος που γινόταν αυτός. Ποτέ δεν εκτίθετο τσάμπα η υπηρεσία. Τελεία και παύλα. Αλλά ούτε κανέναν υπάλληλό της εξέθετε χωρίς λόγο. Η Εφορία δεν αστειευόταν, άλλωστε είναι γνωστό ότι, οι τεχνοκράτες δεν έχουν χιούμορ.  Πρέπει οπωσδήποτε κάτι να είχαν ανακαλύψει  οι έμπειροι συνάδελφοι στο γραφείο. Όμως όσο δεν επιβεβαιωνόταν η υπηρεσία σε τούτο το καταραμένο έλεγχο, ο υπάλληλος είχε αρχίσει να βγαίνει από τα νερά του. Λάθος εντολή για απολύτως νομοταγή πολίτη; Αδύνατο!

Ο έλεγχος θα ολοκληρωνόταν με τα καπέλα. Όλα εντάξει. Τριάντα πέντε δήλωσε ο φορολογούμενος, τριάντα πέντε βρέθηκαν. Ένα ουφ, ολοκλήρωσης, κούρασης αλλά και δυσαρέσκειας ξέφυγε από τα χείλη του εφοριακού. Έτσι για να πει κάτι ρώτησε «και γιατί γράφετε τριάντα τέσσερα και ένα και όχι κατευθείαν τριάντα πέντε;». Τι να πει ο Ζαχαρίας; Να μιλήσει για καπέλο που το χρησιμοποιεί σαν κουδούνι; Όχι δα. Είπε αυτό που φανταζόταν ότι ήθελε να ακούσει ένας τυπικός υπάλληλος «να, στην αρχή τα είχα μετρήσει λάθος, όταν τα μέτρησα ξανά και βρήκα το πραγματικό αριθμό θεώρησα σωστό να μη μουντζουρώσω γιατί μπορεί η μουντζούρα να με έκανε να φαίνομαι ύποπτος χωρίς λόγο στα μάτια της υπηρεσίας σας». Ήταν η πρώτη φορά που ο υπάλληλος κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του λέγοντας «τώρα μπορούμε να πιούμε το καφέ που είχατε προτείνει». Ο ενθουσιασμός όμως του Ζαχαρία ξεχείλιζε σε τέτοιο βαθμό που δήλωσε «καφέ στις μία και μισή; Όχι κύριε, θα πρότεινα αν δεν έχετε αντίρρηση ένα ουζάκι» «ότι θέλετε, αλλά κάντε το γρήγορα» είπε ξέπνοα ο υπάλληλος και έπεσε βαρύς στη πρώτη καρέκλα που βρήκε μπροστά του.

Ξαφνικά τον λυπήθηκε. Αυτός ο σύγχρονος Ιαβέρης έχασε τη γερακίσια του όψη και απέκτησε  ανθρώπινη και ταλαιπωρημένη μορφή. Άρχισε να ελέγχει τον εαυτό του για αυτή τη ξαφνική συμπάθεια. Δεν ήταν όμως συμπάθεια, αλλά μια ιδιότυπη αναγνώριση. Να όπως η αναγνώριση του επαγγέλματος του νεκροθάφτη ... Σε ποιον είναι εκ προοιμίου  συμπαθής ο νεκροθάφτης; «Φαντάζομαι» σκεφτόταν ο Ζαχαρίας « σε κανέναν». «Έλα όμως που είναι απαραίτητος ακόμη και σε γιατρούς, δικηγόρους, δικαστές, και σε τόσους ακόμη  αφού οι άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά» Μια δεύτερη σκέψη τον έκανε να μειδιάσει «ακόμη και  νεκροθάφτες θάβει! Φαντάζομαι δε πόσους ελέγχους σε συναδέλφους του έχει κάνει ο άνθρωπος που στέκεται μπροστά μου!» . Με αυτές τις χαλαρωτικές σκέψεις σήκωσε το τηλέφωνο και παρήγγειλε «έλα Τάσο, πιάσε ένα καραφάκι με δυο ποτήρια και μεζέ, αλλά μπόλικο, μην είσαι τσιφούτης και γρήγορα».

Κουτσομπολιό και κουβεντούλα περί ανέμων και υδάτων κάλυψε την ώρα μέχρι ο καφετζής να φέρει τα εδέσματα με το ούζο.  Μακάρι όμως, όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα, να μην έφθανε ποτέ η ώρα εκείνη. Ο Τάσος έφθασε κρατώντας ένα κατάφορτο δίσκο αλλά η είσοδος του συνοδεύτηκε από ένα τρελό αέρα που εισέβαλε απρόσκλητος και μανιασμένος στο μαγαζί. Τότε συνέβησαν κωμικοτραγικά πράγματα. Οι δύο άντρες, ο ελεγχόμενος και ο ελεγκτής, πετάχτηκαν και οι δύο επάνω σαν ελατήρια. Ο μεν πρώτος για να πάρει το δίσκο από τα χέρια του φίλου του, ο δε δεύτερος σχεδόν ουρλιάζοντας «με εξαπατήσατε κύριε, με εξαπατήσατε, τι είναι τούτο;». Μετέωρος έμεινε ο δίσκος για λίγο και είναι θαύμα το πως δεν άδειασε με θόρυβο το περιεχόμενό του στο πάτωμα.

«Τι είπατε κύριε;» ρώτησε ο Ζαχαρίας. «Αφήστε τις ευγένειες και πείτε μου τι είναι τούτο;» επανέλαβε ο εφοριακός δείχνοντας το καπέλο που ως γνωστόν σφυρίζει. «Καπέλο, τι άλλο;» είπε κοκκινίζοντας ελαφρά ο ιδιοκτήτης του καπελάδικου. Ο υπάλληλος για να πειστεί ότι δεν πλανήθηκε, πλησίασε και ανοιγόκλεισε τη πόρτα. Επαναλήφτηκε το φρου, φρουιτ φρυιιτ που είχε ακούσει στο έμπα του καφετζή. Ώστε δεν είχε ακούσει λάθος. Αλλά ο διάολος που έχει πολλά ποδάρια, λες και πήρε την απόφαση ότι ήλθε η στιγμή να βάλει το ένα του σε τούτο το μικρό μαγαζάκι, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ενώ ο υπάλληλος ανοιγόκλεινε τη πόρτα,  όρμησε και πάλι στο μαγαζί  ο τρελός αέρας. Αλλά τούτη τη φορά δεν μπήκε ως απλός τρελούτσικος αλλά φιλικός επισκέπτης. Περισσότερο έμοιαζε με μια κακότροπη εισβολή χιλίων δαιμόνων.  Μια εισβολή που άρπαξε το καπέλο που σφυρίζει από τον καλόγερο όπου στεκόταν περήφανο, και αφού το σήκωσε ψηλά ανάμεσα σε διαρκή σφυρίγματα φρου, φρουιτ φρυιιτ φρου, φρουιτ φρυιιτ φρου, φρουιτ  φρυιιτ, το εναπόθεσε σε άλλο καλόγερο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι.

Ο υπάλληλος χοροπηδούσε λες έπιασαν φωτιά τα μπατζάκια του, σαν να αντίκρισε τον ίδιο το διάολο αυτοπροσώπως. «Ορίστε» φώναζε «ιδού η απάτη». Ζαχαρίας και Τάσος μια κοιτάζονταν, μια προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν. «Εξηγήστε μας κύριε» «προς τι η έκρηξή σας, τι είναι αυτά που λέτε για απάτη; Χαλαρώστε, λίγο ουζάκι;» Αλλά ο Εφοριακός είχε πια ξεφύγει «αυτό, κύριε,» είπε «δεν είναι καπέλο, όπως στην απογραφή σας αναφέρετε. Αυτό κύριε είναι πτηνό!» Το στόμα του Ζαχαρία κατέβηκε δυο οργιές από την έκπληξη ενώ ο Τάσος στριφογύρισε το δάχτυλο με νόημα στον κρόταφο. «Ναι, ναι πτηνό,» συνέχισε απτόητος ο υπάλληλος του υπουργείου οικονομικών «δεν γνωρίζω τι πτηνό, ούτε από  που το φέρατε χωρίς να δηλώσετε την εισαγωγή μιας και στην Ελλάδα τέτοια πτηνά δεν υπάρχουν, αλλά αυτό είναι άλλο παράπτωμα. Εγώ σας ελέγχω αν δηλώσατε ως έχουν τα πάντα. Λοιπόν, με τι μου μοιάζει; Με κίσσα. Κατάμαυρο, σφυρίζει σαν την κίσσα, πετάει από κλαδί σε κλαδί, άρα πουλί είναι και κλέβει όπως η κίσσα. Στη περίπτωσή του το δημόσιο πλούτο. Εγώ αυτά έγραψα στην έκθεσή μου, παρακαλώ υπογράψτε!» «Δηλαδή να παραδεχτώ ότι έχω ένα Πουλί-Καπέλο;» ρώτησε ο Ζαχαρίας δύσθυμα και με μια δόση πικρού χιούμορ. «Είτε υπογράψετε είτε όχι εμένα το ίδιο μου κάνει. Μπορείτε να κάνετε εξάλλου ένσταση. Αλλά επειδή σας συμπάθησα  προτείνω να μη κάνετε. Οι ενιστάμενοι αντιμετωπίζονται δυσμενώς από την υπηρεσία. Καλύτερα να παραδεχτείτε το ατόπημά σας» Ο Τάσος έφυγε βροντώντας πίσω του τη πόρτα και ο τρελός αέρας επανέφερε το «πτηνό» στην αρχική του θέση, στο πρώτο καλόγερο. Φαίνεται ήταν η μέρα που ο διάολος ήθελε να παίξει τα πιο τρελά παιχνίδια στο μαγαζάκι με τα καπέλα. «Ορίστε» είπε ο υπάλληλος «τι σας έλεγα, πουλί» «υπογράψτε να τελειώνουμε» ...

Ο Ζαχαρίας ήξερε ότι αν δεν υπέγραφε θα θεωρείτο ως ασέβεια προς δημόσιο λειτουργό και δεν ήθελε να επιβαρύνει τη θέση του. Υπέγραψε λοιπόν προσθέτοντας ιδιοχείρως «με κάθε επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος». «Δεν ήταν ανάγκη, σας είπα ρητώς τα δικαιώματά σας» είπε ο υπάλληλος, χαιρέτησε και έφυγε ενώ πίσω του το καπέλο τον ξεπροβόδιζε φρου, φρουιτ φρυιιτ. Χαμογέλασε χαιρέκακα, και η επιτυχία που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, το έκανε να φαίνεται μοχθηρό και  άσχημο. Ακριβώς όπως ήταν.

Όλα τα περίμενε ο Ζαχαρίας αλλά τούτο πάλι ... Άγγιζε τα όρια της τρέλας. Άκου πουλί το καπέλο του κλόουν! Ηθοποιός είχε πει ο Τάσος ο κάτοχός του καπέλου, σώπα Τάσο μου, κλόουν θες να πεις, που σημαίνει παλιάτσος. Να φορούσε στο κεφάλι πουλί ο παλιάτσος; Ο Ζαχαρίας ένιωσε τα φρένα του να σαλεύουν και έκλεισε το μαγαζί. Μισή οκά ρετσίνα στα γρήγορα με καλό μεζέ στο καφενεδάκι του φίλου του θα τον συνέφερνε. Από κει και πέρα δεν είχε να κάνει πολλά. Μιλιά στο σπίτι και στη Μπία και υπομονή. Σε μία άντε δυο βδομάδες, στη Ματούλα έφθασε σε πέντε μέρες, θα έφθανε η λυπητερή από την εφορία «κύριε τάδε μετά λύπης μας οφείλετε για παράβαση του Νόμου εκείνου το ποσό των τόσων ευρώ ...Τακτοποιήστε το ταχύτερο το λογαριασμό σας προς το Δημόσιο, ευχαριστούμε, μετά Τιμής ο Υπεύθυνος Τομέα». Και τότε βλέποντας και κάνοντας. Ίσως τότε να σκεφτόταν σοβαρά ακόμη και να πουλήσει το μαγαζάκι του. Ότι δεν είχε καταφέρει για χρόνια η γκρίνια της Χαραλαμπίας, θα τα κατάφερνε σε λιγότερο από δυο ώρες η ηλιθιότητα της Εφορίας.

Μα οι μέρες και οι βδομάδες περνούσαν και τίποτα δεν άλλαζε στη καθημερινότητα του μαγαζάτορα. Αντί να  τον καθησυχάζει αυτή η ηρεμία, αντίθετα τον ανησυχούσε περισσότερο. Στήνεται λοιπόν ένα πρωινό στο γκισέ της εφορίας «καλημέρα» «καλημέρα» του αντιγυρίζει ο υπάλληλος. «Τι θα επιθυμούσατε;» «το και το» εξηγεί ο Ζαχαρίας και θα ήθελα να μάθω που βρίσκεται η υπόθεσή μου. Ο υπάλληλος έψαξε στους φακέλους για ώρα πολλή. Άρχισε να αγανακτεί ο καπελάς ώσπου «Ιδού» αναφωνεί ο υπάλληλος με περηφάνεια λες και ανακάλυψε την Αμερική. Με κάθε επισημότητα παρουσίασε πάνω στον γκισέ ένα φάκελο.  

«Για να δούμε» ... Ενώ όμως διαβάζει το φάκελο ξαφνικά σταματάει, τον κλείνει και τον ξαναβάζει στη θέση του. «Ακούστε κύριε» λέει με την πλέον επίσημη φωνή, «δεν μπορώ να σας πω τίποτα για την υπόθεσή σας γιατί την έχει αναλάβει η διεύθυνση και μάλιστα τα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης. Αυτό είναι το μόνο που μου επιτρέπεται να πω». Ο αποσβολωμένος Ζαχαρίας το μόνο που μπόρεσε να ρωτήσει ήταν «μήπως γράφει πότε ολοκληρώνεται ο έλεγχος;» «Όχι» έλαβε ξερή την απάντηση του υπαλλήλου. Φεύγοντας ο υπάλληλος τον ξανακάλεσε λέγοντας «με θυμάστε;» ήταν η σειρά του Ζαχαρία να αρνηθεί και τότε εκείνος πρόσθεσε με σχεδόν θριαμβευτικό τόνο στη φωνή του «ήμουν αυτός που όταν καταθέσατε τη δήλωση Απογραφής προέβλεψε ότι για να σπεύδετε μάλλον κάτι κρύβετε, ορίστε τώρα, δικαιώθηκα ε;» «Βρε αει σιχτίρ» του πέταξε με όλη του τη φούρκα καταπρόσωπο ο Ζαχαρίας και έφυγε βλαστημώντας. Ήξερε όμως ότι πίσω του ακόμη υπήρχε το θριαμβευτικό χαμόγελο του υπαλλήλου. Αχ,  πόσο ήθελε να του δώσει μια μπουνιά στα δόντια, έτσι να  νιώσει ικανοποίηση,  και μετά ... γαία πυρί μιχθήτω. Συγκρατήθηκε όμως όπως έκανε πάντα.

 

                                                                                                   «ΤΟΥΜΠΑ»

Είναι κάτι τέτοιες μέρες,  που ορισμένα γεγονότα που σου συμβαίνουν  φαίνονται τόσο ίδια. Λες και τα  έχεις ξαναζήσει.  Προμνησία που λέμε οι Έλληνες, dιjΰ vu που λένε οι Γάλλοι . Φαντάζουν  ότι τα έχεις ξαναζήσει. Εκεί σε οδηγεί η ταλαιπωρημένη σου μνήμη, αλλά καθόλου δεν είναι έτσι. Έτσι την έπαθε και ο Ζαχαρίας.

Γύρισε στο μαγαζί του και εκεί βρήκε να τον περιμένει ένας κύριος κουστουμαρισμένος στη τρίχα, γύρω στα τριάντα πέντε, καλαίσθητη η όλη του εμφάνιση, μαύρα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Μακριά δάχτυλα και δέρμα ηλιοκαμένο λες και μόλις είχε γυρίσει από διακοπές, στο άλλο βεβαίως ημισφαίριο, όπου ακόμη ο ήλιος  ζεμάταγε τους λουόμενους στις παραλίες. «Καλώς τον» σκέφτηκε ο Ζαχαρίας, «φαίνεται ότι τις λυπητερές τις στέλνουν με ευχάριστους ανθρώπους για να πέσουμε στα μαλακά». Δεν γνώριζε, δεν είχε ρωτήσει και την κυρά Ματούλα πως έλαβε την ειδοποίηση για το πρόστιμο. Με το που άρχισε να ξεκλειδώνει το μαγαζί «ο κουστούμης» ρώτησε «είστε ο κος Ζαχαρίας ο ιδιοκτήτης του καπελάδικου;» Προς στιγμή σκέφτηκε να πει «όχι, είμαι υπάλληλος, ο Ζαχαρίας δεν θα έλθει σήμερα είναι άρρωστος» αλλά είπε «Ναι, τι ορίζετε;» Ο κουστούμης τότε προχωρώντας στο εσωτερικό του μαγαζιού άρχισε να λέει «θα ήθελα να μιλήσουμε οι δυο μας κύριε». Ο Ζαχαρίας έκλεισε γρήγορα τη πόρτα τη στιγμή που ο κουστούμης είχε αρχίσει να δείχνει τρομακτικό ενδιαφέρον για το καπέλο στον καλόγερο. Τα φρου, φρουιτ φρυιιτ του καπέλου έδειχναν να του φτιάχνουν το κέφι και καθόλου δεν έμοιαζε η συμπεριφορά του με εκείνη του εφοριακού. Η όλη του κίνηση στο μαγαζί, ο ευχάριστος τρόπος που περιεργαζόταν το καπέλο, έκαναν τον Ζαχαρία να αρχίσει να εμπιστεύεται το ξένο του. Μάλιστα όταν αργότερα διαπίστωσε ότι δεν ήταν από την εφορία, αλλά ήταν γραμματέας της εκκλησίας, τότε ανάσανε για τα καλά.

Εφόσον αποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη του Ζαχαρία, και μάλιστα όταν άκουσε από τα χείλη του επισκέπτη του ότι είναι κομιστής επαγγελματικής πρότασης αποφάσισε ότι, δεν έπρεπε να καθυστερήσει άλλο. Ήταν αγένεια να αφήνει  τον επισκέπτη του να περιμένει, χωρίς να θέτει ο ίδιος κάποιο ερώτημα ενδιαφέροντος. Σε άλλη περίπτωση ένα «δεν ενδιαφέρομαι ότι πρόταση και αν κομίζετε» θα ήταν αρκετό. Έτσι είπε «Λέτε ότι έχετε να μου κάνετε μια πρόταση. Μήπως θα μπορούσατε να γίνετε περισσότερο αναλυτικός, να μου εξηγήσετε περί τίνος πρόκειται;»

Ο γραμματέας της εκκλησίας καθάρισε το λαιμό του ξεροβήχοντας, και είπε «ακούστε, η αλήθεια είναι ότι εγώ βρίσκομαι εδώ για να βολιδοσκοπήσω προθέσεις συνεργασίας και φυσικά να μεταφέρω την κατ αρχήν πρόθεση της εκκλησίας μας να συνεργαστεί μαζί σας. Πρόκειται για μια συνεργασία της Εκκλησίας μας με το μαγαζί σας, που θα αφορά τη κατασκευή και την επισκευή καλυμμαυκιών. Θα υπάρξουν όμως όροι. Εφόσον η αρχική σας διάθεση είναι θετική, θα σας επισκεφθεί ιερωμένος για να συζητήσετε διεξοδικότερα. Αλλά  μέχρι εκεί είναι οι δικές μου αρμοδιότητες κύριε, λοιπόν τι λέτε; Τι να μεταφέρω ως απάντησή σας στους Άγιους Πατέρες;»

Ο Ζαχαρίας σηκώθηκε από τη θέση του και άρχισε να βηματίζει αργά προς την εξώπορτα. Κοίταξε έξω. Είχε αρχίσει να βρέχει. Σκέφτηκε την εφορία και τα καλά που θα προέκυπταν από μια συνεργασία με την εκκλησία. Δεν ήταν φυσικά τα καλυμμαύκια της δικής του αρμοδιότητας, αλλά πόσο δύσκολο ήταν να μάθει να τα φτιάχνει; Και πόσο δυσκολότερο να τα επισκευάζει; Και οι όροι; Σιγά, τι να του ζητούσαν; Χειρότερη από την εφορία δεν είναι η εκκλησία με τίποτα. Γύρισε απότομα και είπε «ακούτε, πείτε στους Άγιους Πατέρες ότι γνωρίζουν το μαγαζί μου. Περιμένω απεσταλμένο που θα ορίσουν, για να δώσουμε σάρκα και οστά σε μια καινούργια συνεργασία, η οποία φαντάζομαι να είναι εποικοδομητική  για όλους» Ο Γραμματέας δεν περίμενε περισσότερο. Σηκώθηκε αμέσως, άπλωσε το χέρι του στον ιδιοκτήτη του καπελάδικου και το έσφιξε με τόση δύναμη, όση δεν φανταζόταν κανείς ότι αυτός ο λεπτεπίλεπτος νεαρός κρύβει μέσα του. «Εις το επανιδείν» είπε και αποχώρησε απόλυτα ευχαριστημένος.

Η επόμενη μέρα ήταν αρκετά κρύα, αλλά προσπαθούσε να τη ζεστάνει ένας λαμπερός ήλιος. Όμως μετά το μεσημέρι έγινε θλιβερά αποπνικτική. Ο ήλιος αποσύρθηκε ηττημένος ανάμεσα σε τεράστια γκρίζα σύννεφα, θύμωσε το αεράκι και είπε να στομώσει και να μη φυσάει και έτσι αρχίνισε μια εκνευριστικά ψιλή βροχή να καλύπτει τα πάντα.  Ένα διαρκές μαστίγωμα από σταγόνες που θόλωναν τα μάτια, οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, οι πλατείες.  Θόλωναν και οι καρδιές των ανθρώπων και μαζί θόλωναν και τα μυαλά τους. Περασμένο το μεσημέρι και μέσα σε αυτή τη θλιβερή θολούρα ορμάει σα σίφουνας στο καπελάδικο ένας παπάς. Μαλλιά, γένια, ράσα όλα ανακατωμένα. Όπως εξήγησε έτρεχε ο αθεόφοβος να μη βραχεί. Αλλιώς δεν εξηγιόταν η κατάστασή του. Έξω ο αέρας δεν κούναγε ούτε πεσμένο φύλλο. «Καλώς τον, καλώς τον, ευλόγησον » είπε ο Ζαχαρίας και φίλησε το χέρι που του πρότεινε ο παπάς ως ένδειξη σεβασμού. «Πώς από εδώ πάτερ;» «με περιμένατε, δεν είναι;» απάντησε ο παπάς και τότε ο Ζαχαρίας που ήδη είχε καταλάβει έκανε πως μόλις εννόησε λέγοντας «α, εσείς ήλθατε, μα σας ξέρω» «τόσο το καλύτερο» απάντησε ο παπάς και συνεχώς ανεβοκατέβαζε το χέρι του στο λαιμό του ξεροβήχοντας. Ο Ζαχαρίας άργησε αλλά κατάλαβε «θα πάρετε κάτι πάτερ;» ο παπάς δεν ήταν από εκείνους που μασούν τα λόγια τους, άλλωστε γι αυτό του ανετέθη και η συγκεκριμένη αποστολή «επιτέλους ρώτησες, κόντεψα να γκανιάξω ο άνθρωπος, καφέ γλυκύ βραστό και νερό παρακαλώ». Τόσο κατά την είσοδό του, όσο και την ώρα που ήλθαν τα καφεδάκια,  ο παπάς μοιραία, έγινε άλλος ένας θιασώτης του τρόπου που το μυστήριο καπέλο από εκεί ψηλά που κρεμόταν, είχε αναλάβει την ευθύνη να ειδοποιεί το αφεντικό του ότι κάποιος άνθρωπος έμπαινε στο μαγαζί. Κοίταγε ο παπάς, άκουγε το καπέλο και κρυφογελούσε κάτω από τα μπόλικα γένια του.

«Ώστε πουλί ε;» είπε ο παπάς εντελώς ξαφνικά αιφνιδιάζοντας τον Ζαχαρία. «Μη μου το θυμίζετε γιατί κοντεύω να τρελαθώ» είπε εκείνος συνεχίζοντας «αλλά όπως είπε ο γραμματέας σας εσείς θα ερχόσαστε να συζητήσουμε για άλλα θέματα και όχι για το δικό μου ... πουλί, έτσι δεν είναι;» Ο παπάς σιάχτηκε καλύτερα στη καρέκλα του και άρχισε να μιλά «τέκνο μου, θα σου πω μερικά πράγματα και προσπάθησε να μη με διακόψεις, ότι και αν ακούσεις. Στο τέλος θα συζητήσουμε αν υπάρχουν κάποιες απορίες. Λοιπόν, η εκκλησία μας είναι πρόθυμη να σταθεί αρωγός στο μαγαζί σου, παραγγέλνοντας σειρά από καλυμμαύκια ή άλλα είδη εκκλησιαστικού ρουχισμού. Θα αναρωτιέσαι ίσως, μα τόσα χρόνια η ίδια αυτή εκκλησία έχει συνάψει άλλες συνεργασίες, με άλλα μαγαζιά, εξίσου   αποδοτικές. Γιατί τώρα  σε μένα μετά από τόσο καιρό; Γιατί όχι λέμε εμείς .... Κάλλιο αργά παρά ποτέ είναι η πρώτη απάντηση. Η δεύτερη είναι ότι γείτονας είσαι, άρα αργήσαμε κιόλας. Και η τρίτη απάντηση. Η τρίτη τέκνο μου περιέχει και τον όρο, για τον οποίο θα σου μίλησε ο γραμματέας μας. Μέχρι εδώ έχεις απορίες;»

«Μέχρι εδώ όχι. Μια χαρά ακούω όλα όσα μου λέτε. Αλλά δεν μπορώ από μόνος, είναι αλήθεια, να επισημάνω τη τρίτη απάντηση που μάλιστα είναι εκείνη που θα περιέχει και τον μεταξύ μας όρο συνεργασίας»

Ο παπάς έσκυψε συνωμοτικά μπροστά το σώμα του. Χαμήλωσε τη φωνή κάνοντας τη υποβλητική και ξεκίνησε λέγοντας «άκου καλέ μου φίλε(το τέκνο μου πήγε κατά διαόλου)όταν αναφερόμαστε σε εμπορική συνεργασία τι μας έρχεται στο νου με το πρώτο; Μα τι άλλο από το Κέρδος. Και ως συνεργασία, το λέει η λέξη από μόνη της, αφορά περισσότερα από ένα μέρη, τουλάχιστον δύο ή περισσότερα έτσι δεν είναι; Έτσι; Έτσι! Είναι λοιπόν δυνατόν από μια συνεργασία να κερδίζει το ένα μέρος και το άλλο όχι; Σαφώς όχι. Εσύ λοιπόν από τη συνεργασία μας θα έχεις σαφές κέρδος. Η εκκλησία; Τι θα κερδίσει η εκκλησία; Λοιπόν άκου τούτο. Αν θέλαμε, θα αναθέταμε σε Πιστούς να φτιάχνουν καλυμμαύκια, ράσα, μήτρες, ενδύματα ιερέων για τις δοξολογίες κλπ Απλά θα τους μαθαίναμε τη τέχνη και έναντι ελάχιστου τιμήματος θα είχαμε όσο ρουχισμό θέλαμε. Και καλό έργο θα λέγαμε ότι επιτελούσαμε, αφού θα δίναμε δουλειά σε άνεργους. Γιατί λοιπόν δεν το κάνουμε και απευθυνόμαστε σε μαγαζιά; Γιατί είναι αυτονόητο ... Πρέπει να κερδίζει και η Εκκλησία. Πολλά τα λεφτά Άρη, που λέει και η γνωστή ατάκα ...  Όμως, αν αυτή είναι η πρακτική της Εκκλησίας και εφόσον εσένα και το μαγαζί σου για χρόνια δεν το περιλάμβανε στους μηχανισμούς κέρδους της, τι άλλαξε σήμερα;»

Ο Ζαχαρίας σήκωσε το χέρι σαν να ζητούσε βοήθεια αναγκάζοντας τον παπά να διακόψει «παππούλη,  πες μου τι ακριβώς θέλετε από εμένα. Έχω περάσει πολλά τον τελευταίο καιρό και δεν αντέχω άλλη πίεση» « Άκου καλέ μου φίλε. Μια Εκκλησία δεν αποσκοπεί πάντα στο απευθείας κέρδος, στο χρήμα. Υπάρχει πολλές φορές και έμμεσος τρόπος με τον οποίο κερδίζει. Για παράδειγμα στη περίπτωσή σου η Αγία μας Εκκλησία θέλει το καπέλο σου!» Ο Ζαχαρίας κόντεψε να πάθει αποπληξία τιιιιιι ούρλιαξε «τι θέλει η εκκλησία; Τι να το κάνει; Τρελαθήκατε; Ορίστε σας το χαρίζω, όλα αυτά για ένα παλιοκαπέλο;!» Όμως ο παπάς σαν να περίμενε το ξέσπασμά του το υπέμεινε καρτερικά. Όταν ξεθύμανε ο Ζαχαρίας ανέλαβε να του εξηγήσει «άκου φίλε καλέ μου Ζάχο, το καπέλο ως καπέλο δεν έχει για εμάς καμία αξία.  Έλα όμως που δεν είναι καπέλο αλλά πουλί όπως απέδειξε περίτρανα σεβάσμιο μέλος της κοινωνίας μας, ο εντιμότατος εφοριακός υπάλληλος, με ατράνταχτα επιχειρήματα. Σφυρίζει, πετάει και μοιάζει με τη κίσσα που κλέβει. Η χώρα καταγωγής του άγνωστη. Κάποτε το βρήκε ένας ηθοποιός της πλάκας σχεδόν ψόφιο και έτσι όπως ήταν δικαιολογημένα το πέρασε και αυτός για καπέλο. Το πήρε στο δισάκι του και τελικά το αντάλλαξε για ένα πιάτο φαγητό. Ο φίλος σου ο Τάσος στο έδωσε αλλά εσύ μονάχα το περιποιήθηκες και κατά τη περιποίηση κατάλαβες ότι ήταν οργανισμός που ήταν ζωντανός και όχι άψυχο πράγμα. Δεν σφύριζε όμως και κυρίως δεν πετούσε. Πότε άρχισε να εκδηλώνει σαφώς σημάδια ζωής, όπως εσύ μας δήλωσες; Λίγο μετά τον Αγιασμό των Θεοφανείων που έκανα στο μαγαζί σου! Ορίστε ένα Θαύμα και μάλιστα χωρίς να συμβεί σε εκκλησία, ώστε να δυσανασχετεί ο τύπος και πιστοποιημένο από έγκυρο πρόσωπο!»

Ο Ζαχαρίας ξάπλωσε με δύναμη στη πολυθρόνα του «διαβολικό!» φώναξε «πες το όπως θες» απάντησε ο παπάς «εγώ ένα γνωρίζω, ότι θα συνεργαστούμε και θα ωφεληθείς και εμείς η εκκλησία δηλαδή θα ωφεληθεί από νέους πιστούς» «Μα δεν θα ελέγξουν το καπέλο; Δεν θα ιδούν τη σφυρίχτρα; Τι είναι αυτά που λέτε;» «Ένα γνωρίζει η εκκλησία μας κύριε ότι η δήλωσή σας αναφέρεται σε τριάντα τέσσερα και ένα καπέλα, δεύτερο ο υπάλληλος που σας ήλεγξε είναι ο πλέον έντιμος και αμερόληπτος εφοριακός και όλα αυτά φυσικά προηγούνται των ανακοινώσεων που θα ακολουθήσουν για το άγιο στόρυ του καπέλου». Ο Ζαχαρίας ένιωθε να καίγεται από τώρα στη κόλαση. Έλα όμως που η επίγεια κόλαση της εφορίας και του πρόστιμου που από μέρα σε μέρα θα ερχόταν και δεν θα είχε να το πληρώσει του φαινόταν χειρότερη. Έπειτα σκέφτηκε ότι αν έβγαζε χρήματα ίσως μπορούσε να βοηθήσει και τη κακομοίρα τη κυρά Ματούλα έτσι στρεφόμενος ξαφνικά προς τον ιερωμένο άπλωσε το χέρι στα γρήγορα και δήλωσε «δέχομαι!».

Ο παπάς πετάχτηκε σαν αίλουρος, παρά τα χρόνια του, θα άγγιζε τα εβδομήντα, και άρπαξε  το απλωμένο χέρι, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο αλλαγής γνώμης στον συνομιλητή του. Έπειτα έφυγε σαν άνεμος να μεταφέρει το θεάρεστο επίτευγμα του στους Άγιους Πατέρες. Ο Ζαχαρίας τον ακολουθούσε με το βλέμμα από τη πόρτα αναλογιζόμενος τι ήταν τελικά αυτό που έκανε. Ήδη όμως ένιωθε πολύ καλύτερα. Λες να εννοούσε ο παπάς αυτό που είπε ως ακροτελεύτια κουβέντα; «όσο για την εφορία, μη σε απασχολεί διόλου όσο είσαι μαζί μας» ... Λίγο πιο κάτω τον παπά το είχε σταματήσει η κυρά Ματούλα. Από τη γλώσσα του σώματος προσπαθούσε να καταλάβει ο Ζαχαρίας τι κουβέντιαζαν. Να ας πούμε θα έλεγε η δύστυχη γυναίκα τώρα «πάτερ μου, μια βοήθεια, δεν έκανα τίποτα η άμοιρη» και βάζοντας τα χέρια σε θέση πλεξίματος δήλωνε «ένα ζιπουνάκι έπλεκα» και μάλλον απαντούσε ο παπάς κάνοντας το ένα χέρι σαν πλάκα και το άλλο σαν να γράφει «το δήλωσες;» και μετά προσποιούμενος την αρνητική κίνηση του «δεν το δήλωσες;» πιάνει τότε τη κυρά Ματούλα από τους ώμους και σηκώνοντας το δεξί δάχτυλο προς τον ουρανό έμοιαζε να της έλεγε «μόνο ο Θεός που τα πάντα βλέπει και όλους τους βοηθά μπορεί να σε συγχωρέσει για την αβλεψία σου και να βοηθήσει τώρα γλυκιά μου».

Αυτό το «ο Θεός όλα τα βλέπει» καθόλου δεν του άρεσε του Ζαχαρία. Κοίταξε με δέος ψηλά προς τον ουρανό, κατά κει που έδειχνε λίγο  πριν το δάχτυλο του ιερωμένου και δεν είδε τίποτα, αλλά αυτό λίγο τον καθησύχασε. Παρ όλα αυτά μια δεύτερη σκέψη έτρεξε να διώξει εκείνη που τον ανησυχούσε τόσο και έτσι βρέθηκε ο Ζαχαρίας αντί να ικετεύει συγγνώμες από τον επουράνιο να μονολογεί. Αχ βρε κυρά Ματούλα. Γιατί να μη σου χαρακτηρίσει ο εφοριακός το ζιπουνάκι ως αλιγάτορα, ως χελιδόνι, ως μπεκάτσα επιτέλους; Να δεις τώρα προσφορές από τον παπά αντί για το κούνημα δάχτυλου. Και ευθύς με τη σκέψη αυτή να τον ενοχλεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δίνει μια και χώνεται στο μαγαζί του.

Πέρασαν από την επίσκεψη του παπά πέντε γεμάτες μέρες. Εφοριακός δεν είχε φανεί από το μαγαζί του, όπως του είχε πει ο ιερωμένος, αλλά ούτε νέα από την εκκλησία είχε. Τι να φανταστεί ο Ζαχαρίας; Την έκτη μέρα βρίσκει στη πόρτα του από το πρωί πριν ακόμη ανοίξει ένας σαραντάρης κύριος. Καλοστεκούμενος, με κοστούμι όχι από καλό ύφασμα αλλά καλοδιατηρημένο,  ύψος μέτριο, παπούτσια καφέ κακοποιημένα αλλά καθαρά, μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Έμοιαζε με δημόσιο υπάλληλο και φυσικά το μυαλό του Ζαχαρία έτρεξε και πάλι στον εφοριακό που περίμενε να του φέρει το πρόστιμο. Αυτή τη φορά ο Ζαχαρίας ήθελε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Δεν καθυστέρησε και παίρνοντας το λόγο πρώτος απευθύνθηκε στον άνθρωπο που τον περίμενε στη πόρτα του μαγαζιού του «καλημέρα, λέγομαι Ζαχαρίας τάδε και βρίσκεστε στη πόρτα του μαγαζιού μου, αν ψάχνετε αυτό το όνομα, ορίστε με έχετε μπροστά σας».

Ο άλλος χαμογέλασε από την απρόσμενη επίθεση καλωσορίσματος και απλώνοντας το χέρι του σε ένδειξη χαιρετισμού και φιλίας αντέτεινε «να δείτε ότι από μακριά που σας είδα είπα μέσα μου αυτός είναι ο κος Ζαχαρίας. Να περάσουμε στο μαγαζί σας να συζητήσουμε λίγο; Παρεμπιπτόντως είμαι ο δάσκαλος του οικείου δημοτικού σχολείου» Ο Ζαχαρίας συγκράτησε, έμαθε πια πως, τον καινούργιο στεναγμό ανακούφισης που δριμύς ανέβηκε ως τα χείλη του. «Περάστε» είπε μόνο.

Άλλη μια φορά ο Τάσος επί το έργον, να φέρνει καφέδες, το πουλί καπέλο, να κελαηδά τη μια φρου, φρουιτ φρυιιτ σαν διάβηκαν αλαμπρατσέτα με το δάσκαλο την είσοδο και μπήκαν στο μαγαζί και άλλες δύο όταν μπήκε και βγήκε ο καφετζής φρου, φρουιτ φρυιιτ   φρου, φρουιτ φρυιιτ ... Όπως πάντα ο νέος θεατής αυτού του τρομερού στο είδος του πουλιού-καπέλου να το κοιτά και να γουρλώνει τα μάτια. «Λοιπόν;» ήλθε η ώρα και ο Ζαχαρίας γέρνοντας πάνω στον δάσκαλο έκανε αυτή τη μικρή ερώτηση και επειδή θεώρησε ότι ο άλλος με τον τρόπο που τον κοιτούσε, μάτια γουρλωτά και σαγόνι μετέωρο, δεν τον άκουσε την επανέλαβε «Λοιπόν;» προσθέτοντας «τι με θέλετε;». Ο δάσκαλος τινάχτηκε σαν να ξύπνησε μέσα από όνειρο. «Α, α, μάλιστα» και σταμάτησε ξύνοντας το επάνω μέρος του κεφαλιού του. Μάλλον προσπαθούσε να βρει τον καταλληλότερο τρόπο να αρχίσει αλλιώς τόσος δισταγμός για έναν άνθρωπο που πρωί - πρωί βρέθηκε έξω από ένα μαγαζί να περιμένει τον ιδιοκτήτη του δεν νοείται. «Ακούστε κύριε και θα καταλάβετε. Χρόνια ολάκερα στη ζωή μου έχω υπάρξει εκπαιδευτικός που σημαίνει άνθρωπος μάλλον θετικός. Πράγματα  αναπόδεικτα τα δέχομαι πολύ δύσκολα. Δέχομαι να συζητώ φυσικά για τα πάντα. Αυτή τη στιγμή είμαι δάσκαλος της Τρίτης τάξης του οικείου  σχολείου. Ένας εκ των μαθητών μου, παρουσιάσθηκε μια μέρα και άρχισε να ομιλεί για ένα καπέλο που είναι πουλί, μιλάει- σφυρίζει σαν πουλί και πετάει σαν πουλί. Επίσης έχει χαρακτηριστικό γνώρισμα, αν και άγνωστο πουλί, ενός γνωστού πουλιού της κίσσας. Φανταστείτε πόσο περιγέλασαν τα υπόλοιπα παιδιά τον εν λόγω μαθητή. Την επόμενη μέρα δεν ήλθε ο καημενούλης στο σχολείο. Άρχισε όμως να μου κάνει εντύπωση όταν ενθυμήθηκα ότι ο μαθητής είχε πει ότι αυτά για το πουλί τα είχε ακούσει από τον πατέρα του! Ειρίστω εν παρόδω ο πατέρας του μαθητού είναι ένας καθ όλα ευυπόληπτος πολίτης, ακέραιος, του οποίου τη γνώμη και το χαρακτήρα τιμώ και σέβομαι. Αν εκείνος είπε ότι κάτι είδε δεν μπορεί, κάτι είδε ...» πήρε ανάσα ο δάσκαλος και ο Ζαχαρίας βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει «και ποιος είναι, αν κάνει να γνωρίζω, ο πατέρας του μαθητού;» «Βεβαίως, κανένα πρόβλημα. Δεν σας λέει τίποτα το όνομά του, αλλά είναι εφοριακός υπάλληλος, από τους πλέον έντιμους και ακριβείς».

Ο Ζαχαρίας σκεφτικός  προέτρεψε τον δάσκαλο να συνεχίσει «Είπα λοιπόν» συνέχισε ο δάσκαλος «να δω από κοντά την ανακάλυψη του καλού μου φίλου του Εφοριακού   Υπαλλήλου, και απ ότι βλέπω δεν απέχει από τη περιγραφή του. Δεν είδα μόνο να πετάει!» Ο Ζαχαρίας κατάλαβε ξαφνικά πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί από τα όρια της λογικής να πηδήσει σε εκείνα του γελοίου και να καλπάσει ως νέος Βελλεροφόντης επάνω στον δικό του Πήγασο. «Πετάει όποτε του κάνει κέφι» είπε ο μαγαζάτορας μειδιώντας ελαφρά για να προσθέσει «Τι ζητάτε από μένα αγαπητέ;». Η ερώτηση αυτή λες και ήταν από την αρχή προγραμματισμένη ότι κάποτε θα γινόταν. Δεν μπορούσε να μη γίνει. Σε περιμένει κάποιος από νωρίς έξω από το μαγαζί σου, σου συστήνεται, αναφέρει γεγονότα τα οποία ναι ως κοινωνικό φαινόμενο μπορεί να δημιουργούν προβληματισμό λχ η συμπεριφορά των μικρών παιδιών προς άλλα όταν αυτά πουν κάτι πέραν του αυτονόητου, αλλά γιατί όλα αυτά να τα διηγείται σε σένα; Τι είναι ο Ζαχαρίας; Ψυχολόγος ή ειδικός  λειτουργός επί θεμάτων που αφορούν στα παιδιά; Προφανώς λοιπόν άλλος είναι ο λόγος της επίσκεψης και όλης αυτής της εισήγησης του καλού δασκάλου. «Λοιπόν;» ξαναρώτησε ο Ζαχαρίας και περίμενε δίνοντας στον επισκέπτη του λογικό χρόνο να απαντήσει.

«Ω, αυτό είναι το μόνο εύκολο και ας καθυστερώ, απλά διστάζω γιατί σε μερικούς ανθρώπους δεν αρέσει να εκτίθενται ποτέ και για κανένα λόγο » και συνέχισε ο  δάσκαλος «εκείνο που ήλθα να ζητήσω από εσάς είναι αν μπορείτε και θέλετε φυσικά να έλθετε στο σχολείο μας και να μιλήσετε στα παιδιά. Στην αρχή, σχετικά με την εργασία σας όπως κάνουν πολλοί επαγγελματίες. Μετά για τον τρόπο που αποκτήσατε κάτι που μοιάζει με  καπέλο και τέλος για το καταπληκτικό όσο πια και αδιαμφισβήτητο  γεγονός ότι τελικά αποδείχθηκε ότι πρόκειται για πουλί!» ... Ο Ζαχαρίας άκουγε, μια έκλεινε τα μάτια κάνοντάς τα μια σχισμή, άλλοτε έξυνε το κεφάλι ή άλλοτε σαν άλλη ένδειξη αμηχανίας έβηχε. Ο δάσκαλος ολοκλήρωσε με ένα καθημερινό, ευγενικό και απλό «τι λέτε;». Κόντεψε να ρίξει ένα βαζάκι με γλυκό του κουταλιού, προσφορά της Ματούλας,  που στεκόταν στον πάγκο περιμένοντας τις επιθέσεις του ιδιοκτήτη του καπελάδικου όταν εκείνος θέλησε να δείξει τη καλή του διάθεση σε έναν άνθρωπο που τουλάχιστον δεν ήθελε να τον επιβαρύνει  οικονομικά. Αντίθετα, με έναν περίεργο, είναι αλήθεια, τρόπο προσέφερε μια ιδιότυπη και τσάμπα  διαφήμιση στο μαγαζί του. Άλλωστε θα ήταν μέγα ωφέλημα για τον ίδιο, αν η δική του παρέμβαση, αποτελούσε το λόγο που ο μικρός γιος του Εφοριακού Υπαλλήλου, από κλοτσοσκούφι  γινόταν ο πιο δημοφιλής μαθητής σε ολόκληρο το σχολείο.   «Θα έλθω» υποσχέθηκε «αλλά αφήστε μου λίγο χρόνο να διευθετήσω πρώτα, κάποιες τρέχουσες υποθέσεις μου».

Άλλαξε και πάλι καλόκαρδα χειραψία με τον δάσκαλο, χειραψία συμφωνίας και τον ξεπροβόδισε ακολουθώντας τον ίσα με την έξοδο του μαγαζιού του. Καθώς ο δάσκαλος έφευγε, κούνησε το δάχτυλο με νόημα ακούγοντας για ακόμη μια φορά το σφύριγμα του καπέλου «είχε τελικά δίκιο ο μαθητής μου, δίκιο βουνό» είπε και απομακρύνθηκε με ένα τεράστιο χαμόγελο, μόνιμα πια χαραγμένο στο πρόσωπό του. Ο Ζαχαρίας τις τελευταίας μέρες ζούσε μια σουρεαλιστική κατάσταση. Αυτό που η νεολαία, και όχι μόνο της εποχής, έχει μάθει να αποκαλεί με την έκφραση «δεν υπάρχει». Βράδιασε και έφυγε απευθείας για το σπίτι να πει τα νέα στη Μπία του. Στο δρόμο συλλογιζόταν όλα τούτα. Από την ανησυχία για το τι θα δήλωνε στην Εφορία, έως τη βεβαιότητα ότι όλα καλώς τα δήλωσε, και βέβαια μέχρι την εξωπραγματική τρέλα να θεωρεί ο ελεγκτής ως πουλί το καημένο το καπελάκι του. Και μετά; Μετά να τον αγκαλιάζει σύμπασα η κοινότητα από εκκλησία έως του παρακείμενου σχολείου και να ζητούν τη συνεργασία του, και όλα αυτά χάριν του καπέλου πουλιού! Και η εφορία να μην έχει ακόμη παρουσιαστεί να του επιβάλει πρόστιμο ... Καθ οδόν για το σπίτι αγόρασε εφημερίδα. Ήταν ευκαιρία χαλαρώνοντας, να ενημερωθεί για τα τελευταία νέα.

 


Συνεχίζεται... 


ΖΑΧΑΡΙΑΣ - "Το καπέλο που σφυρίζει" 1ο

                                                                                                       ΖΑΧΑΡΙΑΣ

                                                                                                  «Το Καπέλο που Σφυρίζει ...»

Ο Ζαχαρίας έκλεισε σφιχτά τη πόρτα του μαγαζιού του. Κοίταξε ένα γύρω καχύποπτα. Τα πράγματα είχαν αγριέψει τελευταία πάρα πολύ. Κατέβασε τα ρολά και πέρασε το χοντρό λουκέτο. Κοίταξε το ρολόι του. Στα μάτια του οι δείκτες, φαίνονταν  να έχουν πάρει μια πολύ περίεργη, αν και όχι ασυνήθιστη γι αυτούς  θέση. Γέλασε. Έμοιαζαν με τροχονόμο όταν διατάζει να σταματήσουν τα αυτοκίνητα! Το ένα χέρι ψηλά να διατάζει στοπ, και να τον βλέπουν οι από μακριά ερχόμενοι οδηγοί, και το άλλο εκτεταμένο στα πλάγια για να έχουν θέαση στην εντολή οι αμέσως κοντινοί σε αυτόν ...  Εννέα ή ώρα! Είχε όντως βραδιάσει, και έπρεπε νωρίτερα ήδη από τις οκτώ και μισή να είχε κλείσει. Περίμενε, μήπως η θεά τύχη οδηγούσε  κάποιο πελάτη, που είχε χάσει το δρόμο του, και  έτσι ανέλπιστα έμπαινε τελευταία στιγμή στο μαγαζάκι του. Μπα. Τίποτα. Ούτε πουλί πετούμενο, όχι πελάτης. Τσάμπα διακινδύνευσε να τον τσιμπήσει η αγορανομία για παράβαση ωραρίου. Τι θα κέρδιζε;  Σε πάρα πολύ καλή τιμή, ένα τσουχτερό πρόστιμο. Ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε.

Κύρτωσε τις πλάτες του από το κρύο. Το ξεφτισμένο του πανωφόρι δεν κράταγε  έξω τον παγωμένο αέρα.  Ίσα που κάλυπτε τη ντροπή ενός μπαλωμένου   σακακιού, που όμοιο του μόνο άλλος  ένας φορούσε στον κόσμο. Ο Καραγκιόζης! Η παρομοίωση πολλές φορές τον είχε κάνει να γελάσει πικρά, μέχρι που του έγινε συνήθειο. Έτσι νόμιζε δηλαδή. Παρά το κρύο δεν βιαζόταν. Να πάει σπίτι; Να κάνει τι; Είχε περάσει προ πολλού η εποχή, που τούτη η  ώρα κατηύθυνε ανελλιπώς τα βήματά του στη σπιτική θαλπωρή.  Έφυγε, και μάλλον ανεπιστρεπτί  εκείνος ο καιρός, που όποτε και αν γύριζε στο σπιτικό του, γινόταν μια μικρή γιορτή.  Τώρα τι του έμενε; Ένα γρήγορο, κρύο τις περισσότερες φορές φαγητό, και ύπνος με τις κότες, κατά πως λένε. Αυτή η ελεεινή  προοπτική κάθε βράδυ του χάλαγε τη διάθεση. Ευτυχώς όμως ... Υπήρχε ο Τάσος. Όπως κάθε βράδυ λοιπόν, έτσι και αυτή τη κρύα βραδιά, ως άλλος ένας ακόμη ήρωας του θεάτρου σκιών, κινήθηκε αργά ο Ζαχαρίας, μέσα στο ταπεινό σκηνικό, για να καταλήξει βαρύθυμος στο μαγαζάκι του Τάσου.

 

Το καφενείο τέτοια ώρα, σέρβιρε πνευματική ξεκούραση και ηρεμία. Αλλά όχι μόνο. Προσφάϊζε τους πελάτες του εκλεκτές ποικιλίες, όπως γαρίδες, σαρδέλες στο φούρνο ή το τηγάνι, γαβράκι ή αθερίνα. Από κοντά για παρεούλα αυγά. Ο καθένας  ήθελε τα αυγά του διαφορετικά φτιαγμένα και ο Τάσος χατίρια δε χαλούσε. «Φτιάξε ρε Τάσο μια ομελέτα» «Έγινεεε» «Στείλε Τάσο να σε χαρώ δυο δίκροκα τηγανητά» «Ναι, πες πως έγινε, θα βάλω τις κότες να σφιχτούν να τα κάνουν διπλά» αλλά έστελνε τρία αυγά. Το ένα κέρασμα. Αλλά και βραστά. Και πάντα όλα  να συνοδεύονται από πιπεριές  ανακατεμένες με τυρί φέτα. Ορίστε και τα λουκάνικα, χωριάτικα, πιπεράτα, με αυτή τη γεύση του πράσου και του πορτοκαλιού να κυριαρχούν, και όπως ψήνονται σε κομμάτια, να δίνουν τη δική τους ξεχωριστή παρουσία και γεύση. Και κιλά ολόχρυσες τηγανιτές πατάτες, να αγκαλιάζουν το κάθε σερβίρισμα.

Κάποτε, λίγο πριν κλείσει ο Ζαχαρίας το μαγαζί, τον επισκέφθηκε ο Τάσος λέγοντας «μη τυχόν και δεν έλθεις σήμερα. Έχω  φρέσκο τυρί» και του έκλεισε το μάτι με νόημα. Η αλήθεια είναι ότι ο καημένος ο Ζαχαρίας δεν είχε σκοπό να μη περάσει από τον καφενέ.  Δεν πονηρεύτηκε όμως σε τι αποσκοπούσε το κλείσιμο του ματιού. Αλήθεια σκέφτηκε μονάχα, τις άλλες φορές μας τάιζε τυρί μπαγιάτικο; Ά τον μπαγάσα!

Το βράδυ πήγε από το καφενείο και δεν άργησε να μπει στο νόημα του συνθηματικού, όταν τα ρουθούνια του έσπασαν από τη μυρωδιά που κατέκλυζε όλο το μαγαζί, μια μυρουδιά που ανάσταινε και νεκρούς, και η οποία προερχόταν από ένα  λαγό φτιαγμένο στιφάδο. Με τούτα τάιζε ο Τάσος κάθε βράδυ τους πελάτες του. Γιατί, αλλού έτρωγαν καλύτερα;

Ο Ζαχαρίας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, κατά Βαρδάρη μεριά, το 1960. Η εποχή που γεννήθηκε δεν έφερε δάφνες παλαιότερων εποχών, αλλά κουβαλούσε το αίμα που χύθηκε σε αυτές, με την ελπίδα,  όπως μάταια  τελικά αποδείχθηκε, ότι δεν θα χυθεί άλλο. Είχε όμως τα δικά της προβλήματα. Το μεγαλύτερο όλων η φτώχεια. Οι γονείς του Ζαχαρία αντιμετώπιζαν καρτερικά όλα τα προβλήματα της εποχής, μαζί και τη φτώχεια, όπως μονάχα άξιοι άνθρωποι γνωρίζουν να το κάνουν. Κατάγονταν και οι δυο από πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Η ζωή, τους δίδαξε με τον δυσκολότερο τρόπο, πως να αντιμετωπίζουν και να ξεπερνούν κάθε εμπόδιο.

Το δρόμο που γεννήθηκε ο Ζαχαρίας, και που έκανε τα πρώτα του βήματα, έως τα έξι του πάνω κάτω, σήμερα φέρει το όνομα της διάσημης ποιήτριας της αρχαιότητας. Οδός «Σαπφούς» λέγεται.  Αν όμως τον ρωτήσετε, καθόλου δεν θα θυμάται να σας πει, αν και τότε ονομαζόταν έτσι ο δρόμος ή είχε κάποιο άλλο όνομα. Τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει.

Μέσα του 1966, και οι γονείς του μη βρίσκοντας εργασία στη Συμπρωτεύουσα, άκου συμπρωτεύουσα ,πόση   ειρωνεία να αντέξει πια η μεγαλούπολη του βορρά, εγκαταστάθηκαν στη μοναδική πραγματικά μεγάλη πόλη που έως τότε γνώριζαν. Ζαλώθηκαν τα ελάχιστα πράγματα που τους ανήκαν, και νοίκιασαν ένα σπίτι στην Αθήνα, όπου εναπόθεσαν τις ελπίδες τους για ένα νέο ξεκίνημα.

Το σπίτι βρισκόταν, ίσως βρίσκεται ακόμη,   σε μια περιοχή που την αποκαλούν από τα αρχαία χρόνια έως  σήμερα Κολωνό. Στην οδό Τριπόλεως παρακαλώ ο Ζαχαρίας, εκεί κοντά στο παλιό σαπουνάδικο που σήμερα πια έχει γίνει γυμνάσιο, έκανε τις πιο τρελές του παρέες, έπαιξε τα πιο τρελά και ανέμελα παιχνίδια. Έπαιξε βώλους και αμάδες, και στο οικόπεδο πίσω από το σαπουνάδικο ποδόσφαιρο. Ατέλειωτες ώρες ποδόσφαιρο. Ο Ζαχαρίας φαίνεται να μην έχει σκοπό να ξεχάσει κανέναν, από όσους απάρτιζαν τη συμμορία της παιδικής του ηλικίας. Κανέναν από όλους όσους έκαναν αλησμόνητα τα παιδικά του χρόνια. Ακόμη και σήμερα θυμάται το Σωτήρη της κυρίας Λιλής καθηγήτριας στην Ιώνιο Σχολή αλλά και τον Γιάννη. Ο Γιάννης, που κατοικούσε δυο τετράγωνα μακρύτερα από την οδό Τριπόλεως, ήταν σίγουρα  πολύ καλό παιδί και έξοχος φίλος. Ένας φίλος με μια μανία. Διαρκώς έτρωγε φιστίκι αράπικο με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο λες και προσπαθούσε με ιδιαίτερη  επιμέλεια να καλλιεργήσει Eschericchia Coli  (κολοβακτηρίδια) σε επίμαχο σημείο του σώματός του ...  Θυμάται οπωσδήποτε τον άλλο το Γιάννη  και τον αδερφό του τον Παναγιώτη, που ο μπαμπάς τους είχε κάποιο εμπορικό στην οδό Λένορμαν, τι ακριβώς δεν θυμόταν. Να ανησυχεί; Σώπα καημένε! Στο μυαλό του είναι χαραγμένος με ανεξίτηλο μελάνι ο Φώτης και φυσικά  δεν μπορεί να ξεχάσει με τίποτα τον κολλητό του, το Θέμη, τον γιο της κυρά Στέλλας και του κυρ Χρήστου, αλλά και την αδελφή του τη Φωτεινή.

Δεν τον άφηνε αδιάφορο ούτε η θύμιση  της Λένας. Ναι, όσο ξαναφέρνει πρόσωπα και πράγματα στο νου, τόσο περισσότερο σιγουρευόταν  ότι αυτό ήταν το όνομα του κοριτσιού, που όσο και αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί του είχε αναστατώσει τα παιδικά του χρόνια. Τα χρόνια που είχαν περάσει , δεν είχαν κατορθώσει ακόμη να φθείρουν τόσο πολύ τη μνήμη του, ώστε να σβήσουν εκείνη, και το μικρό της αδερφό  τον Πέτρο.   Από τη δίπλα γειτονιά, εκείνη των αδελφιών Παναγιώτη και Γιάννη, ξεπρόβαλε συχνά πυκνά για να προστεθεί το όνομα του  Δημήτρη. Το συναίσθημα που  γεννά, ακόμη και σήμερα στον Ζαχαρία, η θύμηση της συμμετοχής του αγοριού στο μεγάλωμα της παρέας, είναι μια ακατάσχετη επιθυμία να ξεσπάσει σε γέλια. Όχι, δεν είχε ο Δημητράκης κάτι το ιδιαίτερο  που θα προκαλούσε την  ευθυμία. Μια χαρά παιδί ήταν. Είχε όμως μια μητέρα, τη κυρία Καλλιόπη, ώρα της καλή. Υπερπροστατευτική όπως πολλές μαμάδες, που μεταξύ των άλλων έχωνε τη μύτη της παντού! Μια χαρά μαμά ήταν κατά τα άλλα η κυρά Καλλιόπη. Έλα όμως που η καημένη  είχε  ένα φυσικό ελάττωμα ... Ήταν αλλήθωρη! Έτσι, κάποιες φορές που μάλωνε τον Θέμη, για τις βρωμοκουβέντες που έλεγε, γιατί έλεγε πολλές τέτοιες ο μπαγάσας,  κοίταζε τον Ζαχαρία! Έμοιαζε δηλαδή να τον κοιτάζει. Αλλά και το ανάποδο. Όταν ο Ζαχαρίας έκανε σκανταλιά, η κυρία Καλλιόπη μιλώντας σε αυτόν, φαινόταν να κοιτάζει κάθε άλλον που ήταν δίπλα του! Τον Θέμη, τον Φώτη, ακόμη και τη Λένα! Αυτή η σκηνή κάνει ακόμη τον άνδρα να χαμογελά έως και σήμερα.

Είναι φορές που θυμάται τόσο έντονα τα παλιά ο Ζαχαρίας που φοβάται ότι ο κος Αλτσχάϊμερ βρίσκεται προ των θυρών. Γιατί από τη μνήμη του δεν ξεκολλά ούτε ένα δεκαπεντάχρονο παλιόπαιδο, μέλος κι αυτό της γειτονιάς. Ήταν ο Ηλίας.  Το χουνέρι που έκανε στον Θέμη ο Ηλίας ήταν τέτοιο, όπου ο έρμος το φύσαγε και δεν κρύωνε. Κατάφερε, ο αθεόφοβος, να τον πείσει, να ανταλλάξει μια ολόκληρη κούτα με περιοδικά, για ένα και μόνο βιβλιαράκι, ένα και μονάκριβο  που δεν είχε ακόμη διαβάσει! E μα και αυτός! Εκτός από μικρός ήταν και ανόητος. Αλλά μήπως αυτά τα δύο πάνε μαζί; Ίσως.

Με τα χρόνια ο Ζαχαρίας κατάλαβε ότι ανοησία και πλεονεξία συμβαδίζουν ανεξαρτήτως ηλικίας.

   Μέσα στις θύμισες του Ζαχαρία και η γριούλα που κατοικούσε στη μονοκατοικία της οδού Πέτρας, ένα οίκημα με αυλή που έκοβε το δρόμο στη μέση. Ποτέ δεν έμαθε το όνομά της! Δυο πράγματα τον εντυπωσίαζαν από εκείνη. Το πείσμα της για ζωή και τα μυριάδες διαφορετικά μπουκαλάκια από φάρμακα ... Τεράστια η παιδική φαντασία. Κάποια από αυτά μόλις άδειαζαν, τα αγόρια της γειτονιάς ζήταγαν από τη γιαγιά να τους τα δώσει, να τα χρησιμοποιούν αντί χειροβομβίδας! Να ας πούμε το μπουκαλάκι της Νοβαλντζίνης! Τι όμορφο μπουκαλάκι, τρέλα. «Τελείωσε γιαγιά, θα μας το δώσεις να παίξουμε;» Εκείνη ποτέ δεν αρνιόταν. Τα πιλάτευε λίγο τα εφταμηνίτικα αλλά πάντα τους έκανε το χατίρι.  Το σπιτάκι της, αποτελούσε μεταξύ των άλλων τέλεια κρυψώνα για κρυφτό και πολέμους. Εκείνη πόσο χαιρόταν με τα κουτσούβελα. «Γιαγιά μη μας μαρτυρήσεις» όχι έλεγε εκείνη και πράγματι δεν έβγαζε κουβέντα. Αλλά με τα μάτια, αχ αυτά τα μάτια! «Εκεί έψαξες;» Μαρτυρούσε κρυφογελώντας. Και πόσο χαιρόταν με τις φωνές μας «Στάκαμαν!» ... Η γιαγιά έπαιζε και εκείνη ...

Και όλα αυτά υπό τη σκέπη του Ιππίου Κολωνού. Ίππιος (λόγω του ναού του Ιππίου Ποσειδώνα όπου Ίππιος είναι αυτός που αγαπά τους Ίππους) ενώ Κολωνός (σημαίνει λόφος)  που περήφανος έστεκε πάνω από τα κεφάλια όλων μας για να μας θυμίζει τις προγονικές μας ρίζες. Από δίπλα ο Ιερός Ναός της Αγίας Ελεούσας, μια  ταπεινή ιδιωτική  εκκλησούλα η οποία λειτουργούσε μια φορά το χρόνο κατόπιν ειδικής άδειας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, σε απόλυτα αρμονική συνεργασία με τον αρχαίο κόσμο, λες και μαζί διακήρυσσαν προς κάθε φανατικό «ωρέ, έχετε δει, έχετε ποτέ διαβάσει θεοί να σκοτώνονται, να μάχονται μεταξύ τους για να υπερισχύσει ο ένας του άλλου; Να κονταροχτυπιούνται για εσάς; Γιατί εσείς το κάνετε για εκείνους;» Να, κάτι τέτοιες σκέψεις που μετατρέπονταν σε απορίες έκανε πότε, πότε  ο Ζαχαρίας, και ένιωθε την ανάγκη να  κραυγάσει μεταδίδοντάς τες  σε όλο τον κόσμο, γνωστούς και άγνωστους. Σιωπούσε όμως. 

Αξέχαστες κατά τα άλλα του είχαν μείνει οι βόλτες με την οικογένεια. Όχι σπουδαία πράγματα. Τότε όμως όλα φάνταζαν εκπληκτικά ... Η Πλατεία Κολωνού, δίπλα από την Εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου έβριθε από κόσμο κυρίως τα Καλοκαίρια. Τα τραπεζάκια γεμάτα, πορτοκαλάδες σε κάθε τραπέζι, σουβλάκια με πατάτες και στη τιμή, καλά δεν θα τα χάλαγες με τον μαγαζάτορα. Όλα προσαρμοσμένα στο βαλάντιο του φτωχού και οικογενειάρχη, που ήθελε για λίγο να αποδράσει από το βάλτωμα της καθημερινότητας, που προσδιοριζόταν από το δίπτυχο «Δουλειά- Σπίτι». Όταν μάλιστα αγωνιζόταν ο Νηρέας στο βόλλεϋ, η Πλατεία γέμιζε αγωνιστικότητα, πάθος και υγεία.   Και δεν θέλαμε πλατεία; Τότε στο Λόφο Κολωνού μας περίμενε η ιστορική ταβέρνα - καφετέρια του Καπράλου, για να προσφέρει στιγμές δροσιάς και κάποιες φορές λαϊκής διασκέδασης στον φτωχόκοσμο. 

Αλλά και το θέαμα δεν έλειπε. Τον χειμώνα τα σινεμά, Αστόρια, Λένορμαν και  Αρμονία και το καλοκαίρι κυρίως το Άκρον φιλοξένησαν παραγωγές που άφησαν εποχή. Όλα υποδέχονταν έναντι ελάχιστου τιμήματος το φιλοθεάμον κοινό. Ταινίες κολοσσούς  όπως «Και οι Επτά ήσαν υπέροχοι», ναι αλλά «και οι Δώδεκα ήσαν Καθάρματα!» και άλλες μεγαλειώδεις παραγωγές που άφησαν εποχή όπως ο «Σπάρτακος» ...  Ποιος δεν έσπευσε να απολαύσει περισσότερες από μία φορές το « για μια χούφτα δολάρια;» κυρίως για την υπέροχη μουσική του. Αλλά και οι Ελληνικές ταινίες όπως «η κυρά μας η μαμή», «οι Γερμανοί ξανάρχονται» ή άλλες όπως « Υπολοχαγός Νατάσα»

Το Άκρον, λειτουργώντας αργότερα και ως αναψυκτήριο δεν έπαψε να προσπαθεί να προσφέρει διασκέδαση. Το θέαμα βέβαια, χαμηλής ποιότητας. Προχειρότητες. Παραστάσεις, σκετς, διάλογοι , σκηνικά, όλα. Από μέτρια έως κακά.  Αλλά τουλάχιστον κατάφερε να φέρει κοντά στον φτωχό καθημερινό άνθρωπο, στο παιδί πρώτα απ όλα, ιερά τέρατα της εποχής.

«Πασατέμπο, σάμαλι,  τσιπς , κωκ, μπυράλ» κυριαρχούσε η φωνή του πωλητή των εδεσμάτων στα διαλείμματα, ο οποίος δεν περίμενε την επίσκεψη στο μπαρ. Από τραπεζάκι σε τραπεζάκι, από κάθισμα σε κάθισμα εξυπηρετούσε δροσίζοντας και γλυκαίνοντας μικρούς και μεγάλους.  Μια άλλη εποχή, ένα διαφορετικό γλέντι. Τότε, έφταναν λίγος χαλβάς, μια οκά φασόλια, πατάτες μπόλικες και λίγη ταραμοσαλάτα μαζί με άφθονο φτηνό κρασί, για να γιορταστεί η Καθαρά Δευτέρα.

Ο Ζαχαρίας εκεί, σε αυτή τη περιοχή, αυτή τη γειτονιά, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ανάμεσα από λεύκες και έχοντας για μπασκέτα την ταμπέλα που έγραφε «οδός Πέτρας», Τριπόλεως και Πέτρας το σπίτι του στη πραγματικότητα, έμαθε γράμματα, και τα μάθαινε πολύ καλά. Ήταν όντως πολύ καλός μαθητής. Αλλά τι τα θέλετε, άλλο έμελλε να του αποσπάσει τελικά τη προσοχή. Τον καιρό εκείνο, θα ήταν τέλη του 1972, είχε έλθει από τη Καστοριά ένας θείος του, πρώτος ξάδελφος της μαμάς, ο Άρης. Αυτός  ο άνθρωπος, ο τρόπος που ζούσε αλλά  και η δουλειά του, ήταν που σαγήνευσαν τον Ζαχαρία. Τι έκανε; Έφτιαχνε, πέρα στη μαγευτική Καστοριά, καπέλα από γούνα. Ειδικευόταν μονάχα σε αυτά. Ούτε παλτά, ούτε άλλο τίποτα, μονάχα καπέλα. Πολλά λεφτά με τα καπέλα ο θείος. Συγκινήθηκε ο λιλιπούτειος Ζαχαρίας όχι μόνο από τη τέχνη αλλά και από τη μεγάλη άνεση του θείου. Καλά πέρναγε πλέον και η δική του οικογένεια. Ζούσαν χωρίς μεγάλη στενοχώρια, αλλά ο θείος ... Ο Θείος ήταν άλλο πράγμα. Να οι βόλτες, να τα ακριβά παιχνίδια στον Ζαχαρία, να τα ρούχα  στο μικρό, να το πολυτελές αυτοκίνητο. Είναι να μη τρελαίνεται κανείς;

Κόλλησε λοιπόν ο Ζαχαρίας στον μπάρμπα του να του μάθει τη τέχνη. Εκείνος δεν του χάλασε το χατίρι. Ζήτησε άδεια, από την ξαδέρφη του και μαμά του μικρού,  να τον πάρει δοκιμαστικά κοντά του για έξι μήνες. «Να τελειώσει πρώτα το σχολείο» είπε η κυρά Πολυξένη και όπως είπε, έτσι έγινε.  Όλα φαίνονταν να κυλούν κατ ευχή πλην όμως  μετά από έξι μήνες η μαμά λαμβάνει ένα τηλεγράφημα από τον ξάδερφό της «γιος σου και ανιψιός μου ανεπίδεκτος μαθήσεως στοπ επισκευαστής καπέλων καλός στοπ έμπορας πανέξυπνος στοπ κατασκευαστής όχι στοπ εκπαιδεύσω σε δεξιοσύνες του στοπ Άρης»

Όπως είχε διαβλέψει ο θείος Άρης έτσι έγιναν τα πράγματα. Η Καστοριά δεν μπόραγε να κρατήσει άλλο τον Ζαχαρία. Η τέχνη κατασκευής καπέλων από γούνα δεν πήγαινε στο μικρό. Αλλά  έγινε ένας πολύ καλός επιδιορθωτής πάσης φύσεως καπέλων.

Ο μικρός, ξαναγύρισε στην Αθήνα για να τελειώσει το Γυμνάσιο. Όμως που μυαλό πια στα μαθήματα. Το μόνο που κατάφερνε ήταν να περνά όπως - όπως τη τάξη και αυτό για να έχει το δικαίωμα, κάθε Καλοκαίρι να επισκέπτεται το θείο του στη Καστοριά. Έπρεπε να διδαχτεί ακόμη περισσότερα από αυτόν επάνω στον τομέα που σκόπευε να ακολουθήσει και το ήξερε. Κάποτε το γυμνάσιο τελείωσε και εκείνος ένιωσε ολοκληρωμένος επιδιορθωτής καπέλων, έτοιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

 Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.  Με ένα μικρό κεφάλαιο που του έδωσε για αρχή ο θείος του, ανοίγοντας ένα μαγαζάκι στη περιοχή που γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλη. Τον Κολωνό. Στη οδό Λένορμαν κοντά στη συμβολή της με τη Ναυπλίου.  Αργότερα όμως, αρκετά αργότερα στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα μετέφερε το μαγαζί στο Μοναστηράκι κοντά στη Πλατεία Αβησσυνίας, στην οδό Άστιγγος εκεί που αυτή βρίσκεται με την οδό Αγίου Φιλίππου.  Αλλά εκεί δεν έφτιαχνε μόνο καπέλα, πούλαγε κιόλας. Έξυπνος για έμπορας, όπως είχε προβλέψει ο θείος. Ο Ζαχαρίας λοιπόν επιδιόρθωνε και πούλαγε διαφόρων ειδών καπέλα. Καβουράκια, ψηλά,  ημίψηλα, τραγιάσκες, ότι φαντάζεται κανείς.. Δεν δίσταζε τις Απόκριες να βάλει και μερικά πολύ κομψά αποκριάτικα. Όχι, μη φανταστείτε τίποτα κραυγαλέα. Όμορφα καπέλα, αλλά με χιουμοριστικό στυλ και σε τιμές που ανταποκρίνονταν στα υλικά που ήταν φτιαγμένα, και που απαιτούσαν οι ημέρες.

Η αρχή ήταν εκπληκτική. Είχε πάρα πολλή πελατεία και έκανε ικανοποιητικές εισπράξεις. Ασφάλισε το μαγαζί και για αρκετό καιρό και όλα πήγαιναν ομαλά . Τα χρόνια όμως πέρασαν. Ο κόσμος αν και δεν αλλάζει εντελώς συνήθειες, αλλάζει όμως τους τρόπους και τόπους  που τις εκδηλώνει. Έτσι, αραίωσαν οι  αγοραστές καπέλων του Ζαχαρία και μαζί τους άρχισαν να εξαφανίζονται και εκείνοι που θα επιδιόρθωναν το παλιό, αγαπημένο τους καπέλο.

Το μαγαζί υπολειτουργούσε με φίλους από τα παλιά. Ο ένας που θα ζήταγε λίγο σιδέρωμα στο γείσο, του κατά τα άλλα ατσαλάκωτου ημίψηλου,  έτσι για να αφήσει στο παλιό του φίλο καμιά δεκαριά ευρώ, και αυτά «δεν στα χαρίζω, τη τέχνη σου πληρώνω». Ήξεραν όμως ότι στην ουσία τα χάριζαν, έκαναν ένα μικρό δώρο στον καλό τους φίλο. Αυτός με δυσκολία τα έπαιρνε. Είχε φιλότιμο αλλά είχε και έξοδα. Πολλά έξοδα. Τι να κάνει; Κατάπινε το φιλότιμο, έφτυνε στο τάσι για τα αποτσίγαρα τη ντροπή που περίσσευε από το ξεραμένο του στόμα, και τα έπαιρνε. Άλλος πάλι, που τάχα πίστευε ότι ο αγαπημένος «φίλος» και προστάτης του κεφαλιού του, δεν έχει αρκετή κόλλα σε κάποια σημεία, με προσποιητή αγωνία θερμοπαρακαλούσε τον τεχνίτη «γιατρέ, κάνε καλά μάτια μου το καπελάκι μου και ότι θέλεις» κλείνοντας το μάτι με νόημα που ο Ζαχαρίας έκανε ότι δεν καταλάβαινε. Γιατί αν το καταλάβαινε, ούτε το καπέλο θα έπαιρνε, ούτε λεφτά θα δεχόταν ποτέ. Είπαμε, η ανάγκη, ανάγκη αλλά και η ατιμία έχει όρια!

 Έπιναν ένα ούζο με τον τεχνίτη, ένα καφέ που παράγγελναν από τον Τάσο λέγανε δυο αναιμικές κουβέντες και κουνούσαν μαντήλι. Με τούτα και με τα άλλα ας ήταν καλά η κυρά Χαραλαμπία η γυναίκα του Ζαχαρία που δούλευε καθαρίζοντας σκάλες, αλλιώς το σπίτι από καιρό τώρα δεν θα είχε ούτε σπυρί, για να μοιρολογήσει πεθαμένο. «Πούλα το, βλογημένε» του έλεγε καθημερινά, όποτε δηλαδή τύχαινε να συναντηθούν ξύπνιοι. «Δουλειά σου εσύ» απαντούσε ξεροκέφαλα ο Ζαχαρίας. Ήξερε όμως ότι εκείνη είχε δίκιο. Μάλιστα κάποιες φορές έδειχνε να το παίρνει απόφαση. Έτσι να γλυτώνει μια και καλή από τη κρεβατομουρμούρα αλλά και τα χρέη. Τότε όμως πάντα μια δεύτερη σκέψη «και ποιος θα το αγοράσει;» ερχόταν σαν τον διάολο, να τον δικαιώσει, και να τον παρηγορήσει για την επιμονή του να το κρατήσει.

                                                     

                                                                

 

                                                                                                     ΤΟ ΔΩΡΟ

Είναι κάποιες φορές που ακούς τον καιρό αποβραδίς «βροχές και καταιγίδες αύριο». Παίρνεις μαζί σου τα ανάλογα ρούχα. Να και η ομπρέλα υπό μάλης και ασφαλής βγαίνεις στο δρόμο. Ώρα σου καλή. «Βρέξε όσο θέλεις τώρα» συλλογίζεσαι. Αλλά βρέχει εκεί, βρέχει παραπέρα. Όμως στο τόπο σου τίποτα! Μπαίνεις σκασμένος και ιδρωμένος στην εργασία σου, πετάς στην άκρη την ομπρέλα σπάζει. «Φτου σου άχρηστη» μονολογείς και μετά με μανία πετάς και το τζάκετ με τη κουκούλα που για μεγαλύτερη ασφάλεια φόρεσες. Λες και έφταιγαν τα ρούχα και η ομπρέλα. Απλά δεν έτυχε να βρέξει.

Όσο περνούσε ο καιρός και η αναδουλειά συνεχιζόταν ο καταστηματάρχης με τα καπέλα εκνευριζόταν περισσότερο. Άρχισε να γίνεται αμελής στις υποχρεώσεις του απέναντι στο μαγαζί. Μα και να ήθελε να είναι επιμελής με τι χρήματα; Κόντευε να σκάσει. Το ηλεκτρικό το πλήρωνε μονάχα όταν έφθανε στο παρά πέντε ο κίνδυνος να του το κόψουν. Τα Δημοτικά Τέλη; Ακόμη χειρότερα. Αναγκάστηκε να κόψει και την ασφάλεια του μαγαζιού! Από πού να πληρώσει όλα τούτα;

Για να περάσει την ώρα του, και να μη τρελαθεί, έκανε χίλια δυο πράγματα διαφορετικά, εκτός από το να δουλεύει πάνω στο αντικείμενό του. Λες και είχε βαρεθεί τα πάντα ... Μα για να δουλέψει κάποιος, έπρεπε να υπάρχει δουλειά. Έτσι ο καλός μας καπελάς καταπιάστηκε να λύνει μανιωδώς Sudoku, σταυρόλεξα, και κάθε τι ανάλογο και ως επίσημη δικαιολογία έφερνε ότι ασχολείται με αυτά, για να αποφύγει τη νόσο Αλτσχάϊμερ.

Η αλήθεια είναι ότι πάντοτε φοβόταν αυτή την ύπουλη αρρώστια, που όταν βρίσκει Κερκόπορτα ανοικτή, εισέρχεται απροειδοποίητα, και καταλαμβάνει τη Βασιλεύουσα του Ανθρώπινου σώματος.  Τον Νου. Άλλοτε πάλι μερακλωνόταν, να όπως σήμερα, και το έριχνε στη βαθειά μελέτη και τον προβληματισμό.

Αποφάσισε να δανειστεί, από το διπλανό βιβλιοπωλείο ένα έργο του Ιουλίου Βερν, και επιστρέφοντας σε έναν αναντίρρητο παλιμπαιδισμό, αφού φαίνεται να σκέφθηκε «γιατί όχι λίγη επαφή με το παιδί μέσα μας, δεν κάνει κακό», βυθίστηκε στην ανάγνωση. Ήθελε όσο τίποτα να κατανοήσει, πως οι άνθρωποι του καιρού εκείνου, της εποχής του Βερν, αντιλαμβάνονταν την Σελήνη και ακόμη περισσότερο την πιθανότητα ενός ταξιδιού σε αυτή. Αν θέλετε ακόμη περισσότερο να κατανοήσει πως μπορεί να αισθανόταν ο αναγνώστης εκείνης της εποχής σαν του παρουσίαζαν ένα τέτοιο σενάριο. Αισθανόταν φόβο; Απέχθεια; Το ήλεγχε ως αδιανόητο ή το δεχόταν ως παραμύθι; Η μελέτη όμως και οι σκέψεις για το παρελθόν, δεν κατάφεραν να τον κάνουν να  τιθασεύσει τον εκνευρισμό του.

 

Στη πόρτα, είχε κρεμασμένο, ένα από εκείνα τα κουδουνάκια, που σε ειδοποιούν αν μπήκε άνθρωπος στο μαγαζί. Κατέβηκε για λίγο στην αποθηκούλα του να συγυρίσει, οπότε ακούει το κουδούνι να χτυπάει. Τα αφήνει όλα σύξυλα και τρέχει. Κανείς ... Λάθος θα έκανα σκέφθηκε και ξανακατέβηκε στην αποθήκη. Όμως δεν πέρασε πολύ ώρα και ξανά ντριν ντριν ντριν ... Σαν βολίδα και πάλι ο Ζαχαρίας βρέθηκε να ελέγχει για τον πελάτη. Ποιος; Ρωτά. Είναι κανείς; Ούτε στιγμή του πέρασε από το μυαλό ότι ο μανιασμένος άνεμος που φυσούσε  κούναγε τη πόρτα και αυτή με τη σειρά της το κουδούνι. Με μιας ο Ζαχαρίας οργισμένος αρπάζει το κουδούνι, το βγάζει από τη θέση του και το πετά  με δύναμη στο πάτωμα «αν θέλεις τώρα ξαναχτύπα!».

Δεν παίζουν με τα νεύρα ενός ανθρώπου που πάσχει από αναδουλειά και αφραγκία!...

Ένα τελευταίο επιθανάτιο ντιννν του κουδουνιού ακούστηκε την ώρα που έσπαγε. Ήταν  λες και με τη τελευταία του φωνούλα ήθελε να φύγει κάνοντας το καθήκον του. «Κύριε Ζαχαρία ντιν, έρχεται ντιν ο καφετζής ντιν ο κος Τάσος». Πραγματικά από το άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο καφετζής με τον καφέ και το απαραίτητο νερό.   Με το άνοιγμα της πόρτας ο αέρας φύσηξε δυνατά πάνω στο πεσμένο κουδούνι και εκείνο λες και απήντησε κοροϊδευτικά «ντιν ντι, ντιν ντιντιν» κυλώντας πέρα δώθε. Ο Ζαχαρίας, με μια κλοτσιά το έστειλε σε μια γωνιά, σπασμένο πια, να σιωπήσει για πάντα.

«Έλα βρε Ζαχαρία, του λέει ο Τάσος, με το κουδούνι τα έβαλες.»

 «Άσε  με το ρουφιάνικο, δεν ήταν πράγμα αυτό, δεν έκανε τη δουλειά του σωστά Τάσο μου. Αλλά άσε το κουδούνι, εσύ τι κρατάς πίσω από την πλάτη σου; Κανένα καλό μεζέ;» «Όχι,» λέει ο Τάσος και τσουπ με μια κίνηση και λέγοντας «αλά ούνα, αλά ντούε, αλά τρε» του παρουσιάζει ένα καπέλο ημίψηλο. «Πάρτο» του λέει, «δικό σου». Ο Ζαχαρίας κοίταξε τον Τάσο με ματιά αλλήθωρη. «Τι να το κάνω ρε Τάσο; Πούλησα τα άλλα και μου φέρνεις καινούργιο πεσκέσι για πούλημα; Κοίτα γύρω σου, όλα απούλητα» και έδειξε ένα γύρω με απελπισία.

  «Κοίταξε» είπε τότε ο Τάσος σοβαρά. «Ήλθε σε εμένα ένας τύπος που αν τον γύριζες ανάποδα δεν έπεφτε όχι ευρώ αλλά ούτε καρφίτσα σκουριασμένη. Πάνω στο κεφάλι του φορούσε με μεγάλη επιτήδευση αυτό το όμορφο αλλά απ ότι βλέπεις όχι ακριβό ημίψηλο. Μου ζήτησε να καθίσει σε μια γωνιά μέχρι να ξημερώσει. Όχι φαγητό δεν ζήτησε. Αλλά με ξέρεις Ζάχο, σχεδόν ολόκληρο τραπέζι του γέμισα. Να και η ρετσίνα άφθονη. Τώρα κοιμάται και αύριο πρωί - πρωί θα τη κάνει. Ήθελε να με πληρώσει καλά και ντε, ψαχνόταν, ξαναψαχνόταν και λέει κάποτε» «να πάρε για αμοιβή το καπέλο μου, θα σου φέρει τύχη». Ο Ζαχαρίας κοίταξε με υποψία τον καφετζή αλλά πριν πει το οτιδήποτε αυτός συνέχισε «μη με κοιτάς έτσι, βέβαια και του έκανα τη παρατήρηση, του είπα σαν τη δική σου τύχη άνθρωπε μου, να μου λείπει».

Όμως   τότε αυτός κουνώντας το κεφάλι απάντησε. «Άκου φίλε μου, ο καθένας είναι υπεύθυνος να διαχειριστεί τα καλά που η τύχη του ρίχνει εμπρός του. Εγώ τα διαχειρίστηκα λάθος, οπότε μη κρίνεις από μένα». Επικράτησε σιωπή για λίγο. Έμειναν να κοιτάνε εξεταστικά οι δυο φίλοι ο ένας τον άλλο. Ο Τάσος τελικά αποφάσισε να μιλήσει.

«Λοιπόν Ζάχο, θα το πάρεις το καπέλο; Χειρότερα δεν μπορείς να γίνεις. Ξέρεις ο τύπος ήταν και κωμικός σε θέατρο και  του έχει προσαρμόσει ένα σχοινάκι που το τράβαγε ώστε αυτό ανασηκωνόταν και σφύραγε, κάνοντας τους θεατές να ξεκαρδίζονται από τα γέλια».

Ο Ζαχαρίας πήρε το καπέλο στα χέρια του και το περιεργάστηκε. Κοίταξε τον καφετζή στα μάτια και μειδιώντας του είπε να το αφήσει, «πραγματικά τι έχω να χάσω; Σκέπτομαι, αφού λες ότι σφυρίζει, να το κάνω κουδούνι στη θέση του κουδουνιού που πέταξα, τι λες;» συμπλήρωσε.  Ο Τάσος κούνησε  αποδοκιμαστικά  το κεφάλι του και έφυγε λέγοντας «θα τα πούμε αργότερα» ...

Αφού έφυγε ο καφετζής, ξάπλωσε στη πολυθρόνα του και άρχισε να περιεργάζεται προσεκτικά το νέο του απόκτημα. «Άκου τυχερό καπέλο» σκέφτηκε και γέλασε «Το καπέλο που σφυρίζει» ωραίο όνομα, θυμίζει το θεατρικό  να δεις ποιο, χτύπησε σιγά το κεφάλι του, και λες και το χτύπημα λειτούργησε ευεργετικά θυμήθηκε. Ήταν «το σακάκι που βελάζει του Στρατίεβ Στανισλάβ».

 Έψαξε και βρήκε το κορδόνι που είχε πει ο Τάσος.  Πράγματι όταν το τράβαγες, το καπέλο άφηνε ένα επιφώνημα σαν πουλί φρου, φρουιτ φρυιιτ ... Μέσα κρυμμένη στο ύφασμα βρήκε ο ιδιοκτήτης του καπελάδικου μια μικρή σφυρίχτρα. Ήταν τόσο πονηρά ραμμένη επάνω στο καπέλο που δύσκολα την αντιλαμβανόταν άνθρωπος. Μόνο κάποιος με τη δική του πείρα μπορούσε να τη βρει ή αφού  έψαχνε για πολύ ώρα και με ιδιαίτερη προσοχή. Ωραία σκέφθηκε ο Ζαχαρίας. Τράβηξε έναν ψηλό καλόγερο και τον έβαλε κοντά στη πόρτα. Στη κορυφή τοποθέτησε το καπέλο. Έδεσε το κορδονάκι του καπέλου με ένα σχεδόν αόρατο στο μάτι αλλά γερό σαν ατσάλι νήμα και την άλλη άκρη την έδεσε στην πόρτα. Το άφησε δε αρκετά μπόλικο, τόσο ώστε να τραβιέται με το άνοιγμα της πόρτας, χωρίς όμως να πέφτει το καπέλο. Δοκίμασε να ανοίξει τη πόρτα και τότε ακούστηκε το προειδοποιητικό  φρου, φρουιτ φρυιιτ. Χαμογέλασε ικανοποιημένος. Επιτέλους, κλείνοντας το μαγαζί έβρισκε και πάλι να αφήσει πίσω του  κάτι που αποκτούσε γι αυτόν ιδιαίτερη σημασία. Ένα καπέλο που σφυρίζει σαν πουλί! Γέλασε ευχαριστημένος. Μετά από πολύ καιρό, ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τέτοια συναισθήματα.

 Γύρισε αργά στο σπίτι. Όλα ήσαν φαινομενικά ήσυχα. Η απατηλή αυτή νηνεμία ανέδιδε μια ψεύτικη αισιοδοξία για την μέρα που θα ξημέρωνε. Η νέα μέρα όμως έφτασε ταχυπόδαρη και   ο Ζαχαρίας κατάλαβε για μια ακόμη φορά πόσο είχε εξαπατηθεί. Τη προηγούμενη το βράδυ είχε γευματίσει μια χαρά στο φιλαράκι του τον Τάσο. Ότι αποβραδίς δεν χώνεψε, θα τον έκανε η Χαραλαμπία, Μπία σας παρακαλώ, έτσι ήθελε να την αποκαλούν, να το χωνέψει με το ζόρι το επόμενο πρωί. Τι ακαμάτη τον είπε, ακόμη δεν είχε ανοίξει τα μάτια του, τι ανεπρόκοπο, τι ρεμπεσκέ. Ο Ζαχαρίας ενώ ξυριζόταν, το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως εφευρίσκει, μια σχετικά αγράμματη γυναίκα, τόσα «κοσμητικά» επίθετα να τον στολίσει, και όλα τελικά να σημαίνουν περίπου το ίδιο. Γέλασε, βάφτισε το πικρό γλυκό και είπε ψιθυριστά «τη καημένη, έχει τα δίκια της!»

Στο μαγαζί μπήκε κρατώντας το πρωινό του καφέ. Δεν ήθελε να φέρει ο Τάσος τη παραγγελία, μη τυχόν και σχολιάσει ότι πραγματοποίησε την ... απειλή του και έκανε το «τυχερό» καπέλο κουδούνι του μαγαζιού. Μπαίνοντας χαμογέλασε στο καπέλο που τον καλωσόρισε με το σφύριγμά του φρου, φρουιτ φρυιιτ. Άνοιξε ξανά τη πόρτα ο Ζαχαρίας για να γελάσει με το σφύριγμα καλωσορίσματος . Το καπέλο «είπε»  και πάλι φρου, φρουιτ φρυιιτ. «Να είσαι καλά Τάσο», είπε «μου έφτιαξες πρωί- πρωί τη μέρα» και θρονιάστηκε στη πολυθρόνα, πίσω από το γραφείο του, ανοίγοντας τη χτεσινή εφημερίδα.

Ως συνήθως και εκείνη την ημέρα η δουλειά δεν ήταν και τίποτα το ιδιαίτερο. Ίσα -ίσα η προοπτική ήταν να  πληρώσει το νοίκι, στο τέλος του μήνα, και αν πεις για κέρδος, έφταναν τα χρήματα να μη ξεφτιλίζεται στον καφετζή. Φίλος μεν αλλά κάποιες φιλίες να που καθορίζονται  από την ακεραιότητα του δούναι και λαβείν.

  Τέρμα όμως ο εσωτερικός διάλογος, «καλημέρα  Αννούλα» ... Η Αννούλα λυγερή και χαρούμενη όπως πάντα, άφησε το τυχερό της αποτύπωμα παραδίδοντάς του ένα ημίψηλο «να το περιποιηθείς κυρ Ζαχαρία, θα πάει ο μπαμπάς σε δεξίωση». Μπήκε και ένας γνωστός άνδρας. Έπιασε τόπο το ποδαρικό της Αννούλας. Αλλά που τον ήξερε; Έμαθε αργότερα ότι ήταν ηθοποιός, και ζήτησε πέντε καπέλα για τη παράσταση που θα πρωταγωνιστούσε «ξέρεις χάλασαν αυτά που είχαμε έως τώρα και ...». Ο Ζαχαρίας βέβαια σκέφτηκε κοτζάμ θέατρο δεν είχε μάνατζερ, φροντιστή, παραγωγό ή πως αλλιώς τους λένε εκείνους που τρέχουν για καπέλα και στολές. Βρε ας γνώριζε από πριν ότι ήταν ηθοποιός και όχι που δεν θα τον ρώταγε! «Και καλά κύριος, πρωταγωνιστής πράμα εσείς τρέχετε για τις καπελαδούρες; Που είναι οι υποτακτικοί σας; Που είναι αυτοί που σας ντύνουν και σας κανακεύουν;» Αλλά είπαμε τα έμαθε πολύ αργότερα. Αλλά πάλι τι τον ένοιαζε; Με τούτα και με τα άλλα μεσημέριασε. Από κει και έπειτα νέκρα. Ούτε πουλί πετούμενο όχι να μπει στο μαγαζάκι του Ζαχαρία, αλλά ούτε να καθίσει στο περβάζι του. Ένας, έτσι για δείγμα, έστω να ρωτήσει για την τιμή ενός καπέλου. Τίποτα.

Ευτυχώς, που από δυο μέρες πίσω δυο φίλοι, είχαν φέρει τα  καπέλα τους  για φτιάξιμο. Επρόκειτο για ένα παλιό πηλίκιο του Α Παγκοσμίου Πολέμου, που έφερε ο κος Επαμεινώνδας ετών 85, λέγοντας ότι ανήκε στον πατέρα του. Το καπέλο όντως ήθελε φτιάξιμο, είχε φθαρεί, αλλά του έμπειρου Ζαχαρία του φάνηκε ότι ήταν αντίγραφο της εποχής. Δεν θέλησε όμως να στενοχωρήσει το φίλο του. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Ένας  άλλος έφερε μια τραγιάσκα,  που του είχε κάποτε χαρίσει κάποιος μπάρμπας του, όπως είπε, και αποτελούσε μέρος των κειμηλίων της οικογένειας. Δεν τη φορούσε τη τραγιάσκα αλλά του άρεσε να την έχει σαν ενθύμιο. Ο Ζαχαρίας όταν την πήρε στα χέρια του την επεξεργάστηκε προσεκτικά και του είπε «ξέρεις από πού πήρε η τραγιάσκα το όνομά της;» ο φίλος του απάντησε πως όχι, ότι δεν ήξερε, και ο Ζαχαρίας μη περιμένοντας να ακούσει αν ήθελε ο άλλος να μάθει το στόρυ, για τα βαφτίσια της τραγιάσκας, συνέχισε τη διήγηση σαν να μην σταμάτησε ποτέ.  «Λοιπόν» είπε, «η λέξη προέρχεται από τη ρουμανική γλώσσα. Είναι  θαυμαστικό επιφώνημα και σημαίνει "Ζήτω". Για παράδειγμα, Traiasca Grecia που σημαίνει Ζήτω η Ελλάδα το φώναζαν Ρουμάνοι φοιτητές, και οι φωνές τους   συνοδεύτηκαν από το πέταγμα των καπέλων όταν αυτοί ήρθαν στην Αθήνα για τουρισμό στα 1900. Οι Αθηναίοι, βλέποντας τόσα καπέλα στον αέρα και μάλιστα όμοια, πίστευαν ότι οι Ρουμάνοι ονόμαζαν έτσι το καπέλο τους. Έτσι από τότε το συγκεκριμένο καπέλο με αυτό το σχήμα το αποκαλούμε τραγιάσκα!» Τελειώνοντας τη διήγηση ο Ζαχαρίας ένιωσε περήφανος για τις γνώσεις του γύρω από τα καπέλα και την ιστορία τους και ίσα που πρόσεξε ότι ο φίλος και πελάτης είχε εξαφανισθεί. Ούτε το σφύριγμα του καπέλου δεν είχε ακούσει την ώρα που εκείνος αποχωρούσε. Τόσο απορροφημένος ήταν από τα ίδια του τα λόγια ...

 

Συνεχίζεται...      


ΘΡΗΣΚΕΊΑ - ΘΕΟΣ - ΠΙΣΤΉ τελευταίο

 

                                                                                  ΠΕΡΙ ΙΗΣΟΥ ...

Μεγάλο θέμα αφού πίσω από την θρησκεία η οποία δημιουργήθηκε γύρω από το όνομα, τη διδασκαλία, τη θυσία και εντέλει την Ανάσταση του συγκεκριμένου συντάχθηκαν δισεκατομμύρια ανθρώπων.

Όμως για ποιον Ιησού θα συζητήσουμε. Για έναν Ιησού άνθρωπο, επαναστάτη, γνώστη των Ιουδαϊκών Νόμων και Γραφών, ο οποίος θέλησε να τροποποιήσει τα δεδομένα με κάθε τρόπο ή για έναν Ιησού Υιό Θεού ο οποίος είχε σαφή αποστολή να δώσει νέα προοπτική σωτηρίας, την τελευταία καθοδήγηση, στον Κόσμο;

Αν και ορέγομαι υπερβολικά να ασχοληθώ με τον Ιησού Επαναστάτη, λέγοντας ας πούμε ότι πολλοί άλλοι ηγήθηκαν θρησκειών όπως ο Μωυσής, ο Βούδας ή ο Μωάμεθ και ότι αυτοί όλοι ήσαν άνθρωποι σαν όλους εμάς.

Όμως το ύφος όλου του κειμένου δεν φτάνει έως εκεί. Δεν είναι ακριβώς τέτοιο. Ακροβατεί, αν θέλετε, επάνω σε άλλου είδους τεντωμένα σκοινιά.

 

Για παράδειγμα, ποιου Θεού την αποστολή ανέλαβε να διεκπεραιώσει στη γη ο Ιησούς; Πιο πάνω αναφέρθηκα σε ένα τύπο Θεού που δεν παρεμβαίνει, αλλά απλά παρακολουθεί και ίσως «χαίρεται» τη Δημιουργία Του, σύμφωνα με τον όρο χαρά που εμείς οι άνθρωποι εννοούμε. Θεωρώ, ότι από έναν τέτοιο Θεό, σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να προκύψει η Σωτήρια παρέμβαση του Ιησού, δηλαδή του Ιδίου ...

Μένει ο Θεός του Μωυσή. Ένας Θεός, που όπως τον γνωρίζουμε μέσα από την Παλαιά Διαθήκη, δεν είναι μόνο παρεμβατικός σε επίπεδο καφενείου (όπου γάμος και χαρά η Μαγδάλω πρώτη), αλλά μεταξύ των άλλων είναι πάμπολλες φορές και ιδιαίτερα απεχθής. Προσωπικά δε, ισχυρίζομαι ότι τέτοιος Θεός είναι Ανύπαρκτος!

Γιατί πώς να το κάνουμε  φαίνεται να υπάρχει Ζων και Υπάρχων Θεός που να ασχολείται με το ύφασμα που θα μπει στην Κιβωτό και με το ξύλο που θα κατασκευαστεί ή με το τι ρούχα θα φορούν οι Ιερείς;

Θεός που να απαιτεί από τις κατακτήσεις να του αφιερώνονται όλα τα αντικείμενα αξίας που αποτελούν λάφυρα πολέμου; Που να επιλέγει τι ζώα θα του θυσιάσουν και πόσο μέρος από τη θυσία του ανήκει;

Μπορώ να καταθέσω ως άποψη ότι, είτε ο πρώτος Θεός, εκείνος που ονομάζω ως μη παρεμβατικό, κάνει πότε, πότε κάποιες παρεμβάσεις, οπότε άνετα μία από αυτές θα μπορούσε να είναι εκείνη που αποφασίζει να κατέλθει ως Άνθρωπος στη γη.

Και η δεύτερη άποψη ο Μωυσής να αλλοίωσε τη μορφή του Θεού που κάποια στιγμή αντιλήφθηκε, προς ίδιον όφελος. Ουσιαστικά καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα, στον ίδιο Θεό ...

Και οι Προφητείες; Οι νόες είναι πάντα ανοικτοί στα μηνύματα αλλά ακόμη πιο ανοικτές είναι οι ερμηνείες που δίνονται για το ίδιο θέμα.

 

Από αυτό το σημείο και έπειτα, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τον Ιησού σύμφωνα με τις Γραφές. Ως τον Θεάνθρωπο Ιησού. Και δυστυχώς προερχόμενο από εκείνον τον Θεό, που ήταν όπως ακριβώς τον περιέγραψε ο Μωυσής. Εξάλλου τα εκ της Καινής Διαθήκης δεδομένα αυτό καταδεικνύουν. Ο Ιησούς φαίνεται να επιλέγει όταν αναφέρεται σε Θεό, τον εκ του Μωυσέως υποδεικνυόμενο. Γνωρίζει πολλά περισσότερα για την υπόσταση και την ουσία Αυτού; Κανείς δεν ξέρει ...

 

Ο Ιησούς, ξεκινάει τη μεγάλη Του διαδρομή, με ενστάσεις. Πολλές φορές χρειάζεται να αποδείξει, ότι γνωρίζει να ισορροπεί σε σκοινί τεντωμένο, και μάλιστα πολύ λεπτό. Οι κινήσεις και τα λόγια Του τις περισσότερες φορές είναι όλα μελετημένα, για να μη προκαλέσει, μη θίξει, μη δημιουργήσει εκνευρισμό ή αποδοκιμασία, πέραν εκείνων προς τους οποίους απηύθυνε τα βέλη. Δεν βιαζόταν, η ώρα δεν είχε έλθει ακόμη. Ήταν πολύ νωρίς.

Θα τον δούμε λοιπόν ενώ ικανοποιεί αιτήματα για θεραπεία Ρωμαίων κατακτητών και φυσικά ειδωλολατρών, αντιτείνει σχεδόν ειρωνικά προς την Χαναναία μητέρα (για πολλούς Συροφοινίκισα). Θα δούμε ακόμη ότι δεν παίρνει σαφή θέση στον προβλεπόμενο λιθοβολισμό της πόρνης, απλά καλεί εκείνον που αισθάνεται αναμάρτητος να ρίξει πρώτος τον λίθο. Ισορροπία του τρόμου ... Με τη φράση «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι κλπ»   φροντίζει να μη δώσει καμία λαβή στους Ιερείς να τον καταγγείλουν ότι επιβουλεύεται την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Κάπως έτσι και στους Μακαρισμούς. Ξεκινά να λέει ότι δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο αλλά να τον συμπληρώσει και έπειτα αρχίζει να τον ξηλώνει!...

 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος, εγώ σας λέω, όποιος σας ραπίσει εις την δεξιά σιαγόνα να στρέψετε και την άλλη!»

Επίσης «ακούσατε ότι ομοίως ειπώθηκε να αγαπάτε τον πλησίον και να μισείτε τον εχθρό. Εγώ λέγω να αγαπάτε τους εχθρούς και να προσεύχεσθε για εκείνους που σας καταδιώκουν. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... Αν αγαπάτε μονάχα τον πλησίον τι διαφορά  θα έχετε από τους Τελώνες; Άραγε και εκείνοι το ίδιο δεν κάνουν;»


Αργότερα ισχυρίζεται ότι "Τα Σάββατα έγιναν για τους Ανθρώπους και όχι οι Άνθρωποι για τα Σάββατα". Και όμως, μέχρι τότε, σύμφωνα με τον Νόμο Μωυσέως, πα να πει τον Νόμο Θεού, ούτε γιατρειά δεν έδιναν σε άρρωστο οι Ισραηλίτες γιατροί αν ήταν η ταγμένη στον Ύψιστο μέρα.

Και δεν είναι τα μοναδικά σημεία. Σχεδόν ολόκληρη η διδασκαλία του Ιησού, ανατρέπει  τα μέχρι εκείνη την εποχή δεδομένα.

 

Αλλά ποιος είναι αυτός ο Ιησούς που έχει την αξίωση να δεχθούν οι Ιουδαίοι νέες προσθήκες στον Νόμο τους, ακόμη και αν πρόκειται για συμπληρώματα; Ποιος είναι αυτός ο Ιησούς που θεωρεί ότι μπορεί να παρέμβει στον λόγο του Θεού;

Μονάχα Θεός υποτίθεται ότι μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Τι και αν έχει ανάμεσα στους ανθρώπους ανθρώπινη μορφή, σάρκα και οστά. Κατ ουσίαν είναι το ενσαρκωθέν πνεύμα του Θεού. Αλλά γιατί ο Θεός αισθάνθηκε την ανάγκη για νέα, φυσικά τελευταία συμφωνία με τον άνθρωπο;

Έχω την πεποίθηση ότι την ημέρα, που κατά την εξιστόρηση του μύθου, ο Πρωτόπλαστος εγκαταλείπει εκδιωκόμενος τους Κήπους της Εδέμ, μαζί με την Αθανασία του χάνει και το «κατ ομοίωσιν», που είχε από την τότε που πλάστηκε από τον Κύριο. Με τον θάνατό του μεν «ξεχρεώνει» για όλα τα επί γης Αμαρτήματα, πλην ενός. Εκείνου που οι προπάτορες- πρωτόπλαστοι έκαναν εναντίον του ίδιου του Δημιουργού!...

Αυτό παραμένει ασυγχώρητο ...  Ο Θάνατος λειτουργεί σαν την ξεχρέωση από δάνειο, που όμως απομένουν ακόμη οι ... τόκοι.

Με την πρώτη συμφωνία, την επιλεγόμενη Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός δεν έχει κανένα σκοπό να άρει ακόμη εκείνο το Πρώτο Αμάρτημα. Υπάρχουν τόσα άλλα που πρέπει να γίνουν. Η κοινωνίες έπρεπε να ωριμάσουν πρώτα.  Έτσι, ενώ πέρασαν αιώνες από εκείνες τις κοινωνίες του Αβραάμ και του Λωτ, κατακλυσμοί από τη κοινωνία του Νώε, περιπέτειες και προδοσίες από εκείνες του Ιακώβ και του Ιωσήφ, προέκυψε ο Μωυσής.

Τότε ο Δημιουργός, σύμφωνα με τις γραφές, φαίνεται να αποφάσισε ότι ο κόσμος έπρεπε να βαδίζει πάνω σε συγκεκριμένο πλαίσιο εντολών και όχι ότι εκείνοι υπέθεταν ότι ήταν «Θεάρεστο».

Ο Νόμος λοιπόν Θεού, που η εφαρμογή του αποτελούσε τα σίγουρα βήματα του ανθρώπου προς Αυτόν, είναι κυρίως η Παλαιά Διαθήκη.

 

Αντίθετα η Καινή Διαθήκη είναι η απόφαση του Θεού να άρει ακόμη και το Προπατορικό Αμάρτημα από τους Ανθρώπους. Να τους επιστρέψει και πάλι τη δυνατότητα στο «καθ ομοίωσιν» ...

Αυτό όμως μονάχα ένας μπορούσε να κάνει και μόνο με ένα τρόπο. Μόνο ο Ίδιος και μόνο με τη θυσία Του!

Ήταν λοιπόν αναγκαία η Ενανθρώπισή Του ... Αλλιώς πώς θα επέρχετο ο θάνατος;

Με αυτή καθ αυτή τη θυσία Του ο Ιησούς, ήρε το Προπατορικό Αμάρτημα από τους ζωντανούς. Τι θα έκαναν στο μέλλον ας το επέλεγαν μόνοι. Τους έδωσε κάτι από αυτή τη θυσία να τον θυμούνται. Να θυμούνται αυτή τη θυσία. Όχι κάτι από τον Θάνατό Του, ούτε κάτι Αναστάσιμο. Τους πρότεινε «κρασί και ψωμί» δηλαδή «αίμα και σώμα», εκείνα και ξεσκίζονταν και  που έρρεαν  από το Ξύλο του Μαρτυρίου.

Το πέρασμα από τον Άδη, είχε το νόημα να αρθεί και από τους Νεκρούς, το προπατορικό Αμάρτημα ... Δεν εννοούσε ο Θεός να συνάψει Συμφωνία μονάχα με τους μισούς ... Μόνο με τους ζωντανούς.

Η Ανάσταση, είναι η ελπίδα,  η ανάταση, η προσδοκία. Αλίμονο όμως, κανείς δεν είναι δυνατόν να νιώσει, να  ζήσει την Υπέρτατη Ανάταση, πόσο μάλλον να συμμετάσχει στην Ανάσταση, όταν δεν έχει ζήσει την Υπέρτατη θυσία. Η Καθημερινότητα, η συμβατική καλοσύνη( απλά γιατί φοβάσαι τη μοναξιά, αν δείξεις κακία), η ιδιοτελής ευπρέπεια ή ο «χομπίστικος» εθελοντισμός μοιάζουν το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί σαν την κάμηλο (χοντρό σκοινί) που θέλει να περάσει από μια βελόνα ...

Γι αυτό προτάσσω την Κοινωνία που δεν μάθαμε να ζούμε. Εκείνη ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΉΣΕΙΣ - ΑΠΟΡΙΕΣ

Είναι ατελείωτο το θέμα αυτό. Γι αυτό θα το κλείσω με δύο παρατηρήσεις - απορίες.

1)      Θαύμα με τον Δαιμονισμένο,         Ιησούς - Γουρούνια

 

Να μιλήσουμε για ένα θαύμα του Ιησού; Ας μιλήσουμε. Πήγε που λέτε ο Ιησούς στη γη Γαδιλών, τώρα κάπως έτσι λέγεται αν κάνω κάπου λάθος μη με φάτε κι όλα. Εκεί υπήρχε ένας δαιμονισμένος τον οποίο συνεχώς έδεναν και συνεχώς έσπαγε τα δεσμά του . Ο Ιησούς τον πλησίασε και ρώτησε τον δαίμονα που τον είχε καταλάβει να πει το όνομά του. Ο Δαίμονας απάντησε «λέγομαι Λεγεών, γιατί είμαστε πολλοί».

Τότε ο Ιησούς στο όνομα του Αγίου Πνεύματος εξόρκισε τον Δαίμονα. Εκείνος, παρακάλεσε τον Ιησού να τον αφήσει να μπει σε άλλο σώμα.  Ο Ιησούς το επέτρεψε.

Λίγο πιο πέρα υπήρχε ένας χοιροβοσκός που έβοσκε τα γουρούνια του. Όταν οι δαίμονες ξεχύθηκαν μέσα από τον άνθρωπο, μπήκαν  στα γουρούνια. Εκείνα τρελάθηκαν και βούτηξαν στον γκρεμό ...

 

Μα αλήθεια τώρα, όπως λένε οι πιτσιρικάδες. Τόσοι και τόσοι, έχετε ακούσει γι αυτό το θαύμα του δαιμονισμένου, σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση ότι ο Κύριος Ημών επέτρεψε στον Δαίμονα να μπει σε άλλο έμψυχο ον; Ρωτάς μάλιστα σήμερα «γιατί Πάτερ θεωρείται καταραμένο το γουρούνι;» και εκείνος αφού χαμογελάει και σου απαντάει «μεταξύ μας, δεν του αφήνω κοκαλάκι! Αλλά για να σου απαντήσω, θεωρείται καταραμένο από τότε που ο πήγε ο Δαίμονας που εξέβαλε από τον δαιμονισμένο ο Ιησούς» ...

Και όμως ... Από τη Παλαιά Διαθήκη, και τουλάχιστον σύμφωνα με αυτή ο ίδιος ο Θεός, ονοματίζοντας τα καθαρά και κατάλληλα προς βρώση ζώα και τα ακατάλληλα, το γουρούνι το τοποθετεί, αν θυμάμαι καλά, στα δεύτερα! Αναρωτιέμαι λοιπόν, πώς έβοσκε χοίρους ο βοσκός εκείνος; Να τους κάνει τι; Να ήταν καμήλες, άλλο απαγορευμένο προς βρώση, να το καταλάβω. Τις μεγάλωνε για να τις δίνει να κάνουν ταξίδια. Αλλά οι χοίροι; Μόνο για φαί ....

Η σκέψη μου βέβαια πηγαίνει μήπως γνώριζε ο Ιησούς τι θα γίνει, που θα πήγαινε ο δαίμονας, και με αυτόν τον τρόπο τιμωρήθηκε ο βοσκός που τόσο αναίσχυντα παρανομούσε έναντι του Θεού Του!

Όπως και να έχει όμως, ακόμη και αυτές οι εξηγήσεις είναι πιο πειστικές, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτά που παρουσιάζονται ως δεδομένα.

2)      Ηλί Ηλί λαμά Σαβαχθανί

Ο Ιησούς κρεμασμένος από τον Σταυρό του Μαρτυρίου. Κοντά στις τελευταίες του στιγμές να κοιτάζει εναγωνίως γύρω του. Να συγχωρεί και να συλλυπείται εκείνους «που δεν ξέρουν τι κάνουν». Λίγο πριν το τελικό «Τετέλεσται» ακούγεται να λέει «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί» ... Μια κραυγή που όσοι την άκουσαν ολόγυρα ανατρίχιασαν. Πολλοί είπαν «ακούτε, καλεί τον Ηλία» δηλαδή τον μέγιστο των Προφητών. Όμως, όπως μας λένε οι πατέρες, ο Ιησούς καλός γνώστης της Αραμαϊκής διαλέκτου, απευθύνθηκε στον Πατέρα Θεό λέγοντας «Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκαταλείπεις» πάνω σε μια ώρα Ανθρώπινης αδυναμίας. Της τελευταίας που ζούσε ως Άνθρωπος στη γη.

Ούτε εξυπνάδες θέλω να γράψω, ούτε είμαι εξυπνότερος των διακεκριμένων Πατέρων της Εκκλησίας που τουλάχιστον επί του θέματος γιατί να έχουν να κρύψουν κάτι; Όμως δείτε. Κατ αρχάς μια απορία. Γιατί στην Αραμαϊκή διάλεκτο, μια διάλεκτο που μάλλον μιλούσαν λίγοι. Θεωρώ μορφωμένοι άνθρωποι. Να μη καταλάβει ο κόσμος την αδυναμία που επέδειξε; Τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Εκείνος που αισθάνεται την ανάγκη να πει κάτι πάνω σε μια εναγώνια έκκληση, το κάνει χωρίς να σκεφθεί ότι πρέπει να το πει κωδικοποιημένα, στα Αραμαϊκά, στα Ελληνικά, στα Γαλατικά ή στα Λατινικά. 

Σκέπτομαι λοιπόν μήπως αλήθεια κωδικοποίησε στην άγνωστη στους πολλούς γλώσσα τα όσα είπε, για να ακούσουν μονάχα οι λίγοι και εκλεχτοί. Αυτούς δε μη ψάχνετε να τους βρείτε ανάμεσα σε φίλους και συγγενείς απαραίτητα, αλλά και ανάμεσα σε εχθρούς ή ανθρώπους του Ναού, εχθρικά ή φιλικά διακείμενους που όμως έψαχναν ακόμη αποδείξεις για το ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος.

Πρέπει στο σημείο αυτό να μη ξεχάσουμε ότι ο Ιησούς πάντα βάδιζε σύμφωνα με τα όσα είχαν προφητευτεί γι αυτόν. Θέλετε λοιπόν να ρίξουμε μαζί ματιά σε μια «προσευχή - προφητεία» και να αποφασίσουμε τελικά μαζί μήπως ο Ιησούς υποδείκνυε σε όλους ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ακριβώς αυτή τη «προσευχή» ώστε να πειστούν; Για να δούμε λοιπόν

ΨΑΛΜΟΙ

 

ΚΑ (ΚΒ) 21.

2 Ο ΘΕΟΣ, ο Θεός μου, πρόσχες μοι· ίνα τι εγκατέλιπές με;

Πιο κάτω δε γράφει ... ... ... ... ... ... ......

 

8 πάντες οι θεωρούντές με εξεμυκτήρισάν με, ελάλησαν εν χείλεσιν, εκίνησαν κεφαλήν· 9 ήλπισεν επί Κύριον, ρυσάσθω αυτόν· σωσάτω αυτόν, ότι θέλει αυτόν. 10 ότι συ ει ο εκσπάσας με εκ γαστρός, η ελπίς μου από μαστών της μητρός μου· 11 επί σε επερρίφην εκ μήτρας, εκ κοιλίας μητρός μου Θεός μου ει συ· 12 μη αποστης απ ' εμού, ότι θλίψις εγγύς, ότι ουκ έστιν ο βοηθών. 13 περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταύροι πίονες περιέσχον με· 14 ήνοιξαν επ ' εμέ το στόμα αυτών ως λέων αρπάζων και ωρυόμενος. 15 ωσεί ύδωρ εξεχύθην, και διεσκορπίσθη πάντα τα οστά μου, εγενήθη η καρδία μου ωσεί κηρός τηκόμενος εν μέσω της κοιλίας μου· 16 εξηράνθη ωσεί όστρακον η ισχύς μου, και η γλώσσά μου κεκόλληται τω λάρυγγί μου, και εις χουν θανάτου κατήγαγές με. 17 ότι εκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με, ώρυξαν χείράς μου και πόδας. 18 εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου, αυτοί δε κατενόησαν και επείδόν με. 19 διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον

 

Λοιπόν τι λέτε; Μήπως το Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες, υποδείκνυε την ανάγνωση του ΨΑΛΜΟΥ ΤΟΥ ΔΑΥΙΔ;

 

 

 

Με αυτά τα λίγα λόγια θεωρώ ότι όσα είχα να γράψω για την υπόθεση Ιησούς, τα κυριότερα, τα έγραψα. Από κει και πέρα υπάρχουν και άλλα, πολλά ατέλειωτα ζητήματα που δεν περιγράφονται  σε δυο και τρεις σελίδες.

Όπως για παράδειγμα είναι αλήθεια ότι   όλες οι Προφητείες που θεωρητικά δείχνουν τα βήματα Ιησού είναι βγαίνουν αληθινές  ή σε μερικές εκείνος καθοδηγεί να βγουν.

Άλλη μια διερεύνηση αφορά στη Μητέρα του Ιησού. Γιατί χάνεται από προσώπου γης κυρίως μετά τον Θάνατό Του; Συνηθιζόταν τότε, να μην αναφέρονται πρόσωπα που είτε δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον είτε δεν διαδραμάτισαν κανένα ρόλο στην ζωή του προσώπου για το οποίο γίνεται κύρια αναφορά. Για παράδειγμα ποτέ δεν μάθαμε το όνομα της γυναίκας του Κάιν, ούτε ας πούμε αυτής του Λωτ.

Αντίθετα μάθαμε το όνομα της γυναίκας του Αβραάμ όπως και εκείνης του Μωυσή.

Εδώ γνωρίζουμε για τη Μαρία, τον Ιωσήφ, τη γέννηση, αργότερα την απαξίωση του Ιησού προς αυτή όταν αρχίζει η αποστολή (στον εν Κανά γάμο), και την ξαναβλέπουμε μονάχα στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο όπου από Σταυρού ο Κύριος δίνει την οδηγία να την έχει από εκείνη την ημέρα σαν μητέρα του.

Όλοι οι άλλοι οι Ευαγγελιστές σχεδόν δεν την αναφέρουν στη Σταύρωση ενώ κατά την Ανάσταση, δεν την αναφέρει ως παρούσα μάρτυρα του γεγονότος κανείς!

Αντίθετα με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, που βρίσκεται παρούσα στις Αναστάσιμες μαρτυρίες όλων των Ευαγγελιστών.

Υπάρχουν λοιπόν θεματάκια, αλλά δεν είναι της παρούσης.

 

 

 

 

ΘΕΜΗΣ

 

 

 

Υγ ... ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ( ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ)

 

Ανεξάρτητα τελικά ποιος ή τι είναι αυτό που αποκαλούμε Θεό, αν είναι αυτός ο μη παρεμβατικός που λέω εγώ, αν είναι αυτός αλλά τις έκανε τις λίγες παρεμβάσεις ή είναι εκείνος όπως τον διηγήθηκε ο Μωυσής ή απλά χωρίς όλα αυτές τις Ανθρώπινες ευαισθησίες ή αδυναμίες που του προσήψε, δημιουργείται μια καίρια απορία που αφορά όλους μας για κάθε τύπο Θεού.

Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι δημιούργησε ολόκληρο Σύμπαν και έπειτα σαν κανένας Αυτιστικός Θεός που κλείστηκε στον κόσμο του, αφιερώθηκε σε ένα μικρό ελάχιστο κομμάτι αυτού;

Ή μήπως να πιστέψουμε ότι ολόκληρο το Σύμπαν το δημιούργησε μονάχα για να προφυλάσσει τη γη από κάθε κακό;! Ακριβώς δηλαδή όπως εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι φροντίζει για όλα τα επί γης πλάσματά του, αλλά μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί ο άνθρωπος. Να επιζεί από αυτά ο άνθρωπος. Να συμβάλουν στην ισορροπία της ανάπτυξης του Ανθρώπου είτε να αποτελούν μέρος της τροφικής του αλυσίδας είτε τέλος να ισορροπούν τη τροφική αλυσίδα.

Μα είναι απελπιστικά Εγωιστικό όλο τούτο!

Ήξερα ότι οι άνθρωποι σε γενικές γραμμές εκτός από εγωιστές είμαστε και Ηλίθιοι. Αυτό που δεν γνώριζα είναι ότι ουσιαστικά, χωρίς ίσως να το θέλουμε, θεωρούμε και τον Θεό που λέμε ότι Πιστεύουμε Ηλίθιο. Και μάλιστα ως Παντοκράτορα, θα έλεγα μάλλον Πανηλίθιο!...

 

Ευχαριστώ για την υπομονή

 

Εύχομαι καλές Γιορτές

 

Φιλικά προς όλους ...


ΘΡΗΣΚΕΊΑ - ΘΕΟΣ - ΠΙΣΤΉ 3ο

                                                                                                          ΘΕΟΣ

Πόσα και πόσα δεν έχουν γραφεί για τον Θεό. Κατέθεσα και θα καταθέσω ακόμη μια ελάχιστη συνεισφορά σε ένα ζήτημα που με ξεπερνάει, αφού ουσιαστικά είναι ζήτημα πίστης και αντίληψης.

Όπως προείπα, από το απώτατο παρελθόν, ο άνθρωπος είχε  ανάγκη να αιτιολογήσει  άγνωστα σε αυτόν φαινόμενα, να εναποθέσει ελπίδες, να καλύψει  τους φόβους και να ζητήσει βοήθεια από τα πιο απλά ζητήματα, αύξηση καλλιέργειας έως τα μεγαλύτερα όπως να σωθεί από υπέρτερο εχθρό ή αρρώστια.

 

Κυρίαρχος ο άνθρωπος, όλων των κατώτερων πλασμάτων, φτάνοντας στο σημείο να δαμάσει ακόμη και εκείνο τα αδάμαστο θηρίο που ακούει στο όνομα θάλασσα, δεν σκέφτηκε ούτε λεπτό, όλα τα παραπάνω, να τα αναθέσει στον εαυτό του. Είχε μυαλό ο άνθρωπος ... Κατανοούσε τη διαφορετικότητα που είχε ο ένας από τον άλλο, σε ευφυΐα, σε δύναμη, σε αποφασιστικότητα, σε στρατηγική λογική κλπ. Ήταν προφανές ότι είχε δύο επιλογές. Η μία, να τεθούν όλοι οι αδύναμοι υπό την ηγεμονία του κάθε φορά πιο δυνατού, χωρίς καμιά απολύτως ελπίδα. Η δεύτερη επιλογή, να επιλέξουν ότι πάνω από όλους, ανθρώπους, ζώα, βουνά, θάλασσες, ακόμη και από τον ίδιο τον Πανόπτη και Πανταχού παρόντα Ουρανό, υπάρχει ένα Υπέρτατο Ον, τόσο δυνατό, που δύναται να παρεμβαίνει και να ρυθμίζει το χώρο και το χρόνο αφού αυτός είναι ο Δημιουργός και των δύο. Να ρυθμίζει αλλάζοντας τη ζωή όλων, ακόμη και όσων αναγκαστικά υπετάγησαν σε άλλους,    μιας και εκείνος αποφάσισε όλα τούτα να γίνουν και να  Υπάρξουν.

 

Διόρισε κατ αυτό τον τρόπο ο καθένας προσωπικό Θεό, ο οποίος συν τω χρόνω είτε θεωρήθηκε ο Ηγέτης, είτε προστέθηκε στο Πάνθεο των υπολοίπων θεών και θεοτήτων, είτε τέλος παρουσιάσθηκε μια  νέα εκδοχή γύρω από αυτόν.

Ένας νέος τρόπος γέννησης του για παράδειγμα, μια νέα του ιδιότητα του άγνωστη μέχρι τότε στους υπόλοιπους κατοίκους της ίδιας περιοχής, καπρίτσια του που προέκυψαν μέσα από διηγήσεις, άλλοτε  περίεργες, άλλοτε θαυμαστές και άλλοτε ... πολύ  πιπεράτες.

Ενώ λοιπόν οι Θεοί παγκοσμίως, στον γνωστό μέχρι τότε κόσμο πληθύνονταν, κανένας δεν μπορεί σήμερα μετά βεβαιότητας να πει, ότι το να απευθύνεται ο πολίτης του καιρού εκείνου στον Ρα, τον Μίθρα, τον Μπέλενο, τον Δία ή την Αθηνά, ήταν ταυτόσημο με το να απευθύνεται σε αυτό που αποκαλούν οι σημερινοί   άνθρωποι όταν αναφέρονται στην  Ύπαρξη Θεού. Ως την ύπαρξη του Ενός Μοναδικού, Δημιουργού των Πάντων, Θεού.

 

Το πρόβλημα προσπάθησε να λύσει ο Μωυσής, ο οποίος παρουσίασε για πρώτη φορά το στόρυ του Ενός, από τότε που Εκείνος φτιάχνει το σύμπαν και τον άνθρωπο. Οπωσδήποτε είναι εύλογη η παρατήρηση ότι ο Μοναδικός του Μωυσή μοιάζει σε πολλά σε συμπεριφορά  λχ με τον Δία, αλλά και πολλές, πάρα πολλές από τις εντολές που παρουσιάζει μοιάζουν καταπληκτικά, πιο όμοιες δεν γίνεται, με εκείνες του περίφημου Κώδικα του   Χαμουραμπί .  Δεν μπορεί να περάσει μάλιστα απαρατήρητο ότι ο Μωυσής μέχρι να γίνει καταζητούμενος και να αρχίσει να ζει τη ζωή του βοσκού, επί σχεδόν σαράντα χρόνια ζούσε στο βασιλικό παλάτι.

Εκεί είχε την ευκαιρία να απολαμβάνει της Αιγυπτιακής Παιδείας, άρα των Ελληνικών γραμμάτων, αλλά και γραμμάτων που αφορούν  σε Σουμέριους, Βαβυλώνιους κλπ. Ας πούμε το έπος Γιλγαμές μάλλον του ήταν γνωστό και όπως έγραψα πιο πάνω σίγουρα ο πασίγνωστος κώδικας Χαμουραμπί.

 

Η προσπάθεια λοιπόν του Μωυσή, για να επανέλθουμε, να μετατρέψει επιτέλους σε οργανωμένο Κράτος και όχι σπορά νομάδων, αυτούς τους αλλοπρόσαλλους συντοπίτες του, κάθε άλλο παρά κακή μπορεί να χαρακτηριστεί. Αν μάλιστα γι αυτό ακριβώς το λόγο αναγκάστηκε να εφεύρει, να κατασκευάσει τον Δικό του Θεό, πολύ καλά έκανε. Ένα Θεό αποφασιστικό, σκληρό όταν χρειαζόταν, που να μη χαρίζει «κάστανα». Ένα Θεό που μεταξύ των άλλων, αν και ο Μωυσής «καθαρίζει στεγνά» πολλές χιλιάδες «αμαρτωλών», αυτούς που προσκύνησαν το χρυσό βόδι, παρ όλα αυτά δεν δέχεται έτσι απλά τη συγγνώμη των υπολοίπων . Η αμαρτία έγινε και θα τιμωρηθούν οι εναπομείναντες Πιστοί, περιπλανώμενοι πολλά χρόνια στην Έρημο.

Μα φυσικά θα περιπλανούνταν. Γιατί ποιος πιστεύει ότι ουσιαστικά μια χούφτα Ισραηλίτες, άνθρωποι απλοί απροπόνητοι στα όπλα, πλίνθους έφτιαχναν στην Αίγυπτο, μπορούσαν αν έφταναν αμέσως στην Χαναάν  να την κατακτήσουν;

Το ήξερε αυτό ο Μωυσής. Έπρεπε να παρέλθουν γενιές επί γενεών, ώστε να έλθουν εκείνοι που θα είναι άξιοι για κάτι τέτοιο.  Το επιστέγασμα δε της «Δημιουργίας ενός Θεού» έρχεται από τον Μωυσή με τη παρουσίαση του Νόμου. Ανεβαίνει για δεύτερη φορά στο όρος Σινά και φέρνει όχι δέκα, αλλά εκατοντάδες εντολές, μεταξύ των οποίων  πολλές που πέραν του ηθικού στοιχείου, ένα στοιχεία με το οποίο σαφώς θα μπορούσε κάποιος να τις αποδώσει σε Θεό(25 εάν δε αργύριον εκδανείσης τω αδελφω τω πενιχρω παρά σοί, ουκ έση αυτόν κατεπείγων, ουκ επιθήσεις αυτω τόκον.), υπάρχουν και άλλες οι οποίες  αποτελούν από μόνες τους σχεδόν πλήρες δικαιακό σύστημα, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις των καιρών και των εθίμων της περιοχής. Στο ερώτημα αν μπορούσε ή όχι ο Θεός να φροντίσει για το σύστημα δικαίου του περιούσιου λαού του, η απάντηση είναι μία. Όχι δα και να ασχοληθεί ο Δημιουργός του Κόσμου όλου με το βόδι και τη κατσίκα κάθε Ισραηλίτη!...

«1 ΕΑΝ δε τις κλέψη μόσχον ή πρόβατον και σφάξη ή αποδώται, πέντε μόσχους αποτίσει αντί του μόσχου και τέσσαρα πρόβατα αντί του προβάτου. 2 εάν δε εν τω διορύγματι ευρεθή ο κλέπτης και πληγείς αποθάνη, ουκ έστιν αυτω φόνος· 3 εάν δε ανατείλη ο ήλιος επ ' αυτω, ένοχός εστιν, ανταποθανείται. εάν δε μη υπάρχη αυτω, πραθήτω αντί του κλέμματος. 4 εάν δε καταληφθή και ευρεθή εν τη χειρί αυτού το κλέμμα από τε όνου έως προβάτου ζώντα, διπλά αυτά αποτίσει.»

 

Αλλά είναι άραγε εκείνος του Μωυσή ο Πραγματικός Ένας και Μοναδικός  Θεός; Φυσικά μπορεί  να ισχυρίστηκα ότι ο Ισραηλίτης άνδρας είχε πολλούς λόγους να δημιουργήσει αυτόν που ακόμη και σήμερα, όταν αναφερόμαστε στο Θεό, πηγαίνει το μυαλό μας, όμως τι στο καλό με κάνει να εγείρω τέτοιες ενστάσεις;

Κατ αρχάς, όπως λέει και ένας φίλος αστειευόμενος,  μάλλον ο Θεός αυτός, πρέπει να είχε πολύ χιούμορ ή να ήταν πολύ Κακός. Μα  για να τάζει στον επιλεγμένο του λαό ένα τόπο που ρέει μέλι και γάλα, και τελικά να τους εναποθέτει και τότε αλλά και σήμερα στη ξεραΐλα που ζούσαν και ζουν, δεν μπορεί, ήταν ένα από τα δύο ...

"Βρε αδελφέ, πάντα υπήρχε η γη της Ελβετίας» προσθέτει αστειευόμενος ο ίδιος φίλος. Εγώ θα έλεγα υπήρχε η Ελλάδα, η Ιταλία, η Κρήτη, η Κύπρος κλπ. Τόποι, που σίγουρα το μέλι και το γάλα και όχι μόνο, έρρεαν ακατάπαυστα. Θεός είσαι, όπου θέλεις πας τον περιούσιο!

 

Και κάτι άλλο. Γιατί παρακαλώ περιούσιος; Μια παλαιότατη απορία που συνήθως αντιμετωπίζεται με Αντισημιτική διάθεση. Μακριά από εμένα κάθε τέτοια πρόθεση και σκέψη.

Όμως γιατί περιούσιος ένας και μόνο λαός; Ολόκληρο Σύμπαν έφτιαξε ο Κύριος για να δοξαστεί τελικά μέσω ενός λαού, τον οποίο μάλιστα επέλεξε; Δοκίμασε σε κάποιον άλλο λαό τη πιθανότητα να αποδέχεται τη Μοναδικότητα του Θείου Όντος και τον απέκρουσαν; Αντίθετα. Όλες οι ιστορίες απόρριψης του Θεού, μέσω Αμαρτίας ή αμφισβήτησης, περιγράφονται ανάμεσα σε ανθρώπους που αποτελούν μέρος του Περιούσιου.

Ένα τεράστιο χρηματοκιβώτιο με τρύπιο πάτο αυτός ο περιούσιος, όπου ο ... γνωστός  Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, μοιάζει διαρκώς να εναποθέτει με παράπονο, κάθε «περιουσιακό του» στοιχείο.

Ένας κόσμος τεράστιος, γαλαξίες, άστρα, κομήτες και πλανήτες, μεταξύ αυτών και η γη, όλα δημιουργήματά Του, όπου σε αυτή την τελευταία φαίνεται να περιορίζεται ο Μέγας Άρχων, ο Απεριόριστος, σε ένα μικρό της κομμάτι.  Ένα απειροελάχιστο κομμάτι. Κανείς φυσικά δε μπορεί να καταλάβει, να διανοηθεί  πώς σκέπτεται ο Θεός. Αλλά αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία ή ερμηνεία κάθε παράλογου φαινόμενου που τον αφορά. Πώς να το κάνουμε; Είναι αδιανόητο όλες τις πράξεις, τις επιδιώξεις, την ιδιοτέλειά μας, τις φιλοδοξίες ή ματαιοδοξίες μας να τα φορτώνουμε στο περιβόητο πια «θέλημα Θεού», αποποιούμενοι κάθε ευθύνη ή προσωπική επιδίωξη, καθιστώντας τον Δημιουργό πολλές φορές αντιπαθή .

Τελικά, ακόμη και αν δεχτούμε ότι ο Κύριος επέλεξε ένα περιούσιο λαό, και μέσω αυτού θέλησε να επικοινωνήσει σε όλη την Ανθρωπότητα το Όνομά Του, πώς να  αποδεχθούμε αυτό  το όνομα, με τόσες παραλλαγές; Να το δεχθούμε με την Ιουδαϊκή Αλήθεια;  (θεωρητικά αυθεντική ως πρώτη δοσμένη.) Με το Χριστιανικό προχώρημα αυτής ή εντέλει με τον Ισλαμικό τρόπο, ο οποίος ουσιαστικά διδάσκει ότι οι προηγούμενοι δύο παρερμήνευσαν  το Λόγο του Δημιουργού και καταχράστηκαν την Αγάπη Του;

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και στο Μωσαϊκό στόρυ, ο Θεός δίνει στον άνθρωπο την ελευθερία στην επιλογή.

Τότε ποιος είναι ο Πραγματικός Ένας και Μοναδικός Θεός αν δεν είναι αυτός του Μωυσή; Εμένα ρωτάτε; Που να ξέρω; Απορίες εκθέτω. Ένα είναι σίγουρο. Εφόσον υπάρχει Θεός, είναι τόσο αδιανόητος για τον ανθρώπινο νου που απορώ για το θράσος Εκκλησιαστικών παραγόντων να εκφράζουν άποψη περί της ουσίας Αυτού, με βάση την Παρουσία του Ιησού, όπως αυτή ομολογήθηκε από τα Ευαγγέλια.

Απορώ με το θράσος που έχουν να κονταροχτυπιούνται ακόμη και σήμερα για κάποιο Φιλιόκβε, πα να πει δηλαδή τη γνωστή διχογνωμία αν το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ή μονάχα από τον Πατέρα ...

Προσωπικά έχω απορίες, όπως προείπα. Πολλές απορίες, και παρατηρήσεις, που δεν αφορούν μονάχα στον Θεό. Αφορούν λχ στη Γένεση, εφόσον έτσι χάριν εργασίας δεχτούμε ως Θεό αυτόν της Παλαιάς Διαθήκης του Μωυσή. Αφορούν στον Ιησού σε σχέση με τον Θεό της Παλαιάς. Παρατηρήσεις, πολλές παρατηρήσεις που όμως

θα μου επιτρέψετε να τις παραθέσω αμέσως πιο κάτω στα επόμενα κεφάλαια.

 

                                                                        ΘΕΟΣ    -    ΓΕΝΕΣΗ

1)     Πώς εισήλθε στην Εδέμ ο Πονηρός για να καταλάβει τον Όφι και στη συνέχεια να πείσει την Εύα να φάει από το δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού; Σημ. Αν θεωρείται ότι άπτεται της Ιουδαϊκής Θρησκευτικής Μυθολογίας το παρόν, ας ειπωθεί και θα το δεχτώ. Αυτό που δεν δέχομαι είναι τα ανούσια «αφύλακτος ο Παράδεισος κλπ» και δι αυτών επιμονή ότι ο Μύθος ισχύει ως πραγματικότητα. Όποιος ισχυρίζεται ότι αποτελεί πραγματικότητα, παρακαλώ για πειστικότερες απαντήσεις ...

2)      «22 και είπεν ο Θεός· ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν· και νυν μη ποτε εκτείνη την χείρα αυτού και λάβη από του ξύλου της ζωής και φάγη και ζήσεται εις τον αιώνα.» Εν ολίγοις ο Θεός λέγει στον Άγγελό του ότι «να ο Αδάμ, έγινε ένας από εμάς και γνωρίζει πλέον πιο είναι το καλό από το κακό, ας μη φάει από τον καρπό του δέντρου της αιώνιας ζωής και η αμαρτία του μείνει στον Παράδεισο για πάντα» (Ελεύθερη μετάφραση). Τα δυο δέντρα, της γνώσης του Καλού και του Κακού και αυτό της Αιώνιας Ζωής, ήσαν στη μέση του Κήπου της Εδέμ. Ακριβώς στη μέση μαζί. Ο Πονηρός, δια στόματος Όφι, αναρωτιέμαι γιατί δεν είπε στην Εύα να φάει πρώτα από τον Απαγορευμένο Καρπό και μετά από το δέντρο της Αιώνιας Ζωής; Μα φυσικά ο Θεός και πάλι θα είχε τη δυνατότητα να διώξει τους Πρωτόπλαστους. Αλλά όπως ο ίδιος φέρεται να  ομολογεί, η Αμαρτία θα έμενε για πάντα μέσα στον Παράδεισο. Αλήθεια γιατί δεν το κάνει ο Σατανάς;

3)      Ποιος ο λόγος που ο Αδάμ και η Εύα υπακούν στον Κύριό τους και δεν τρώνε από τον απαγορευμένο καρπό; Ο φόβος του θανάτου με τον οποίο τους προειδοποίησε; Ελάτε τώρα ... Σήμερα ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο γιατί γνωρίζει ότι είναι κάτι ΚΑΚΟ ... Μα σύμφωνα με τη διήγηση, οι Πρωτόπλαστοι ακόμη δεν είχαν αίσθηση ΚΑΛΟΥ και ΚΑΚΟΥ. Άρα; Το πιθανότερο είναι να φοβόντουσαν όχι φυσικά τον Θάνατο, αλλά τη Φωνή. Τη φωνή που ακούν φοβερή και τρομερή, πανταχού παρούσα, αλλά πουθενά δεν έβλεπαν το Φορέα της.

4)    Η Εύα αποδέχεται να φάει τον καρπό επειδή πείθεται ότι δεν θα πεθάνει; Κατ αρχάς πόσο σίγουρη μπορεί να είναι. Και δεύτερον τα είπαμε, τι τη νοιάζει; Δεν γνωρίζει αν αυτό το ... «πεθάνεις» είναι καλό ή κακό! Σκέπτομαι, βοηθείστε με σε αυτό, ότι πείθεται όταν ακούει τον Όφι να της υπόσχεται ότι «θα γίνεται σαν Θεοί και θα ξεχωρίζετε το καλό από το κακό».  Ουάου Εύα! Τέρμα οι άγνωστες βροντερές φωνές. Τώρα θα τα λέμε ίσα και όμοια, φάτσα κάρτα ... Ο Αδάμ, απλά την ακολούθησε. Αυτό κάνουμε ακόμη και σήμερα. Αντίρρηση επ αυτού του τελευταίου;

5)      Επειδή υπάρχει μεγάλος προβληματισμός και πολλές φορές κόντρες για ένα ζήτημα που είναι εντελώς διαφορετικό απ ότι στη πραγματικότητα. Ακούγεται συχνά ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης απαγόρευσε στον άνθρωπο το δικαίωμα στη Γνώση. Προφανώς και δεν είναι έτσι. Ο Θεός τόνισε στον άνθρωπο, τον πρώτο άνθρωπο, ότι ακόμη δεν είναι σε θέση να ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟ ... Δημιουργώντας ο Θεός έφτιαξε δύο τέλειους οργανισμούς, άνδρα και γυναίκα, με γνώσεις όμως και εμπειρίες ανήλικου. Πώς αλλιώς αφού και ολόκληρος ο κόσμος θεωρητικά, ήταν σε βρεφική ηλικία (πάντα αναφερόμενος στην εκδοχή Μωυσή). Ο Πρωτόπλαστος πρώτα θα αποκτούσε αποθήκη πληροφοριών υπό την καθοδήγηση του Θεού, και αργότερα θα μάθαινε να ξεχωρίζει τα καλά από τα κακά. Το δέντρο ήταν προσχηματικό ως ένδειξη αποφυγής μιας ελάχιστης κακής πράξης.

      Ορίστε ένα παράδειγμα.Βλέπεις με τη φαντασία σου ένα σπίτι; Κοίτα, ορίστε το σαλόνι του. Κάνει κρύο και έχουν ανάψει σόμπα. Η μαμά πλέκει και ο Γιαννάκης, τριών ετών νιάνιαρο, παίζει στο παχύ χαλί. Αίφνης, από τη κουζίνα ακούγεται η χύτρα να σφυρίζει. «Έγινε το φαγητό» λέει η μαμά, και σηκώνεται να πάει στη κουζίνα. Γνωρίζει όμως η γυναίκα πολύ καλά το παιδί της και φεύγοντας λέει αυστηρά «Γιαννάκη, μην ακουμπήσεις στη σόμπα, θα καείς!». Το «ναι μανούλα» που είπε γελώντας ο μικρός, καθόλου δεν την ησύχασε αλλά τι να κάνει; Να δέσει στο βρακί της τον μικρό, θα εξαρτιόταν από αυτή σαν μεγάλωνε. Να αφήσει το φαγητό να καεί; Όχι δα ...  Με γοργά βήματα και το αυτί τεντωμένο έφυγε η μαμά από το σαλόνι. Δεν πέρασαν όμως δυο λεπτά και ένα σπαρακτικό «αααχχ» μαζί με γοερό κλάμα την έκαναν να τρέξει πίσω. Ο Γιαννάκης το είχε κάνει το ... 'θαύμα» του. Είχε ακουμπήσει το δεξί του χεράκι στη σόμπα και φυσικά είχε καεί. Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια γιορτή θυμήθηκαν και διηγούνταν το περιστατικό. Κάποιος ρώτησε τον φοιτητή πια Γιάννη «και γιατί ρε μεγάλε πήγες στη σόμπα;» Και αυτός απάντησε «μα μου είπε η μάνα μου μη πάς γιατί θα καείς. Ήξερα εγώ τι είναι αυτό το καείς; Που ήξερα αν είναι καλό ή κακό! Έβλεπα τον μπαμπά να ψήνει κάστανα, νόμιζα ότι ακουμπάς επάνω ότι νάναι» ... Από τότε ο Γιαννάκης δεν ξανάβαλε το χέρι στη σόμπα, όμως ένα μικρό αλλά εμφανές σημάδι έμεινε να του θυμίζει ότι ΔΕΝ Υπάκουσε σε Εκείνον ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕκαι που επιτέλους ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ...

 

 

  Κλείνοντας το περί Θεού κεφάλαιο οφείλω να φανώ δίκαιος και προς Αυτόν και προς τον Μωυσή. Κατ αρχάς ο Μωυσής. Όπως έγραψα πιο πάνω, δεν ήταν αδαής. Είχε κατά τα φαινόμενα αποκτήσει βαθιά γνώση γύρω από τους πολιτισμούς των γύρω λαών, τις θρησκείες, τα ήθη και τα έθιμα. Ζούσε δε σε μια χώρα όπου συνέβαινε το πρωτόφαντο να αναγορεύει ο Βασιλιάς

 ( Φαραώ) εαυτόν Θεό!...  Ο άνθρωπος ούτως ειπείν τα είχε δει όλα. Από την άλλη, γνώριζε τις θρησκευτικές καταβολές και πεποιθήσεις του λαού του, που όμως για πολλά χρόνια και ο ίδιος στο παλάτι αλλά και οι υπόλοιποι βολεμένοι «δούλοι», με περιουσίες παρακαλώ, θυμόντουσαν χωρίς ιδιαίτερο φανατισμό.

Καταδιωκόμενος από τον Φαραώ στην Έρημο γη Μαδιάμ, όπου και νυμφεύτηκε, ζώντας ως βοσκός επί σαράντα έτη, μακριά από εκείνο που ονομάζουμε «εγκόσμια»,  απέκτησε μεταξύ άλλων ανοικτό νου και προπαντός καρδιά καθαρή. Βασικά εργαλεία που χρειάζεται ο καθένας, και μάλιστα σε ένα τέτοιο τόπο, για να νιώσει, να αναγνωρίσει τον Θεό.

Γιατί λοιπόν όχι; Γιατί να μη συνέβη αυτό στον Μωυσή;

Όχι φίλοι μου! Προφανώς όχι τον Θεό που τον οδήγησε εκτός Αιγύπτου! Προφανώς ούτε εκείνον των Δέκα Εντολών και της σφαγής όσων λάτρεψαν το μόσχο το χρυσό.

Προφανώς όχι τον Θεό που διατάζει, έτσι διατείνεται ο Ιησούς του Ναυή, το ξεπάστρεμα των αιχμαλώτων της Ιεριχούς. Ούτε το Θεό ο οποίος τάζει Τον Κόσμο όλο.

              Και τώρα θα πείτε πώς έγιναν τα θαύματα εκείνα των πληγών του Φαραώ    

αλλά κυρίως η διάνοιξη της θάλασσας. Θα τα δούμε όλα αυτά υπό άλλο πρίσμα λίγο αργότερα.

Πάντως προσωπικά εισηγούμαι, ότι αυτός ο Θεός που ένιωσε, αισθάνθηκε να τον ποτίζει μέχρι τα φυλλοκάρδια του ο Μωυσής, ήταν ένας άλλος Θεός από αυτόν που τελικά κατασκεύασε, περιέγραψε και τελικά χρησιμοποίησε για τις επιδιώξεις του.

Ένας Θεός Πανταχού Παρών φυσικά, αλλά Διακριτικός εν τη Μεγαλοσύνη Του, ένας Θεός Παντοδύναμος και Παντοκράτορας, άρα δεν περιορίζεται και δεν περιορίζει κανέναν, ούτε την ανθρώπινη βούληση αλλά ούτε την κατευθύνει, ένας Θεός φυσικά Άναρχος, ο οποίος  προφανώς όταν αποφάσισε να καθορίσει την Αρχή της Δημιουργίας των Πάντων, θέλησε να γίνουν όλα καλά και για το καλό.

Ο Δημιουργός δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα  ο επιφέρων καλά αλλά και κακά (Πλατωνική σκέψη).  Δημιούργησε ολόκληρο το Σύμπαν με μια εντολή, «Άρξασθε», αλλά απέφυγε στη συνέχεια τους παρεμβατισμούς.                               

Δημιούργησε Ζωή, και την άφησε να πάρει το δρόμο της. Χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς εντολές, χωρίς εν ζωή κρίσεις. Όλα μετά Θάνατον. Ίσως και με τον Θάνατο να εξαφανιζόμαστε, αλλά ας δεχτούμε προσωρινά την ύπαρξη ψυχής που κρίνεται, έτσι για να μην χαλάσω όλη τη μαγιονέζα. Ο Άνθρωπος, το καλύτερο δημιούργημα από τη Δημιουργία Του, βασισμένο στην αυτόνομη  εξέλιξή της, όπως ο Ίδιος σχεδίασε τα πάντα εξ Αρχής, είναι αυτός που έχει τις επιλογές. Βασική επιλογή, πόσο γρήγορα θα επιφέρει ο ΙΔΙΟΣ την κατ ανάγκη εξαφάνιση του είδους του. Αυτό που βλακωδώς θα ονομάσει ως «Δευτέρα Παρουσία» ... Ουσιαστικά θα είναι η Δεύτερη και μάλλον ολοκληρωτική ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ από τον Πλανήτη γη ... Από την άλλη τα ζώα, διατηρούν πάντα το ένστικτο να προφυλαχθούν, όσο πιο μακριά μπορούν από τον αδηφάγο άνθρωπο, για όσο περισσότερο καιρό γίνεται. Ίσως από αυτά, επανέλθει κάποτε η ζωή, μέχρι να καταστραφεί η γη εντελώς ή να βρει η ζωή διέξοδο, μαζί με το Θεό της, σε άλλο Πλανήτη διαμορφωμένο από τις ανθρώπινες δεξιότητες και γνώσεις.

 

Θεωρώ ότι έναν τέτοιο Θεό ένιωσε να τον συγκλονίζει ο Μωυσής. Τώρα αν είδε καιόμενη βάτο ... Ας πάμε παρακάτω. Και εκείνος τι παρουσίασε; Ένα Θεό έμπλεο Ανθρώπινων συναισθημάτων. Καλό, οπωσδήποτε και Πανάγαθο, γιατί αλλιώς δεν μπορούσε να είναι. Αλλά να από κοντά και Τιμωρός. Να και ζηλότυπος. Και εκδικητικός ακόμη. Αλλά και ματαιόδοξος και πλεονέκτης ίσως. Γιατί λέω αυτά τα τελευταία; Δείτε.

Ματαιοδοξία: Αναφέρει με το νι και με το σίγμα στον Μωυσή, πως θα είναι η Κιβωτός του, τα υφάσματα που θα τη ντύσουν, το ξύλο που θα χρησιμοποιήσουν, η τεχνοτροπία, πόσα χερούλια θα βάλουν και που. Τον καθοδηγεί πως θα είναι ντυμένοι ακόμη και οι Ιερείς. Με τι ρούχα και από τι ύφασμα τα ρούχα αυτά. Αναφέρει δε το μέρισμα που του πρέπει από κάθε θυσία!

Συγχωράτε με, αλλά όλα αυτά δεν είναι λόγια Θεού, αλλά λόγια Μωυσή που τα αποδίδει στον Θεό. Σε κατασκευασμένο από το μυαλό του Θεό ...

Όσο για τα θαύματα, τις πληγές του Φαραώ κλπ. Οι επιστήμονες ερευνούν. Προσωπικά δεν πιστεύω καν ότι συνέβησαν κάτι από αυτά. Τώρα αν έπεσε ακρίδα ή μεταφέρθηκε κανένα βατράχι με τον αέρα, παρατηρείται και σήμερα, δεν θα το κάνω θέμα. Επίσης να προσθέσω ότι σε καμία περίπτωση μη πιστέψει κανείς ότι από την Αίγυπτο αποχώρησαν χιλιάδες νοματαίων ... Κατά μικρές ομάδες αποχωρούσαν και μάλιστα η κάθε μια ακολουθούσε άλλη κατεύθυνση.  Ας το ελέγξετε, δεν θα προσπαθήσω να σας πείσω ...

 

Εν κατακλείδι. Με δεδομένο ότι εμείς ως Θεό, γνωρίζουμε αυτόν που ο Μωυσής κατασκεύασε, αυτόν τον ίδιο που φαίνεται σε γενικές γραμμές να αποδέχεται και ο Ιησούς, αποδεχόμενος τις Προφητείες των Προφητών που αναφέρονταν σε Αυτόν,  φρονώ ότι τελικά υπάρχει πρόβλημα.

Για να δεχθούμε τον Ιησού ως Θεάνθρωπο, πρέπει να δεχθούμε το Θεό που γνωρίζουμε ως έχει, όπως έχει ομολογηθεί από τις Γραφές ακριβώς χωρίς παρέκκλιση. Παρεκκλίνοντας κατ ελάχιστο από τις Γραφές, υποσκάπτουμε τη Θεϊκότητα του Ιησού.

Αν μας φανεί δε πιο λογική η προσέγγιση αυτού του άλλου Θεού που περιέγραψα, του Μη Παρεμβατικού , τότε κατανοούμε ότι ένας τέτοιος Θεός δεν θα προχωρούσε σε μία από τις πιο εμφατικές επί γης παρεμβάσεις Του, που δεν είναι άλλη από την Κάθοδό Του, με την Ιδιότητα του Υιού σε σώμα Ανθρώπου.

Συμπερασματικά. Με Άγνωστο Θεό, δεν υπάρχει λογικά παρέμβαση Ιησού. Δεν υπάρχει Θεάνθρωπος Ιησούς.

Με τον γνωστό της Παλαιάς Διαθήκης όμως, όχι μόνο υπάρχει, αλλά και φαίνεται, για εμάς τους Χριστιανούς, σαν ένα εξ Αρχής τέλεια προδιαγεγραμμένο σχέδιο( θα αναφερθώ αργότερα σε αυτό). Το πρόβλημα είναι πόσο μπορούμε να αποδεχθούμε πέρα ως πέρα Αυτόν τον Θεό. Όχι με τη λογική, αλλά με τη ΚΑΡΔΙΑ!   


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ -  ΠΕΡΙ ΙΗΣΟΥ                                    


ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΘΕΟΣ- ΠΙΣΤΗ 2

                                                                                             ΠΙΣΤΗ

    Υπάρχουν διάφοροι τύποι ανθρώπων, διάφορες γνώμες, απόψεις και φυσικά εποχές που διατυπώθηκαν αυτές. Ο άνθρωπος κατ αρχάς διακρίνεται για τη δυσκολία που έχει να γυρίσει από το δρόμο που διάλεξε να πάει. Να συζητήσει την ωφέλεια κάθε επιλογή. Ειδικά ο δογματισμός στα ζητήματα Πίστης, η τυφλή υποταγή σε μία παρά φύση δήλωση του τύπου «δεν θέλω να μάθω», καταντάει έξω και μακριά από το ανθρώπινο στοιχείο.

Λέμε  ότι, ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τα ζώα και οι Μονοθεϊστικές Θρησκείες στις οποίες θα επιμείνω περισσότερο, προτείνουν την πλάση του από τον Θεό ως το τελειότερο πλάσμα Αυτού, μιας και του έδωσε νου, άρα και λογική. Φυσικά. Λογική άρα όχι μόνο ένστικτο. Είναι λοιπόν προφανές ότι μπορεί και κατανοείκαι στη συνέχεια εκλογικεύει, με τη βοήθεια της διαρκούς γνώσης, ότι του παρέχεται πλην από εκείνο που είναι σαφώς πέραν των λελογισμένων δυνατοτήτων του. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να διανοηθεί  και μάλιστα κάποτε να αποδείξει κι όλα πράγματα που δεν βλέπει, όπως την ύπαρξη τεσσάρων διαστάσεων ...

Φευ, αν όμως η γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο του ανθρώπινου νου, για να υπερτερεί των ζώων, αν σε αυτό δεν αντιδρούν πατέρες τα Εκκλησίας λχ ο Χρυσόστομος που σπούδασε στα διασημότερα πανεπιστήμια, γιατί αντιδρούν πολλοί εκ των Πιστών;

Ειδικότερα σε θέματα που άπτονται της Θρησκείας δεν τα αγγίζουν! Αναρωτιέται κανείς πώς και γιατί δεν τα αγγίζουν ενώ γνωρίζουν ότι υπάρχουν  οι θεολόγοι μας που με μεγάλη επιμέλεια ερευνούν αυτά τα θέματα; Δηλαδή πώς θα τους χαρακτηρίζαμε αυτούς; Άθεους; Αντίχριστους; Μη τυχόν Αγίους αφού αντέχουν τόσο πολλές επιθέσεις από τους έχοντες διαφορετική άποψη; Ήμαρτον δηλαδή ...

 

Από την άλλη υπάρχουν πιστοί, που μπορούν να διαβάσουν οποιοδήποτε βιβλίο, θαρρώντας ότι μέσω αυτού κατανοούν καλύτερα τον Θεό, τον Χριστιανισμό, τον Ιησού κλπ. Ειδικότερα εγώ θα ήμουν ο τελευταίος που θα έλεγε «μη διαβάζεις». Αντίθετα προτρέπω άπαντες να διαβάζουν τα πάντα. Μέχρι Μικρό Ήρωα, Γκαούρ Ταρζάν και Ποκοπίκο. Αλλά οποιοσδήποτε εξυπνάκιας συγγραφέας, απεραντολόγος, με επαναλαμβανόμενες συνταγές ευκολοθεϊσμού (αδόκιμος νεολογισμός) να υποκαθιστά τη Καινή Διαθήκη στα μάτια , τον νου και τη καρδιά του πιστού, το θεωρώ αν μη τι άλλο εξοργιστικό και εντελώς υποκριτικό.

Όπως και να το κάνουμε τελικά. Δεν μπορείς να είσαι Χριστιανός, Εβραίος, Μουσουλμάνος, να πιστεύεις αδιάλλακτα σε όλα τούτα που αναγράφονται είτε στην Τορά, είτε στη Καινή Διαθήκη είτε στο Κοράνι και να περιμένεις να μάθεις το Θεό σου μέσα από τις απόψεις που διατυπώνει σε ένα βιβλίο ένας Συγγραφέας.

 Αλλά πόσο πιστός είναι ο καθένας εξ ημών συζητιέται. Γιατί στα λίγα και τα καθημερινά, όλοι σπεύδουμε να διαδηλώσουμε μια συγκεκριμένη πίστη, μια αφοσίωση σε ένα δόγμα. Όμως δεν είναι δυνατόν ο καθείς εξ ημών   να μη σηκώνει κουβέντα για το Δόγμα που πιστεύει και ως αποζημίωση να προσδοκά  εκείνα τα από παλιά υποσχόμενα για μετά θάνατον ζωή, να δέχεται ότι κάθε άτομο που φεύγει από το μάταιο τούτο κόσμο, πηγαίνει κάπου καλύτερα, κοντά στον Θεό δηλαδή, και κατά τη εξόδιο ακολουθία αυτού, αντί να χαίρεται γι το τυχερό αυτό πρόσωπο να σπαράζει στο κλάμα.

Είσαι εγωίσταρος πιστέ μου, αλλά και τέλειος Υποκριτής ως Φαρισαίος. Εγωιστής γιατί σπαράζεις όχι για τον αποβιώσαντα αλλά για τη προσωπική σου απώλεια, για κάτι που Εσύ χάνεις, και υποκριτής γιατί ουσιαστικά δεν πιστεύεις. Όσα κάνεις και λες, πριν την απώλεια, είναι για το θεαθήναι.

Αλλά η Πίστη εκτός των άλλων πουλάει κι όλα. Πανηγύρεις, γιορτές, κομποσκοίνια, μπουκαλάκια για λάδι και αγιασμό, λαμπάδες κάθε μεγέθους για τάμα, ασήμι, χρυσάφι για τον ίδιο λόγο. Τα γραφεία τουρισμού, προς μερικούς τόπους λατρείας, κάνουν χρυσές δουλειές. Από κοντά τα ταξί και τα παραμάγαζα που βοηθούν στο ξεπούλημα ελπίδας. Γιατί ρωτώ και απάντηση θαρρώ πως δεν θα πάρω. Ας υποθέσουμε ότι είναι Δεκαπενταύγουστος της Παναγιάς (βοήθειά μας). Γιατί πρέπει να βουλιάξει η Τήνος; Η αντίστοιχη Παναγιά στο Περιστέρι δεν θα κάνει το θαύμα της αν ευχηθεί κάποιος πραγματικά; Δεν θα είναι παρούσα σε τούτη τη «παρακατιανή» εκκλησιά; Και αν το αίτημα για βοήθεια κατατεθεί ειλικρινά, με όλη τη δύναμη της ψυχής εκτός εκκλησίας, εκτός ναού, δεν θα έχει απήχηση στη Μητέρα του Ιησού;

Μήπως νομίζει ο Πιστός ότι περισσότερη Δύναμη έχει η Εικόνα, το Ξύλο, της Παναγιάς της Τήνου ή της Εκατονταπυλιανής, από το Πνεύμα της Παναγιάς;

Το ερώτημα είναι ρητορικό γιατί σίγουρα αυτό Πιστεύει! Στο ξύλο πιστεύει, στην Εικόνα, και όχι στη Παναγιά και ας μη το ομολογεί ... Αν δεν πίστευε κάτι τέτοιο, στις γιορτές άλλων Αγίων όπως, Αγίας Μαρίνας, Άγιου Γεώργιου, Αγίας Παρασκευής κλπ δεν θα προσκυνούσε κάθε εκδοχή εικόνας του Αγίου που βγάζει η Ίδια εκκλησία για προσκύνημα. Έχει καταντήσει ο «Πιστός» εικονολάτρης. Αυτό είναι Αμαρτία κατά την Ιουδαϊκή ή Χριστιανική συναντίληψη . Όμως πόσο αμαρτωλός μπορεί να είναι ένας απλός άνθρωπος μόνο και μόνο επειδή κουβαλά μέσα του κατάλοιπα της εποχής των Αρχαίων του Προγόνων;

Ρίξτε μια ματιά και σε άλλους λαούς που έχουν ασπασθεί το Χριστιανισμό. Ο κάθε λαός βάζει το δικό του αλατοπίπερο, τη δική του εκδοχή σε αυτόν. Αλλού έχουμε τη Μαύρη Παναγία, αλλού μαζί με τον Χριστιανισμό και βουντού, αλλού φθάνουν σε σημείο υπερβάλλοντας να αυτομαστιγώνονται ακόμη και να κρέμονται σε Σταυρό, μιμούμενοι τα Πάθη του Ιησού, αν και ο Κύριος Ημών ποτέ δεν ζήτησε από τους ανθρώπους κάτι τέτοιο. Την πίστη σε Αυτόν ζήτησε και δι Αυτού στον Θεό, δίνοντας ως μέσον ανάμνησης την Θεία Κοινωνία, μετά όμως από αληθινή εξομολόγηση.

 Αντ αυτού όμως  όλοι αισθανόμαστε υπέροχα να έχουμε επάνω μας κομμάτι του Άγιου» Ξύλου» χωρίς να ενδιαφερόμαστε αν κάποιοι κατατεμαχίζουν σιγά, σιγά τον Σταυρό που κρεμάστηκε ο Ιησούς, για να έχουμε μαζί μας ένα φυλακτό που θα μας προστατεύει από τα ανομήματα που θα κάνουμε στο μέλλον!

Ένα Ιερό Ξύλο που είτε το γδέρνουν και το εμπορεύονται επιτήδειοι είτε το προστατεύουν ως κόρη οφθαλμού και μας πουλάνε καυσόξυλα! Ο νους του ανθρώπου όμως είναι έτοιμος να δεχθεί οτιδήποτε ...

Πάντως, ανεξάρτητα των ανωτέρω, όπως έγραψα και πιο πάνω, υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Εκείνοι που πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού, με κάθε του έννοια, και εκείνοι που έχουν αποκλείσει  κάθετέτοια πιθανότητα.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ - ΘΕΟΣ                                                        


ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΘΕΟΣ- ΠΙΣΤΗ

                                                                                                           ΘΕΟΣ , ΘΡΗΣΚΕΙΑ , ΠΙΣΤΗ

                                                                                        


                                                                                                        ΠΡΟΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Επιστροφή; Δεν θα το έλεγα. Πέρασμα ίσως. Σαν Κομήτης. Φυσικά τίποτα δεν μπορεί να  διαβεβαιώσει κανέναν, ότι ένα μάλλον κυκλοθυμικό άτομο σαν εμένα, δεν ήλθε για να μείνει. Μέχρι να ξαναβαρεθώ. Να ξαναβαρεθώ εμένα ...

Αλλά ότι και αν σημαίνει αυτή μου η παρουσία, ποιο άραγε θέμα θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα αυτής;

Κάτι οι μέρες που έρχονται, κάτι τα λόγια του παπά ... Αλλά αυτά δεν θα  έφθαναν για να με κάνουν να ασχοληθώ, πόσο μάλλον να δημοσιεύσω και πάλι, ένα θέμα βαρύ και με λίγους αναγνώστες όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικά. Τι απετέλεσε λοιπόν το κίνητρο; Ένα Βιβλίο! Ένα σχετικά καινούργιο βιβλίο, το οποίο, όπως έχω αντιληφθεί, κάνει θραύση μεταξύ των Πιστών της Χριστιανικής Θρησκείας. Έχει μεγαλύτερη απήχηση, τολμώ να πω, ακόμη και από την Καινή Διαθήκη.

Θα είμαι ειλικρινής. Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, αλλά όσο αλήθεια είναι αυτό, άλλο τόσο αληθινό είναι, ότι έχω βγάλει ικανά συμπεράσματα για τούτο, από τα πάμπολλα αποσπάσματα που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο, από φανατικούς αναγνώστες και υποστηρικτές των γραφομένων σε αυτό.

 

Μεγάλη εντύπωση όμως μου έκανε ένα από αυτά τα αποσπάσματα του βιβλίου αυτού, στο οποίο με λογικό τρόπο ο συγγραφέας προσπαθούσε να αποδείξει, τρόπω τινά, την Ύπαρξη Θεού. Μέσες άκρες γράφει το απόσπασμα ότι, όπως παραδέχονται οι επιστήμονες, η αυταπόδεικτη ύπαρξη του Σύμπαντος, παραπέμπει στη Δημιουργία. Κατ αυτή τη λογική ο συγγραφέας προτείνει ότι η Δημιουργία, εξάπαντος παραπέμπει σε ένα Δημιουργό ... Μια σκέψη, μια λογική, που φαίνεται συμπερασματικά σωστή. Αλλά τόσο απλοϊκή στη σύλληψή της! Τόσο απλοϊκή που δεν αξίζει ούτε στη Μεγαλοσύνη ενός Δημιουργού, πόσο εκείνου που έφτιαξε τα Πάντα, ούτε σε αυτή καθ αυτή τη Δημιουργία ...

Σαν να λέμε δηλαδή «Ιδού μια πολυκατοικία. Υπάρχει. Εξ ορισμού λοιπόν έχει κατασκευαστεί. Συνέβαλαν για τη κατασκευή της πολλοί, και πίσω από αυτούς ένας εργολάβος. Όμως, πριν απ όλους Ένας που είπε «ας Κατασκευάσουμε μια πολυκατοικία!». Φτωχός λοιπόν ο συλλογισμός αλλά και αδιέξοδος. Θα τολμούσα να τον παρομοίαζα, ως προς την Ουσία του δηλαδή, με εκείνο το αναπάντητο ερώτημα «η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό τη κότα;».

Τι εννοώ; Ο Συγγραφέας διατείνεται ότι η Δημιουργία παραπέμπει σε Δημιουργό.Αλλά όμως η απορία μένει. Ένας Δημιουργός δημιούργησε τα πάντα ή άπαντα τα Δημιουργήματα μέσα στα εκατομμύρια χρόνια ύπαρξής τους, αναζητούν και πλάθουν τον Δικό τους Δημιουργό, ο οποίο εντέλει είναι και Δημιουργός των Πάντων;

Με όλα αυτά θα ασχοληθούμε διεξοδικότερα, χωρίς φανατισμούς και υστερίες. Απορίες, γνώμες, παρατηρήσεις θα γραφούν.

Παρατήρηση πρώτη. Ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στο ενδεχόμενο να υπάρχει Θεός και άλλοι που το αποκλείουν. Προσωπικά ξεκάθαρα ανήκω στους πρώτους. Αλλά δεν καταπίνω αμάσητη κάθε δοσμένη θεωρία, μόνο και μόνο επειδή χωρίς αυτή δεν θα μπορούσε να σταθεί κάποια άλλη. Όσοι καταλάβατε, καταλάβατε ... 

 

 

 

                                                                                                ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κάποτε ζήτησαν από ένα σοφό να ορίσει την έννοια της καλής ζωής. Αυτός, αφού έμεινε συλλογισμένος για λίγο, σήκωσε τα μάτια και αργά αλλά σταθερά άρχισε να περιγράφει «Καλή ζωή. Μάλιστα. Δεν υπάρχει πιστότερος ορισμός αγαπητοί μου, για την καλή ζωή, από τη ζωή της πεταλούδας! Γεννιέται ως σκώληξ, ζει έρποντας μέσα σε χίλιες ταλαιπωρίες, για να γίνει το πανέμορφο αυτό έντομο όταν πρόκειται να πεθάνει!»

«Το πανέμορφο εκείνο έντομο ...» Ένα σκουλήκι που γίνεται μια υπέροχη ιπτάμενη πριγκίπισσα. Τα ίδια και ο μεταξοσκώληκας. Όχι βέβαια, αυτός δεν μετατρέπεται στον αντίστοιχο πρίγκιπα των παραμυθιών. Όμως ως άοκνος αλλά επισφαλής εργάτης, τυλίγεται σε ένα περίεργο κουκούλι (μετάξι), το οποίο τελικά αποτελεί ένα από τα πιο ωφέλιμα υλικά, τόσο λόγω αντοχής όσο και λόγω εύκολης και πολυποίκιλης χρήσης του. «Τι ωραίο σκυλάκι!» «ναι, είναι γκριφόν κανίς» «σκέπτομαι να πάρω και εγώ ένα, είναι αλήθεια ότι τα ζώα σε ηρεμούν» ....

Και όμως ... Στην Κίνα, αυτά τα όμορφα πλάσματα γίνονται μέρος του καθημερινού τους μενού. Ζήτημα κουλτούρας. Το αν οι πεταλούδες είναι όμορφες, δηλαδή αν τελικά ο πολυποίκιλος χρωματισμός αντιστοιχεί σε ομορφιά ή ασχήμια, αποτελεί απόφαση της ανθρώπινης σκέψης και προτίμησης. Η χρήση ή απόρριψη της παραγωγής  μεταξοσκώληκα δηλαδή του μεταξιού από την καθημερινότητα, είναι ζήτημα που εντάσσεται  στις ανθρώπινες ανάγκες και πως ο άνθρωπος θέλησε διαχρονικά να τις εξυπηρετήσει. Όχι βέβαια μονάχα τις ανάγκες ένδυσης αλλά και τις ανάγκες καλλωπισμού που συνεπάγονται την  επίδειξη ... 

Ο άνθρωπος, κλέβει ιδέες από τη φύση και τις κάνει τάχα δικές του δημιουργίες. Έτσι ο άνθρωπος Δημιουργεί, αλλά δεν δίνει ζωή. Δημιουργεί κτίρια, ρούχα, δυναστείες, αλλά ένας άνθρωπος μονάχος, ως εκ φυσικού, δεν μπορεί να Δημιουργήσει Ζωή.

Ποιος έχει τη δυνατότητα δημιουργίας τόσο της φύσης, των φαινομένων όσο και ζωής; Μόνο ο Θεός ... Ο Θεός όπως αναφέρεται στην Ιουδαϊκή εκδοχή ή την Χριστιανική και Μουσουλμανική αποδοχή; Όχι μόνο. Ο Θεός  ή οι Θεοί όπως αναφέρει   κάθε Θεογονία, κάθε φυλής, πολλές χιλιάδες χρόνια πριν.

Ο Δίας, ο Ρα, ο Βίσνου (ένας εκ των τριών μεγάλων του Ινδουισμού), ο Μίθρας και ο Ζωροάστρης, ο Θωρ, ο Μπέλενος  και τόσοι άλλοι δημιουργούσαν μαζί με μεγαλύτερες ή μικρότερες Θεότητες, ένα σίγουρο στήριγμα για πολλούς αιώνες σε ανθρώπους, οι οποίοι κανένα μα κανένα λόγο δεν είχαν να μη δεχτούν τον Ένα και Μοναδικό Θεό, εφόσον τους είχε εμφανιστεί πάση δυνάμει όπως στους Ιουδαίους.

 

Γιατί τι θέλει ο άνθρωπος ανά τους αιώνες, ανεξάρτητα της μόρφωσης και της κουλτούρας του; Κάτι, πάνω από αυτόν να απαντά, να δικαιολογεί κάθε τι που δεν μπορεί να απαντήσει και εντέλει να αποδίδει τις προσωπικές του αδυναμίες. Και κάτι ακόμη. Να ευελπιστεί για τις μεγάλες και πολλές φορές ανυπέρβλητες δυσκολίες.

Ο Θεός λοιπόν δημιουργεί και ζωή. Όμως ο άνθρωπος αν και δεν μπορεί να δώσει νέα  ζωή μονάχος, με τη μεγάλη του φαντασία, στοιχείο άλλοτε δημιουργικότητας και άλλοτε καταστροφής, εύκολα και φυσικά κατά το δοκούν Κατασκευάζει Θεούς!

Έναν για κάθε χρήση ή έναν και μοναδικό, ο οποίος είναι για όλες τις χρήσεις ... Αυτή η κατασκευή Θεών και θεοτήτων, ο τρόπος προσέγγισης της αλήθειας του καθενός ξεχωριστά, οι απαιτήσεις του και κάθε τι που τον αφορά, όπως από τον ανθρώπινο νου υπαγορεύονται, αποκαλούνται με μια λέξη Θρησκεία.

 

                                                                                     ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η Θρησκεία ή καλύτερα οι θρησκείες όπως τις αποκαλούμε δεν αποτελούν, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, σε καμία περίπτωση θέσφατο.  Πρόκειται για αποφάσεις ανθρώπινες, με τις οποίες αφού πρώτα παρουσιάζονται οι φορείς τους, απολύτως  δογματικά ως περίπου γνώστες των προθέσεων και των διαθέσεων του όντος που εκπροσωπούν επί γης, στη συνέχεια δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε όλα εκείνα που απαιτούνται για τον ολοκληρωτικό έλεγχο των υπολοίπων ανθρώπων.

Η στροφή του απλού ανθρώπου, μέσω της θρησκείας, οποιασδήποτε θρησκείας ή λατρείας, για την εξεύρεση λύσεων και βοήθειας, αποτελεί φενάκη. Παντού και πάντοτε, οποιαδήποτε λύση, όποια βοήθεια, ακόμη και η πιο θαυμαστή, ξεπηδά μέσα από το Πατρογονικό ρηθέν «συν Αθηνά και χείρα κίνει».

Πώς άλλωστε να είναι διαφορετικά αφού και τότε, την εποχή του Δία και της Αθηνάς, οι παρεχόμενες λύσεις δεν προσφέρονταν ως μασημένη τροφή, αλλά απευθύνονταν στη λογική και πολλές φορές το ένστικτο επιβίωσης εκείνων που τις αναζητούσαν. Η Θεά τύχη μάλιστα, περιώνυμη ακριβώς γι αυτό το λόγο και όχι μόνο, έπαιζε δραματικό ρόλο στην ευόδωση του σκοπού. Χωρίς αυτήν ...

Ορίστε ένα παράδειγμα. Πριν από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, στο Μαντείο ο Θεός δεν βοηθά απευθείας μιλώντας καθαρά και ξάστερα στους Έλληνες. Το και το πρέπει να κάνετε. Και όμως. Αντίπαλοι των Ελλήνων δεν ήσαν μονάχα οι απειράριθμοι Πέρσες, αλλά ένας διαφορετικής κουλτούρας και διαφορετικής Πίστης, Ασιατικός λαός. Παρ όλα αυτά ο Θεός επιμένει μέσω της εκπροσώπου του απολύτως Σιβυλλικά. «Θα σωθείτε με τα ξύλινα τείχη» ... Και ότι καταλάβετε, καταλάβατε. Πάλι καλά που ο Θεμιστοκλής αντελήφθη το νόημα των λεγομένων. Ιδού όμως και η Θεά Τύχη επί ποδός πολέμου. Στο παρά πέντε ήταν να εξοστρακιστεί ο Θεμιστοκλής αντί του Αριστείδη, και τότε τσάμπα θα πήγαινε η μαντεψιά.

Ουφ, πάλι καλά που οι Αθηναίοι ψήφισαν κατ ορθό τρόπο. Όμως παρ όλα αυτά, και πάλι κινδύνευε η υπόθεση. Ο κίνδυνος ήταν μέγας αφού ήθελαν κάμποσοι να αποπλεύσουν από την Σαλαμίνα. Θα μας τσάκιζαν στα ανοικτά οι Πέρσες, και το μόνο που ίσως κέρδιζε ο Θεμιστοκλής με τη καλή μαντεψιά θα ήταν να ξαναφτιάξει σε άλλο τόπο την κατεστραμμένη πια Αθήνα. Το μυαλό του και πάλι βοήθησε, όταν έστειλε έναν τάχα προδότη να μαρτυρήσει τις προθέσεις των Ελλήνων, αναλαμβάνοντας κάθε ιστορικό κόστος.  Η Θεά Τύχη έπαιξε και πάλι ρόλο ώστε οι Πέρσες να πιστέψουν ότι τους συνέφερε να αποκλείσουν τον Ελληνικό στόλο και να ναυμαχήσουν μέσα στα στενά ...

Από τους καιρούς εκείνους ,κάπως έτσι είναι τα πράγματα με όλες τις θρησκείες. Ειδικά όταν κάποιος αναφέρεται σε Έναν Θεό, Μοναδικό, όταν μάλιστα βρισκόμαστε σε χρόνια που είναι άμεση όσο ποτέ η δημιουργία  κράτους από νομάδες που επί αιώνες υπήρξαν σκλάβοι, εθελοντικά βεβαίως και με γνώμονα τη σωτηρία τους από τη πείνα, τότε τα πράγματα αγριεύουν και βρίθουν παραλογισμών. Για παράδειγμα πολιορκείς μια πόλη( Ιεριχώ). Την καταλαμβάνεις. Παίρνεις όλους τους θησαυρούς και τα ζώα της. Φυσικά χρυσός, άργυρος, σίδηρος και κάθε τι πολύτιμο ανήκουν όλα στον ...Κύριο. Δηλαδή στο Ιερατείο. Μετά τι να τα κάνεις τα γυναικόπαιδα; Ανθρώπους μακριά από τις δικές σου συνήθειες και κουλτούρα; Να τους κρατήσεις μαζί με τους δικούς σου; Κίνδυνος αλλοτρίωσης. Εδώ λίγο έλειψε ο Μωυσής στο όρος Σινά, και οι μισοί από εκείνους που τον ακολουθούσαν, άνθρωποι που θεωρητικά είδαν ολόκληρη θάλασσα να ανοίγεται μπροστά τους για να γλυτώσουν από τη μύνη του Φαραώ, έφτιαξαν θεό δικό τους, ένα ταύρο  από χρυσάφι και τον προσκυνούσαν. Και τι θα έκανες σε κάθε πόλη που θα καταλάμβανες στο δρόμο για την Χαναάν; Θα έπαιρνες μαζί σου όλους τους αιχμαλώτους;

Όχι και πάλι όχι ... Σφαγή λοιπόν μέχρις ενός! Όπως ακριβώς ισχυρίσθηκε ο Ιησούς του Ναυή. Ότι δηλαδή την εντολή την έδωσε ο ίδιος ο  Θεός! Ας είμαστε σοβαροί. Δεν πιστεύω σε καμία περίπτωση ότι ο Δημιουργός των Πάντων, ακόμη και αυτός που παρουσιάζει η Παλαιά Διαθήκη, ως εξ ορισμού το Υπέρτατο Όν, είναι δυνατόν να διατάξει τη θανάτωση οποιουδήποτε ως απόδειξη  Πίστης. Ο Θεός δεν είναι Ιεροεξεταστής, και εντέλει μια τέτοια Θρησκεία δεν είναι η λύση, είναι το Πρόβλημα ... 

 

 ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ - "ΠΙΣΤΗ"


ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!

Οι εκλογές στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας για την ανάδειξη νέου αρχηγού, αν και έχουν το δικό τους ειδικό βάρος και ενδιαφέρον, στις μέρες μας, μοιάζουν λίγο με το ποδόσφαιρο. Λέγεται γι αυτό ότι αποτελεί το σημαντικότερο Δεύτερο πράγμα της ζωής. Έτσι και το ποιος θα εκλεγεί αρχηγός στο κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Είναι. εμπρός στις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ο Ελληνικός λαός, το απολύτως δευτερεύον της πολιτικής ζωής της χώρας.

Συμβαίνει όμως και δεν είναι πρέπον να μη ρίξουμε μια ματιά, έστω επιφανειακά, στα διαλαμβανόμενα. Ειδικά στους "μονομάχους" σε μια προσπάθεια να αποκρυπτογραφίσουμε, τι άλλο, τη δυνατότητα που έχει ο καθένας εξ αυτών, να μεγαλώσει την ίδια τη Παράταξη. Τι μπορεί ως Μελλοντικός Πρωθυπουργός να προσφέρει στη χώρα, είναι μια συνολικότερη και μεγαλύτερη συζήτηση, που όμως δεν αφορά στην προσωπικότητα και μόνο του κάθε άνδρα Αρχηγού, αλλά γενικότερα τις γενικότερες παραδοχές ενός κόμματος και πόσο ο καθένας νέος Αρχηγός μπορεί να αλλάξει τα κακώς κείμενα.

Ακόμη οφείλουμε να ελέγξουμε τις δυνατότητες του καθενός να έχει "καθαρό" βηματισμό στη Κοινωνία, χωρίς προαπαιτούμενα και χωρίς τα χτυπήματα κάτω από τη μέση των αντιπάλων να βρίσκουν εύκολα στόχο. Ούτε καν αυτά...

Ας αρχίσουμε με τον τελευταίο, ο οποίος ως αρχηγός, έσυρε τον εκλογικό χωρό και έχασε. Τον κο Μεϊμαράκη. Αλλά το ερώτημα είναι αλήθεια έχασε; Μα βέβαια, από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κο Τσίπρα εντέλει ναι. Όμως, αναλογίστηκε κανείς πόση βρήκε τη διαφορά όταν ξεκινούσε αυτή τη μάχη και πόσο έκλεισε τη ψαλλίδα; Η διαφορά παρέμεινε εντέλει, εκεί που την άφησε λίγους μήνες πριν ο κος Σαμαράς. Γιατί να αλλάξει; Μήπως ο λαός είδε, πέραν του μνημονίου Τσίπρα το οποίο ψηφίστηκε και από τη ΝΔ, κάτι καινούργιο και πιο άσχημο προς αυτόν; Μήπως πρόκαμε να δει την εφαρμογή του Μνημονίου; Μήπως πρόκαμε να γνωρίσει τη φοροκαταιγίδα και το άδειασμα της τσέπης του, εκ νέου, από τα νέα μέτρα; Γιατί λοιπόν να μην εμπιστευτεί τον πολυτάλαντο Τσίπρα; Μόλις πριν 7-8 μήνες τον είχε ξαναεμπιστευτεί, τόσο γρήγορα θα άλλαζε;

Ο Βαγγέλης, είναι εκτός των άλλων όπως τα λέει. Από πάντα, πιστός εργάτης του κόμματος. Δεν μετακινήθηκε ποτέ ρούπι από αυτό, ακόμη και στα πολύ δύσκολα. Πώς να το κάνουμε όμως. Σέρνει μαζί του, τη Βαρωνία των Καραμανλήδων, Βαρβιτσιώτηδων, Κεφαλογιάννηδων, Έβερτ, Τσαλδάρη, Μητσοτάκη, Σαμαρά, Ράλλη, Στεφανόπουλου(έχασε στη μάχη για την αρχηγία και απεχώρησε αφού του πήρε άλλος την ιδιοκτησία) και τόσων άλλων που συμπεριφέρονταν στο κόμμα ως ιδιοκτήτες. 

Μπορεί να τσακώνονται οι "ιδιοκτήτες" κάποτε μεταξύ τους, αλλά τότε παρατηρείται το φαινόμενο των "Αυλών" όπου ματαιόδοξοι και καινόδοξοι βουλευτές στιβάζονται περί των ιδιοκτητών, μη τυχόν καταφέρει κάποιος εξ αυτών να αποκομίσει κάτι, ίσως και το χρίσμα ως ο νέος Αρχηγός. Σίγουρα λοιπόν ο τίμιος Βαγγέλης, είναι δύσκολο να απαγκιστρωθεί από τις επιρροές του παρελθόντος, αλλά και να πείσει ότι επειδή μπορεί συνολικά έχει νέες ιδέες, δεν εκπροσωπεί το παλιό, το ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ. Παρ όλα αυτά είναι ο μόνος, που μπορεί να μη τα σπάσει με τη Δεξιά της Νέας Δημοκρατίας και ταυτόχρονα να επιτύχει αντίστοιχο με το Καραμανλικό Άνοιγμα στον Κεντρώο Χώρο.


Από την άλλη ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ένας νέος που οι ιδέες του θα είχαν λαμπρή απήχιση αν το κόμμα στο οποίο απευθυνόταν ήταν άλλο. Αν απευθυνόταν στο κόμμα Φιλελευθέρων, ίσως τότε να συζητάγαμε. Όμως μια παράταξη, όπου ο ένας της ψηφοφόρος, δεξιός του κερατά, δεν επιθυμεί να είναι μεν Χρυσαυγίτης, αποκρούει μετά βδελυγμιας κάθε φασιστική διακύρηξη αλλά αγανακτεί με το Μεταναστευτικό και αξιώνει "να γυρίσουν στο τόπο τους" με απολύτως απάνθρωπο λόγο, ενώ ο άλλος ψηφοφόρος προερχόμενος από το Κέντρο συζητάει τον τρόπο ένταξής τους, μια τέτοια παράταξη θα κατάπινε τον Κυριάκο! Γενικά φαίνεται να έχει καλές προθέσεις. Επίσης καλές προτάσεις, όπως να χωρισθούν οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες (βλέπε Β Αθηνών) σε περισσότερες. Έτσι, προτείνει, δεν θα υπήρχε το φαινόμενο να εκλέγεται μονάχα ο ίδιος και οι πλέον γνωστοί βουλευτές, αλλά θα δινόταν η ευκαιρία μιας πιο ταχείας ανανέωσης της Βουλής, από πρόσωπα που γνωρίζει η Τοπική Κοινωνία. Ποτέ δεν έγινε αποδεκτή μια τέτοια πρόταση... 

Όμως, όσο καλός ή κακός και αν είναι, πάντα θα σέρνει το όνομα του Πατέρα του. Δεν έχει να κάνει αν εκείνος ήταν καλός ή κακός πολιτικός, αλλά θα τον κυνηγά η εκδοχή ότι οφελήθηκε μιας Οικογενειοκρατίας. Όσο και αν ορύεται ότι ίσως να υπήρξε όφελος κατά τη πρώτη εκλογική αναμέτρηση, αλλά δεν δικαιολογείται που σε κάθε αναμέτρηση, κερδίζει χάνει το κόμμα, έρχεται με χιλιάδες σταυρούς ανάμεσα στους τρεις πρώτους, το χτύπημα κάτω από τη μέση της οικογενειοκρατείας, πάντα θα βρίσκει στόχο... Για να τελειώσω με χιούμορ, πιστεύω, ότι αν ο γιος του παίζει ποδόσφαιρο και ο προπονητής τον βάζει συνεχώς στη βασική ενδεκάδα, όλοι θα μουρμουρίζουν ότι το κάνει όχι γιατί είναι γιος του Κυριάκου, αλλά εγγονός του Κώστα Μητσοτάκη! Αν το παλλικάρι ξέρει μπάλα, αν παίζει είπαμε, είναι θέμα που δεν θα απασχολεί κανέναν!


Ως τρίτη αναφορά, έχω στο καλεντάρι, τη μία από τις εκπλήξεις για τις διεκδικήσεις της αρχηγίας. Γιατί αν οι δύο προηγούμενοι ήταν φυσιολογικό να θέσουν υποψηφιότητα, μη μου πείτε ότι ο κος Γεωργιάδης αποτέλεσε κανονικότητα και φυσιολογική εκδοχή. Άραγε, με ποιες πιθανότητες εξέθεσε υποψηφιότητα; Φυσικά και δεν είναι προπομπός αποτυχίας η δυσκολία που είχε να μαζέψει τις 50 υπογραφές. Αλλιώς λειτουργούν τα κομματικά ενεργούμενα, άκου 100-200 σε κάθε άλλο υποψήφιο, και αλλιώς ο κόσμος που επιλέγει. Ο Γεωργιάδης, με δεξιά κριτική, χωρίς τρομοκρατικές κορώνες, ευελπιστεί ότι εκείνοι που τελικά κατά πλειοψηφία θα προσέλθουν στις κομματικές κάλπες θα είναι Δεξιοί ψηφοφόροι της ΝΔ και όχι Κεντρώοι, οι οποίοι απλά ήλθαν και έμειναν. Αλλά τι έχει να προσφέρει ο Άδωνις στο κόμμα αυτό; Αν εκλεγεί, είναι σίγουρο, ότι με σχετική ευκολία θα προσεταιριστεί ψηφοφόρους οι οποίοι σήμερα ψηφίζουν Χρυσή Αυγή.

Δεν είναι ανάγκη να πράττει όπως αυτή. Η ρητορία κάποιες φορές, την οποία διαθέτει, είναι δυνατότερη από κάθε χρήση βίας. Και τι θα γίνει τότε; Θα επιτύχει μια δεξιά ιδεολογική καθαρότητα στη Νέα Δημοκρατία που φοβίζει και θα βλέπει ένα Κέντρο, αν δεν κατευθύνεται στον ΣΥΡΙΖΑ, να επανακάμπτει στο ΠΑΣΟΚ!

Ο Άδωνις, κακά τα ψέματα, παρά τη πολυλογία του, αν του αναθέσεις ένα έργο συνήθως το ολοκληρώνει το κατά δύναμιν καλύτερα. Ως Υπουργός πέτυχε και μάλιστα σε δύσκολα υπουργεία.  Αυτό που φοβίζει, ότι θα τα κάνει μαντάρα. είναι να βρίσκεται σε θέση να ορίζει εκείνος τις Αναθέσεις Έργων σε τρίτους... Να είναι ο... Αρχηγός Όλων. Το κάτω από τη μέση χτύπημα είναι οι Ύβρεις που εξαπόλυε κατά της Νέας Δημοκρατίας, όσο ανήκε στο ΛΑ.ΟΣ... Δυστυχώς γι αυτόν υπάρχουν αναρτήσεις στο διαδίκτυο...

Και ένα ερώτημα: Δεν ήταν μονάχα ο κος Μειμαράκης που είχε συγκεντρώσει υπογραφές πέραν των 50 που ορίζει το καταστατικό του κόμματος. Και οι άλλοι δύο συνυποψήφιοι το ίδιο είχαν κάνει. Γιατί απευθύνθηκε μονάχα σ αυτόν ο κος Γεωργιάδης "ελπίζω να μου δανείσει τις υπογραφές που μου λείπουν" και όχι σε όλους;


Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, άφησα τον Απόστολο Τζιτζικώστα. Αυτή και αν ήταν έκπληξη. Αλλά γιατί; Κάθε μέλος της Νέας Δημοκρατίας δυνητικά μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για αρχηγός της. Ακόμη και ένα μέλος όμως το οποίο σε καίρια επιλογή του Κόμματος, Περοφερειακές Εκλογές 2014, επιλέγει να μη κατέλθει υπό την αιγίδα του κόμματος του οποίου είναι μέλος αλλά να πάει κόντρα στον υποψήφιο αυτού; Νέα ήθη, νέα έθιμα...

Παρ όλα αυτά ο σημερινός υποψήφιος για την Αρχηγία της ΝΔ Απόστολος Τζιτζικώστας, έχει ένα σαφές πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων. Ως περιφερειάρχης, δεν ήταν ανάγκη και ως εκ τούτου έτσι και αλλιώς ΔΕΝ ψήφισε κανένα νομοσχέδιο, κανένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ, τουλάχιστον σημερινό. Φυσικά ένα κόμμα δεν είναι ένας άνδρας. Αν έχουν ψηφίσει όλοι οι άλλοι... Αλλά ο Απόστολος πάντως ΔΕΝ! Ως εμπλεκόμενος όμως με τα κοινά στη Θεσσαλονίκη και τη Περιφέρεια της Μακεδονίας, εκτός Βουλής τόσα χρόνια, δεν μπορεί να στηρίξει σε καμία περίπτωση καν τη γενικότερη θεωρία της ΝΔ ότι μετά το 2014 και αν δεν γινόταν η ανατροπή από τον ΣΥΡΙΖΑ, θα εξοραιζόταν η οικονομία μας. Ο κος Τζιτζικώστας μάλλον κατέρχεται ως Παρθένος, άσπιλος και αμόλυντος στο πολιτικό σκηνικό, μη αποδεχόμενος παλαιές πρακτικές και λάθη που προέρχονταν ένθεν κακείθεν.

Αν και γόνος παλαιάς πολιτικής οικογένειας, μιας και δεν διέδραμε μεγάλο δρόμο στη κεντρική πολιτική Πολιτική σκηνή, δύσκολά μπορεί να του χρεωθεί. Μαλλον θα τον ευεργετήσει αυτή η αναφορά.

Στην πραγματικότητα δείχνει πολιτικός ευέλικτος που μπορεί να μιλήσει το ίδιο άνετα στον δεξιό και να ανοίξει τις αγκάλες του σε κεντρώο και αριστερό χωρίς να προσβάλει τα ιδεολογικά τους πιστεύω και χαρακτηριστικά. Δείχνει να μπορεί να απαγκιστρωθεί από παλιές Βαρωνίες και αυλές, χωρίς να δείξει σε αυτούς ότι είναι ανεπιθύμητοι. Όσοι καταλάβουν κάτι τέτοιο, Ιδού η Ρόδος... Το πήδημα θα είναι στο γκρεμό της λήθης, και οι αυλικοί θα έχουν σκορπίσει σαν τα ποντίκια!

Όμως ο κος Τζιτζικώστας έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα. Το λένε πολλοί, το βροντοφωνάζουν περισσότεροι, αλλά εκείνος περί άλλων τιρβάζει... Όταν γίνουν οι πρώτες εκλογές, και πάντως μέχρι το 2019, επειδή είναι Περιφερειάρχης, ακόμη και αν παραιτηθεί ισχύει η εκλογή του, αν το κόμμα του με εκείνον ως αρχηγό έλθει πρωτο, εκείνος ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΕΝΤΟΛΗ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.

Ακόμη και αν το κόμμα πάρει 151 βουλευτές, αυτοδυναμία, ο Αρχηγός Τζιτζικώστας, θα πρέπει να συγκαλέσει τη Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κόμματος η οποία θα ορίσει εκείνον που θα λάβει την Εντολή Σχηματισμού Κυβέρνησης και ο οποίος ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ... Ο Απόστολος Τζιτζικώστας δεν θα μπορεί απλά γιατί ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΕΚΛΕΓΕΙ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ... 

Μη μπερδεύεστε με άλλες καταστάσεις υπηρεσιακών πρωθυπουργών ή πρωθυπουργών Κυβερνήσεων Εθνικής συνεργασίας. Εδώ δεν πρόκειται περί τούτου. Πρόκειται για τον κατ αρχήν σχηματισμό μιας Κυβέρνησης, την ανάθεση εντολής, μετά από τη διεξαγωγή Απλών Συνηθισμένων Εθνικών Εκλογών... ΣΥΝΤΑΓΜΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ Άρθρο 37 παρ 4

Ο κος Τζιτζικώστας απαντάει κάτι για αποδόμιση, ότι μπορεί να επιτελεί μέσα στο κόμμα και τη Βουλή το έργο του πλήρως ως Αρχηγός της ΝΔ... Μα ποιος λέει το αντίθετο ή ποιος ασχολήθηκε με αυτά; Εκτός αν δεν βλέπει πιθανόν να κερδίσει η ΠΑΡΑΤΑΞΗ, οπότε το να μπαίνει ζήτημα Πρωθυπουργού είναι τουλάχιστον Ηλίθιο! Αλλά ως προς τούτο την απάντηση έχει μονάχα ο κος Τζιτζικώστας.

Είναι ο μοναδικός που έχει μικροχτυπηματάκια κάτω από τη μέση όμως έχει ένα ντιρεκτ πάνω από αυτή. Καταπρόσωπο. Το άρθρο 37 παρ 4 του Συντάγματος...


Καλή επιτυχία στον Καλύτερο


ΘΕΜΗΣ